Για πολλές δεκαετίες, το κοινωνικό κράτος είχε μια σχετικά σαφή αποστολή: να προστατεύει όσους βρίσκονταν ήδη στο περιθώριο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής.
Οι πολιτικές οργανώθηκαν κυρίως γύρω από επιδόματα και εισοδηματικές μεταβιβάσεις, με στόχο τη διαχείριση και την ανακούφιση από τις συνέπειες της ανεργίας, της υλικής στέρησης και του κοινωνικού αποκλεισμού. Σήμερα, όμως, οι κοινωνικοί κίνδυνοι έχουν αλλάξει. Η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι μόνο η ακραία στέρηση, αλλά η σταδιακή διολίσθηση ολοένα περισσότερων νοικοκυριών στην οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια. Νέοι εργαζόμενοι, για πολλούς μία νέα κοινωνική κατηγορία οι «νέοι εργαζόμενοι φτωχοί», διαθέτουν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους για τη στέγη και τα τρόφιμα. Οικογένειες με δύο μισθούς δυσκολεύονται να καλύψουν το κόστος ανατροφής και φροντίδας των παιδιών.
Γυναίκες περιορίζουν ή εγκαταλείπουν την εργασία τους λόγω της ανεπάρκειας δημόσιων υπηρεσιών φροντίδας. Ηλικιωμένοι και άτομα με αναπηρία δεν έχουν ανάγκη μόνο από εισοδηματική στήριξη, αλλά και από προσβάσιμες υπηρεσίες υγείας, φροντίδας και ανεξάρτητης διαβίωσης.
Δεν πρόκειται, επομένως, μόνο για έλλειψη εισοδήματος. Πρόκειται για τη δυνατότητα κάθε ανθρώπου να διατηρεί ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής σε όλα τα στάδια του κύκλου ζωής του. Με άλλα λόγια, το επίκεντρο μετατοπίζεται από την απλή επιβίωση στη γενικευμένη ανασφάλεια.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Το 2025, το 27,5% του πληθυσμού της χώρας —περίπου 2,8 εκατομμύρια άνθρωποι— βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 20,9%. Η Ελλάδα κατατάχθηκε στη δεύτερη δυσμενέστερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά τη Βουλγαρία. Το χρηματικό κατώφλι κινδύνου φτώχειας ανερχόταν μόλις σε 7.020 ευρώ ετησίως για ένα μονοπρόσωπο νοικοκυριό και σε 14.742 ευρώ για οικογένεια δύο ενηλίκων με δύο παιδιά. Πρόκειται για στοιχεία της EU-SILC 2025, με έτος αναφοράς εισοδήματος το 2024. Τα ποσά αυτά δείχνουν και τα όρια του ίδιου του δείκτη: ένας πολίτης μπορεί να βρίσκεται λίγο πάνω από το επίσημο κατώφλι και παρ’ όλα αυτά να αδυνατεί να καλύψει το ενοίκιο, την ενέργεια, τη φροντίδα ή μια έκτακτη δαπάνη. Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ανησυχητική για τα παιδιά. Η παιδική εισοδηματική φτώχεια παραμένει ιδιαίτερα υψηλή: το 27,9% των παιδιών έως 17 ετών ζει σε νοικοκυριά κάτω από το σχετικό όριο φτώχειας.
Παράλληλα, η Ελλάδα καταγράφει τα υψηλότερα ποσοστά στεγαστικής υπερεπιβάρυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που σημαίνει ότι για μεγάλο μέρος του πληθυσμού το κόστος κατοικίας απορροφά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.
Η ανασφάλεια διαχέεται έτσι πέρα από τα παραδοσιακά όρια της φτώχειας και συμπιέζει τα χαμηλά και μεσαία κοινωνικά στρώματα. Η μεσαία τάξη δεν φοβάται μόνο ότι δυσκολεύεται σήμερα. Φοβάται ότι ένα απρόβλεπτο γεγονός —η απώλεια εργασίας, μια ασθένεια, μια αύξηση του ενοικίου ή η ανάγκη μακροχρόνιας φροντίδας— μπορεί να την οδηγήσει σε απότομη υποβάθμιση του επιπέδου ζωής της. Και αυτή η αίσθηση ανασφάλειας επηρεάζει όχι μόνο την οικονομική συμπεριφορά των πολιτών, αλλά και την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς, στη δημοκρατία και στην πολιτική.
Αν έχουν αλλάξει οι κοινωνικοί κίνδυνοι, πρέπει να αλλάξει και η φιλοσοφία του κοινωνικού κράτους. Το κοινωνικό κράτος του 21ου αιώνα δεν μπορεί να περιορίζεται στην εκ των υστέρων ανακούφιση. Οφείλει να παρεμβαίνει προληπτικά, πριν η ανασφάλεια μετατραπεί σε μόνιμη στέρηση και κοινωνικό αποκλεισμό. Αυτή ακριβώς είναι και η κατεύθυνση που υιοθέτησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την πρώτη ολοκληρωμένη Στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Φτώχειας, στις 6 Μαΐου 2026. Η Στρατηγική θέτει ως στόχο τη μείωση των ανθρώπων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού έως το 2030 και ως μακροπρόθεσμη φιλοδοξία την εξάλειψη της φτώχειας έως το 2050.
Η σημασία της δεν βρίσκεται μόνο στους ποσοτικούς στόχους, αλλά στη μεταβολή της πολιτικής φιλοσοφίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μετατοπίζει το επίκεντρο από τις αποσπασματικές παρεμβάσεις στην πρόληψη των κοινωνικών κινδύνων σε όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής. Συνδέει την κοινωνική πολιτική με την αξιοπρεπή εργασία, το επαρκές ελάχιστο εισόδημα, την προσιτή κατοικία, την υγεία, την εκπαίδευση, τη φροντίδα, την παιδική προστασία και την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν η Ευρωπαϊκή Εγγύηση για τα Παιδιά, η πρόληψη των εξώσεων, η στήριξη υπερχρεωμένων νοικοκυριών, η αντιμετώπιση της αστεγίας και η αύξηση του αποθέματος κοινωνικής και προσιτής κατοικίας.
Παράλληλα, προβλέπονται εθνικοί μηχανισμοί συντονισμού, νέοι δείκτες και συστηματική αξιολόγηση των πολιτικών.
Η νέα ευρωπαϊκή προσέγγιση δεν καταργεί τα στοχευμένα επιδόματα. Τα εντάσσει σε ένα ευρύτερο σύστημα καθολικών υπηρεσιών και κοινωνικών εγγυήσεων. Η εισοδηματική στήριξη παραμένει αναγκαία, αλλά δεν αρκεί όταν ένα νοικοκυριό δεν έχει πρόσβαση σε προσιτή κατοικία, παιδική φροντίδα, δημόσια υγεία, ποιοτική εκπαίδευση και ασφαλή εργασία. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα κατακερματισμένο σύστημα παροχών σε μια σταθερή αρχιτεκτονική κοινωνικών εγγυήσεων. Κατά την περίοδο 2015–2019 αυξήθηκαν σημαντικά οι πόροι κοινωνικής πρόνοιας και θεσμοθετήθηκαν ή ενισχύθηκαν τα σχολικά γεύματα, το επίδομα στέγασης, το επίδομα παιδιού, οι παροχές κοινωνικής αλληλεγγύης και ο ΟΠΕΚΑ. Η εμπειρία αυτή δείχνει ότι, ακόμη και σε συνθήκες περιορισμένων δημοσιονομικών δυνατοτήτων, είναι εφικτή η αναδιάταξη των προτεραιοτήτων υπέρ της κοινωνικής προστασίας.
Σήμερα απαιτείται το επόμενο βήμα: ένα σύστημα που θα συνδυάζει επαρκές εισόδημα, καθολικές υπηρεσίες και ενεργή πρόληψη, μία νέα αρχιτεκτονική που θα μειώνει το πραγματικό κόστος ζωής και δεν θα αφήνει τους πολίτες να αγοράζουν μόνοι τους την ασφάλεια, την υγεία, τη φροντίδα και τις ευκαιρίες των παιδιών τους.
Τα επιδόματα παραμένουν αναγκαία για όσους βρίσκονται σε άμεση ανάγκη. Η επιτυχία, όμως, ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους πρέπει να μετριέται και από τη μείωση της παιδικής και της εργασιακής φτώχειας, τη στεγαστική ασφάλεια, την καθολική πρόσβαση στη φροντίδα και στις δημόσιες υπηρεσίες, τη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων και τη δυνατότητα των ανθρώπων να σχεδιάζουν τη ζωή τους με ασφάλεια. Αυτό είναι το περιεχόμενο ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου: ένα κράτος που δεν περιμένει να παγιωθεί η στέρηση για να παρέμβει, αλλά εγγυάται τις υλικές και κοινωνικές προϋποθέσεις μιας αξιοπρεπούς, ασφαλούς και αυτόνομης ζωής.
*Αναπλ. Καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης και Επικοινωνίας
Αναπλ. Τομεάρχης Κοινωνικής πολιτικής, Παιδιού και Οικογένειας ΕΛΑΣ
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
