Τελευταία νέα
«Γαλάζιοι» βουλευτές σε ανοιχτή γραμμή κριτικής: Ρωγμές στην ΚΟ της ΝΔ για το “επιτελικό κράτος” Αλέξης Τσίπρας: Ανατροπές στους φόρους – Μεγάλες φορολογικές ελαφρύνσεις για µεσαία τάξη και εργαζόµενους Μ.Χαρακόπουλος: Χρέος μας να μην απογοητεύουμε τους πολίτες που μας εμπιστεύτηκαν Δημοσκόπηση Marc: “Κοστίζει” η ακρίβεια στην κυβέρνηση – Σταθερά δεύτερο το ΠΑΣΟΚ Κόντρα Μαρινάκη – ΠΑΣΟΚ με επίκεντρο τις ανεξάρτητες αρχές Αθηνά Λινού: Ανοικτό «παράθυρο» για ένταξη στο νέο κόμμα Τσίπρα – Τι δείχνει η δήλωσή της για τις πολιτικές εξελίξεις Θετική η Λινού σε ενδεχόμενη συμπόρευση με τον Τσίπρα Δημοσκόπηση Marc: Στο 32,2% η ΝΔ, δεύτερο με 13,5% το ΠΑΣΟΚ- Έντονη ανησυχία για την ακρίβεια Μήνυμα Γεωργιάδη για τις εκλογές με το βλέμμα στον παρελθόν: “Τον Μητσοτάκη και τα μάτια μας” Βουλή: Τη Δευτέρα αρχίζει η επεξεργασία του νομοσχεδίου για τα κρυπτοστοιχεία και τις εναλλακτικές μορφές πληρωμής και επενδύσεων Μήνυμα Γεωργιάδη στον δρόμο προς τις εκλογές με «βουτιά» στο παρελθόν: «Τον Μητσοτάκη και τα μάτια μας» Κ.Βελόπουλος: Έχουμε μια εθνικά επικίνδυνη κυβέρνηση
Elculture.gr

«Ένα Τελευταίο για τον Δρόμο» του Φραντσέσκο Σοσάι: Ένα καπρίτσιο είναι ο χώρος

Δυο πενηντάρηδες πλας, δυο αλκοολικοί, δυο ρεμάλια της κοινωνίας, δυο σκατόφατσες με λιγδωμένα μαλλιά, δυο άντρες που όταν ο παραιτημένος με την πάρτη τους πατέρας του ενός τους ρωτάει πότε επιτέλους θα μεγαλώσουν του απαντούν ότι είναι πολύ μεγάλοι πια για να μεγαλώσουν, δυο άντρες που επιδεικνύουν αντικοινωνική συμπεριφορά οδηγώντας τα βράδια σκνίπα, αποφεύγοντας με ταρζανιές τα αλκοτέστ και με τρικ τα αστυνομικά που τους καταδιώκουν, δυο άντρες που οδηγούν μια Τζάγκουαρ την οποία κάποτε αγόρασαν με τα λεφτά μιας κομπίνας που τους συντηρούσε, δυο άντρες αντιπαραδείγματα, που ούτε σε καμία μόδα μπορούν να χωρέσουν ούτε σε καμία ατζέντα, δυο άντρες που να τους υπερασπιστείς με επιχειρήματα δεν μπορείς, που βλέποντας όμως το «Ένα Τελευταίο για τον Δρόμο» δυσκολεύεσαι και να μην τους αγαπήσεις. 

Σταματημένοι σε ένα χωράφι με σβηστά τα φώτα στο αυτοκίνητό τους κοιτάνε στο βάθος τα φώτα των σπιτιών, ο διευθυντής φωτογραφίας φωτίζει στο πηχτό σκοτάδι τα μάτια τους και το βλέμμα τους, καθώς κοιτάζουν ό,τι αντιπροσωπεύουν τα σπίτια, οι κουζίνες, τα σαλόνια, η καθημερινότητα, η τακτοποιημένη ζωή, η ζωή με τις υποχρεώσεις και τους περιορισμούς της, η ζωή με την ασφάλειά της και την ανασφάλεια που πάει πάντα μαζί της. Τουλάχιστον ένας εκ των δυο (ο Καρλομπιάνκι με το όνομα – το καρτουνίστικο όνομα) ήταν κάποτε παντρεμένος, το έχει περάσει αυτό το στάδιο, έχει ζήσει ως μόνιμος κάτοικος σπιτιού.  

Πάνε να υποδεχτούν έναν παλιό τους συνεργό στο μικροέγκλημα, τον εγκέφαλο για την ακρίβεια της κομπίνας τους, έναν άντρα που προ ετών έφυγε στο εξωτερικό για να ξεφύγει από το νόμο και τώρα που έχουν παραγραφεί τα αδικήματά του επιστρέφει πίσω στα πάτρια εδάφη, στα οποία άλλωστε ο θρύλος λέει ότι έχει θάψει την βαλίτσα με τα λεφτά που είχε βγάλει. Αρκεί βέβαια να βρουν το σωστό αεροδρόμιο, αρκεί να μην είναι τόσο χυμαδιά ώστε να μπερδέψουν ακόμη κι αυτό. Ψάχνοντας να ξανασυναντήσουν τον παλιό τους φίλο θα κάνουν έναν νέο. Νέο και σε ηλικία. Δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετικός απ’ τους ίδιους. Φοιτητής αρχιτεκτονικής που διστάζει να ακολουθήσει σε ένα μπαρ την παρέα του και την κοπέλα που όχι μόνο ο ίδιος γουστάρει αλλά του δείχνει κι εκείνη ότι μάλλον τον γουστάρει, γιατί έχει πάει αργά και πρέπει να πάει σπίτι του, να ξεκουραστεί, να ετοιμαστεί για την αυριανή κρίσιμη αξιολόγηση στη σχολή του. Ο Καρλομπιάνκι κι ο Ντοριάνο θα προσπαθήσουν να τον σώσουν από την σωφροσύνη του και τη επιστροφή στο σπίτι του, αλλά όχι ακριβώς βάσει σχεδίου και στρατηγικής, είναι πολύ μεθυσμένοι για τέτοιες μεθοδεύσεις, περισσότερο ακουμπώντας πάνω στο ένστικτό τους και τη ροή των πραγμάτων που τους οδηγεί απ’ το ένα ποτό στο επόμενο και μετά σε ένα τελευταίο για το δρόμο.

Ένα τελευταίο για το δρόμο; Η έκφραση μαρτυρά το πόσο παλιά είναι, πόσο περασμένων εποχών κατάλοιπο αποτελεί. Τι πάει να πει για το δρόμο; Και μάλιστα τελευταίο; Άρα έχουν προηγηθεί και πολλά προηγούμενα; Προφανώς κάποιος άλλος θα οδηγήσει, έτσι; Ή θα πάρεις ταξί. Ή θα πας με τα πόδια, με τα Μέσα, πάντως ποτό και δρόμος δεν πάνε μαζί, σωστά; Στον κινηματογράφο που είδα την ταινία, ίσως έπαιξε κι ένα ρόλο ότι καθόμουν αρκετά μπροστά, πάντως στις αρχές της έχουμε πλάνα ενός αυτοκινήτου που τρέχει διαολεμένα από στροφή σε στροφή μέσα στη νύχτα, με αποτέλεσμα να ζαλιστώ και να ανακατευτώ. Σωματική ήταν η αντίδραση, όχι ψυχολογική. Αλλά και ψυχολογικά μιλώντας, ο μεγαλύτερος αντίπαλος της ελληνικής κυβέρνησης κι αν είσαι κι ακόμα κι αν απευθύνεσαι σε φούσκα ομοϊδεατών σου, δεν τολμάς να εκφράσεις κάποιες επιφυλάξεις για τα αλκοτέστ των τελευταίων μηνών, ξέρεις εκ των προτέρων ότι θα φας το κεφάλι σου έστω και αν υπαινιχθείς κάτι περί περιορισμού ελευθεριών και καταπιέσεων. 

Αν ο Φραντσέσκο Σοσάι είχε κάνει την ίδια ταινία με τους ίδιους ανθρωπότυπους τη δεκαετία του εξήντα ή του εβδομήντα, άντε βαριά βαριά και στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα, το εγχείρημά του ούτε τόσο φρέσκο όσο είναι τώρα θα ήταν, ούτε τόσο κόντρα σε μόδες και ατζέντες. Το να ζεις εκτός νόρμας δεν ακουγόταν τόσο τρομερό, αντίθετα υπήρχε ως αίτημα, η κανονικότητα και τα συστατικά της ήταν αντικείμενα αμφισβήτησης, θα επιτρέπονταν περισσότερες ταυτίσεις με τις επιλογές του Καρλομπιάνκι και του Ντοριάνο. Υπάρχει ένα ηθικολογικό κλίμα στην εποχή μας, από όλες τις πλευρές του ιδεολογικού φάσματος. Δεν ηθικολογεί μόνο η συντήρηση, ηθικολογεί και η πρόοδος. Δεν πατάει πάνω σε ηθικούς πανικούς μόνο η Δεξιά, αλλά και η Αριστερά. Απλά με διαφορετικά πεδία αναφοράς η καθεμία. Ενίοτε μάλιστα συμπίπτουν, όπως την εποχή της πανδημίας, που ο κάθε άνθρωπος είχε μετατραπεί σε μια αντικοινωνική κινούμενη πηγή μετάδοσης του ιού, ή όπως εν προκειμένω σε όσους εγκληματίες πιάνουν τιμόνι έχοντας πιει.  

Ο Φραντσέσκο Σοσάι πάει όμως κόντρα στο ρεύμα και με μια άλλη διάσταση. Δεν θα ψάξει, ούτε θα υπαινιχθεί κάποιο κρυμμένο τραύμα που έκανε τον Καρλομπιάνκι και τον Ντοριάνο να ζουν έτσι. Δεν υπάρχει καν κάποιο διακύβευμα στην ιστορία τους. Όσο εκκρεμείς ζωές κι αν ζουν, οι ίδιοι δεν θεωρούν ότι υπάρχει κάτι που εκκρεμεί. Δεν έχουν καν τη σκοτεινή γοητεία του αυτοκαταστροφικού καταραμένου. Δεν τους προσμένει στη γωνία κάποια λύτρωση (να λυτρωθούν από τι;), ούτε κάποια τιμωρία (να τιμωρηθούν για τι;). 

Αντιτουριστικές φάτσες, αντιτουριστικά σουλούπια, αντιτουριστική ατμόσφαιρα, αντιτουριστικά τοπία, αντιτουριστικά κτίρια, εγκαταλελειμμένα αλλά και άσχημα, μέχρι να ξεδιπλωθεί η αγάπη του φοιτητή για την αρχιτεκτονική και τότε να δούμε και μια άλλη σχέση κτισμάτων και χώρου. Δεν είναι μόνο ο χρόνος που αποκτά άλλη διάσταση, με τη νύχτα να είναι η μέρα των ηρώων και με την επόμενη μέρα απλά να συγχέει τα όρια του χρόνου, είναι και ο χώρος που πρωταγωνιστεί. Βασικά αυτός είναι που κατεξοχήν πρωταγωνιστεί, ως εντοπιότητα και ρίζα, αλλά ταυτόχρονα και ως κάτι σχετικό, ως κάτι που έχει μια πνευματική διάσταση, ως κάτι άρα που δεν θα οριστεί από google maps, ως κάτι που αν υπάρχει πέραν του πνεύματος υπάρχει μόνο στους πατροπαράδοτους χάρτες αυτοκινήτων, αλλά κι εκείνοι παραείναι υλικοί και περιοριστικοί, παραείναι καθώς πρέπει, η ακόμα ακριβέστερη αποτύπωση του χώρου μπορεί να γίνει μόνο σε μουτζούρες σε χαρτοπετσέτες. Χώρος είναι αυτό που φανταζόμαστε ως χώρο. Ένα καπρίτσιο είναι ο χώρος. Θα δούμε έναν πίνακα στην ταινία και θα μάθουμε (εγώ τουλάχιστον θα μάθω), ότι το καπρίτσιο στη ζωγραφική είναι ένα είδος καλλιτεχνικής σύνθεσης όπου ο ζωγράφος συνδυάζει φανταστικά ή ανακατεμένα στοιχεία –συνήθως αρχιτεκτονικά ή τοπία– χωρίς να δεσμεύεται από την πραγματικότητα.

Αυτοκινητόδρομοι που θα περάσουν πάνω από κήπους και επαύλεις ξεπεσμένων αριστοκρατών, όλα γίνονται με σκοπό να πηγαίνεις όσο πιο γρήγορα γίνεται από το ένα μέρος στο άλλο, μόνο που έτσι καταλήγεις να μην έχεις πουθενά να πας, να μην υπάρχει κάτι που διαφοροποιεί το ένα μέρος από το άλλο. Βρίσκεσαι διαρκώς στο ίδιο μέρος, στην ίδια ομογενοποίηση, στον ίδιο εξαμερικανισμό, στην ίδια κανονικότητα, εκεί που δυσκολεύονται να χωρέσουν δυο τύποι που δεν ξέρουν τίποτα κι όμως τα ξέρουν όλα. 

Ο βασικός νόμος της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας ορίζει ότι όσο αυξάνεται η κατανάλωση ενός προϊόντος, η ικανοποίηση από κάθε επιπλέον μονάδα μειώνεται. Υπάρχει όμως μια εξαίρεση στο νόμο, ο νόμος και το σημείο κορεσμού του υπερβαίνεται από το ένα τελευταίο ποτό για τον δρόμο. Γιατί δεν πίνεις επειδή διψούσες, γιατί δεν πίνεις για να ξεδιψάσεις.

Έτσι πρέπει να είναι το σινεμά. Να σε ξαφνιάζει. Να φυσάει αεράκι στο πρόσωπό σου. Να σου βάζει τρικλοποδιές. Να προσπαθεί να σου εκμυστηρευτεί το μεγάλο μυστικό της ζωής. Να στέλνει τους εντιμότατους φίλους σου περιοδεία σε αόρατες πόλεις. Να μη φοβάται να είναι τόσο αφοπλιστικά τρυφερό. Να σε κάνει να νιώθεις τυχερός που ζεις. 
The post «Ένα Τελευταίο για τον Δρόμο» του Φραντσέσκο Σοσάι: Ένα καπρίτσιο είναι ο χώρος appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...