01/04/2026 10:01 πμ.
Κείμενο που μοιράζεται στις γειτονιές του Ιλίου και των Αγίων Αναργύρων.
Για την προμελετημένη επίθεση ΗΠΑ–Ισραήλ στο Ιράν
Σε μια εποχή κατά την οποία οι πολεμικές συγκρούσεις και οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί οξύνονται, οι κυρίαρχες αφηγήσεις παρουσιάζουν τον πόλεμο ως «αναγκαίο κακό» για την υπεράσπιση της εθνικής ασφάλειας, των δημοκρατικών αξιών και των γεωπολιτικών ισορροπιών. Ο πόλεμος, όμως, δεν αποτελεί παρέκκλιση του κρατικού-καπιταλιστικού συστήματος εξουσίας, αλλά δομικό στοιχείο του, καθώς συνιστά την άλλη του όψη: εκείνη που, σε καιρό ειρήνης, επιβάλλει ανταγωνισμό, εκμετάλλευση και ιεραρχίες, εγκαθιδρύοντας ένα μιλιταριστικό καθεστώς που διαπερνά κάθε πτυχή των ζωών μας. Η στρατιωτική βιομηχανία, ο έλεγχος των πόρων και οι γεωστρατηγικές ζώνες επιρροής αποτελούν βασικά εργαλεία για την αναπαραγωγή του. Σε αυτό το πλαίσιο, η επίθεση του Ισραήλ και των ΗΠΑ στο Ιράν σηματοδοτεί την έναρξη ενός νέου πολέμου στη Μέση Ανατολή, όπου η δυτική ισχύς επιχειρεί να επιβληθεί, αξιοποιώντας επιλεκτικά τη ρητορική της «ασφάλειας».
Η επίθεση του Ισραήλ και των ΗΠΑ στο Ιράν, στις 28/2, ήταν τόσο προβλέψιμη όσο και προμελετημένη, παρά τις εβδομάδες διπλωματίας που επιχείρησαν να συγκαλύψουν την ήδη προκαθορισμένη πορεία. Ο νέος πόλεμος αποτελεί συνέχεια της πολεμικής σύρραξης των «12 ημερών» που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ τον Ιούνιο του 2025, με πρόσχημα το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, καθώς και των κυρώσεων που του έχουν επιβληθεί τα τελευταία χρόνια. Το Ιράν, εδώ και δεκαετίες, αποτελεί βασικό πυλώνα του λεγόμενου «άξονα της αντίστασης» απέναντι στο σιωνιστικό καθεστώς, ενώ το γεωπολιτικό του «ατόπημα» απέναντι στις ΗΠΑ έγκειται στην αμφισβήτηση της περιφερειακής τους ηγεμονίας από το 1979 και έπειτα.
Η απουσία ενός συγκεκριμένου γεγονότος που να πυροδότησε την επίθεση, σε συνδυασμό με την ταχύτητα με την οποία αυτή εκδηλώθηκε, υποδηλώνει ότι η απόφαση υπαγορεύτηκε περισσότερο από τη συγκυρία παρά από κάποια άμεση αναγκαιότητα. Ο χρόνος, οι στόχοι και η ρητορική της επίθεσης αντανακλούν μια ευρύτερη εκτίμηση -από πλευράς ΗΠΑ και Ισραήλ- ότι η εσωτερική αστάθεια του ιρανικού καθεστώτος, μετά την εξέγερση που ξέσπασε στις αρχές του 2026 και την αιματηρή καταστολή της, δημιούργησε ένα «παράθυρο ευκαιρίας» για την αναδιαμόρφωση των περιφερειακών συσχετισμών. Τα επιχειρήματα που επιστρατεύθηκαν για να δικαιολογηθεί η επίθεση, είτε η πυρηνική απειλή -παρόλο που τα ίδια τα επιτιθέμενα κράτη διαθέτουν πυρηνικά όπλα εδώ και δεκαετίες- είτε η ανάγκη ανατροπής ενός θεοκρατικού και αυταρχικού καθεστώτος, δεν μπορούν να θεωρηθούν πειστικά. Από τη μία πλευρά, μετά τον πόλεμο των «12 ημερών», οι ίδιες οι ΗΠΑ δήλωσαν ότι κατέστρεψαν τις βασικές υποδομές του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Από την άλλη, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ διατηρούν στενές σχέσεις με αντίστοιχα αυταρχικά καθεστώτα, χωρίς να θέτουν ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων (π.χ. Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα).
Η επίθεση στο Ιράν δεν αφορά αποκλειστικά την πολιτική και οικονομική επιρροή στην περιοχή, αλλά και τον έλεγχο κρίσιμων ενεργειακών πόρων. Η ύπαρξη ενεργειακών κοιτασμάτων σε ένα κράτος σχετίζεται όχι μόνο με την -αμφιλεγόμενη- εξασφάλιση της ενεργειακής του επάρκειας, αλλά και με τη δυνατότητά του να επηρεάζει τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή και να ενισχύει τη θέση του στη διεθνή σκηνή. Διακρατικές συμμαχίες και κοινοπραξίες ενεργειακών κολοσσών συγκροτούνται με στόχο την ενίσχυση της ισχύος των κρατών και την κερδοφορία των επενδυτών. Αυτός είναι και ο λόγος που η κατοχή πλούσιων ενεργειακών κοιτασμάτων συνδέεται συχνά με πολεμικές συγκρούσεις. Το Ιράν διαθέτει περίπου το 11–12% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση διεθνώς μετά τη Βενεζουέλα και τη Σαουδική Αραβία. Σε αυτό το πλαίσιο, ένας ενδεχόμενος έλεγχος αυτών των αποθεμάτων από τις ΗΠΑ θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά την ενεργειακή τροφοδότηση της Κίνας -βασικού ανταγωνιστή τους- με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς ισχύος.
Ταυτόχρονα με την επίθεση στο Ιράν, το ισραηλινό κράτος πραγματοποιεί στρατιωτική εισβολή στον Λίβανο, με «δηλωμένο» στόχο την εξουδετέρωση της Χεζμπολάχ. Οι στρατιωτικές αυτές επιχειρήσεις έχουν ήδη αφήσει πίσω τους πολλούς νεκρούς και πάνω από ένα εκατομμύριο εκτοπισμένους. Πέρα από τον δηλωμένο στόχο, ο τρόπος που κινείται το σιωνιστικό καθεστώς στη Μέση Ανατολή καθιστά σαφές ότι η επέμβαση στον Λίβανο δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη διεύρυνση των βόρειων συνόρων του, μέσω της προσάρτησης εκκενωμένων περιοχών του νότιου Λιβάνου· μια προοπτική, που παραπέμπει άμεσα στη βίαιη προσάρτηση των παλαιστινιακών εδαφών με πρόσχημα την «καταπολέμηση της τρομοκρατίας». Η καταστροφή υποδομών, οι μαζικοί εκτοπισμοί και η δημιουργία «ζωνών ασφαλείας» δεν στοχεύουν μόνο σε στρατιωτικά αποτελέσματα. Στόχος τους είναι η μόνιμη αναδιάταξη των γεωπολιτικών συσχετισμών, η επιβολή φόβου και η διεύρυνση της επιρροής του Ισραήλ σε όλη τη Μέση Ανατολή, στο πλαίσιο ενός συνολικότερου σχεδίου ελέγχου της περιοχής και των στρατηγικών της πόρων. Σε απάντηση, το ιρανικό κράτος επιτίθεται στο Ισραήλ αλλά και στα γειτονικά κράτη, μεταφέροντας τον πόλεμο σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, δίνοντάς του ακόμα και τη δυνατότητα να εξελιχθεί από περιφερειακό σε γενικευμένο.
Ούτε με τους μουλάδες, ούτε με τους «σωτήρες»
Η εναντίωσή μας στη συμμαχία ΗΠΑ–Ισραήλ και στην επίθεση κατά του Ιράν δεν συνεπάγεται πολιτική στήριξη στο ιρανικό κράτος. Στο Ιράν υπάρχει ένα αυταρχικό καθεστώς, με βαθιά εδραιωμένη κρατική εξουσία εδώ και δεκαετίες· αρχικά, υπό το καθεστώς του Σάχη και, στη συνέχεια, υπό την Ισλαμική Δημοκρατία, η οποία μετέστρεψε την επανάσταση του 1979 σε θεοκρατικό σύστημα εξουσίας. Έκτοτε, το καθεστώς έχει βρεθεί αντιμέτωπο με επανειλημμένα κύματα κοινωνικών κινητοποιήσεων, πολλά από τα οποία εξελίχθηκαν σε εξεγέρσεις, με πιο πρόσφατη εκείνη που ξέσπασε στις αρχές του 2026. Η εξέγερση αυτή πυροδοτήθηκε από την ελεύθερη πτώση του ριάλ, του ιρανικού νομίσματος, και την οικονομική κρίση που εκδηλώθηκε, ενώ εξαπλώθηκε γρήγορα από τους δρόμους της Τεχεράνης στα πανεπιστήμια και σε άλλες μικρότερες πόλεις, στρεφόμενη συνολικά ενάντια στο καθεστώς και την Ισλαμική Δημοκρατία. Η πρόσφατη εξέγερση αλλά και οι προηγούμενες, έχουν κλονίσει το ιρανικό καθεστώς και έχουν αντιμετωπιστεί με σκληρή καταστολή, που άφησε πίσω της χιλιάδες νεκρούς διαδηλωτές και διαδηλώτριες.
Ωστόσο, η επίθεση του Ισραήλ και των ΗΠΑ αποδυναμώνει τους κοινωνικούς αγώνες στο εσωτερικό του Ιράν, ενισχύοντας την επιβολή σκληρότερων δογμάτων ασφάλειας στην πολιτική και κοινωνική ζωή. Σήμερα, οι άνθρωποι στο Ιράν βρίσκονται εγκλωβισμένοι ανάμεσα στο αυταρχικό καθεστώς, τους βομβαρδισμούς και τη διαρκή στρατιωτικοποίηση της καθημερινότητάς τους. Η εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος ευθυγραμμισμένου με τα συμφέροντα των ΗΠΑ και του Ισραήλ δεν πρόκειται να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής τους. Μόνο οι κοινωνικοί αγώνες, οι συγκρούσεις, οι εξεγέρσεις και οι επαναστατικές απόπειρες μπορούν να ανοίξουν δρόμους προς μια απελευθερωτική προοπτική από κοινωνική και ταξική σκοπιά. Εξάλλου, ο στόχος της επίθεσης δεν φαίνεται να είναι η πλήρης ανατροπή της ιρανικής κυβέρνησης, αλλά η υποταγή της στα ισραηλινοαμερικανικά συμφέροντα, μέσω της απομάκρυνσης ανεπιθύμητων προσώπων και της αντικατάστασής τους από πιο «συμβατές» πολιτικές δυνάμεις, όπως συνέβη και στη Βενεζουέλα τον Ιανουάριο του 2026. Η απαγωγή του Μαδούρο δεν βελτίωσε τις συνθήκες ζωής των κατοίκων της χώρας. Αντίθετα, άνοιξε τον δρόμο για την εκμετάλλευση των ενεργειακών της αποθεμάτων προς όφελος της οικονομικής και πολιτικής ελίτ των ΗΠΑ.
Οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις, ωστόσο, δεν περιορίζονται στα ενεργά πολεμικά μέτωπα. Οι οικονομικές και εμπορικές κυρώσεις αποτελούν επίσης μορφές σύγκρουσης, με βαθιές επιπτώσεις στις κοινωνίες που τις υφίστανται. Αποτελούν, έτσι, ένα βασικό μέσο άσκησης γεωπολιτικής πίεσης χωρίς άμεση στρατιωτική σύγκρουση. Η Βενεζουέλα και η Κούβα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα, καθώς εδώ και δεκαετίες βρίσκονται στο επίκεντρο τέτοιων ανταγωνισμών, με τις κοινωνίες τους να βιώνουν διαρκείς οικονομικές πιέσεις, πολιτικές συγκρούσεις και απομόνωση.
Ο ρόλος του ελληνικού κράτους στην εκτυλισσόμενη σφαγή
Τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη συναίνεσαν σε αυτή την επίθεση, όπως και στη γενοκτονία που διαπράττει το Ισραήλ στη Γάζα. Η στάση αυτή επιβεβαιώνει την προθυμία τους να διατηρήσουν τη διατλαντική ενότητα. Μία ενότητα που δομείται πάνω σε οικονομικά και πολιτικά οφέλη, μιλά τη γλώσσα της «ασφάλειας» και της «αντιτρομοκρατίας» και αποκαλύπτει μια βαθύτερη συναίνεση για το ποια κράτη μπορούν να καταστραφούν με ελάχιστο πολιτικό κόστος. Σε αυτό το πλαίσιο, ένας ρατσιστικός πολιτισμικός φακός, που κάποτε δικαιολογούσε την αποικιοκρατία, φαίνεται να συνεχίζει να διαμορφώνει τις σύγχρονες κρίσεις.
Σε αυτή τη συνθήκη, το ελληνικό κράτος δεν είναι ουδέτερο. Συμμετέχει ενεργά στους πολεμικούς σχεδιασμούς και επιδιώκει την αναβάθμιση του ρόλου του στην περιοχή: με την αποστολή φρεγατών και αεροσκαφών στην Κύπρο και αντιαεροπορικών συστημάτων στην Κάρπαθο, με τη χρήση βάσεων όπως της Σούδας, με αποστολές στρατιωτικού εξοπλισμού και προσωπικού στη Σαουδική Αραβία, με τον κεντρικό ρόλο του στην ευρωπαϊκή ναυτική αποστολή «Ασπίδες» -της οποίας το αρχηγείο βρίσκεται στη Λάρισα-, καθώς και με τις στρατιωτικές και οικονομικές συμφωνίες που έχει συνάψει με το Ισραήλ. Ο ελλαδικός χώρος μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε στρατιωτικό κόμβο. Στρατιωτικές βάσεις, λιμάνια και υποδομές χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά στρατευμάτων και εξοπλισμών σε πολεμικά μέτωπα. Παράλληλα, η κούρσα εξοπλισμών επιταχύνεται, με δισεκατομμύρια δαπανών για νέα οπλικά συστήματα.
Δεν πολεμάμε για κανέναν θεό, κράτος, αφέντη
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, αρνούμαστε να επιλέξουμε στρατόπεδο. Αρνούμαστε να πολεμήσουμε και να συμμετάσχουμε με οποιονδήποτε τρόπο στο νέο αιματοκύλισμα. Στεκόμαστε δίπλα στους/στις καταπιεσμένους/ες που υφίστανται τις συνέπειες του πολέμου, δίπλα στους λιποτάκτες, δίπλα σε όσους και όσες αρνούνται να συνταχθούν με τα κράτη και τις πολεμικές τους μηχανές. Ο μόνος πόλεμος στον οποίο συμμετέχουμε είναι ο κοινωνικός–ταξικός. Ενάντια σε κράτος, κεφάλαιο και πατριαρχία, στον μιλιταρισμό και τον εθνικισμό, στον ρατσισμό, τις θρησκείες και κάθε διαχωρισμό μεταξύ των εκμεταλλευόμενων και των καταπιεσμένων.
Για έναν κόσμο αλληλεγγύης και ελευθερίας. Για έναν κόσμο χωρίς εξουσία.
Κάτω τα κράτη και οι στρατοί
Αντίσταση – Αυτοοργάνωση – Αλληλεγγύη σε ολόκληρη τη Γη
