Τελευταία νέα
Το Ιράν δήλωσε ότι ήρθε σε συμφωνία με το Ομάν για τα Στενά του Ορμούζ Παγκόσμια ημέρα σκύλου: Τι κάνουμε σε περίπτωση κινδύνου – Μαθήματα πρώτων βοηθειών στο Σύνταγμα [βίντεο] Συμβιβασμός Meta με 29 πολιτείες των ΗΠΑ για την ασφάλεια των παιδιών στα social: Θα πληρώσει 17 δισ. δολάρια Νετανιάχου για το Ιράν: Δε μπορούμε να συμφωνήσουμε «με αυτή τη συμμορία, αυτούς τους άγριους» Η Νέα Δημοκρατία δεν θα ψηφίσει την Έλενα Ακρίτα για αντιπρόεδρο της Βουλής Κεραμέως για συντάξεις χηρείας: Από σήμερα λαμβάνει τέλος μια τεράστια κοινωνική αδικία Ιδιωτικά πανεπιστήμια: Μετά το «χαστούκι» του ΣτΕ, η κυβέρνηση σπεύδει να επαναφέρει τις άδειες Ο Παναθηναϊκός «έκλεισε» τον 27χρονο Μαροκινό διεθνή Λούζα της Γουότφορντ Και όμως, κάποιοι προτιμούν βουνό το καλοκαίρι: Υψηλές πληρότητες σε Ήπειρο, Πήλιο και Ορεινή Αρκαδία ΕΛ.Α.Σ.: «Αρκετά με τα ψέματα και την παραπλάνηση» για τις συντάξεις χηρείας Επιμένει η ζέστη: Μικρή ανάσα από τα μελτέμια το Σάββατο, νέα άνοδος της θερμοκρασίας την Κυριακή Πολάκης κατά Θεμιστοκλέους: Οι ενεργειακές αναβαθμίσεις ήταν σοβαντίσματα με υπερτιμολόγηση στο πενταπλάσιο
Athens.indymedia.org

[Ανακοινώσεις] [ΦΕΑΝ] Για τα νέα κυβερνητικά αφηγήματα περί «τέλους των μνημονίων»

08/06/2026 4:57 πμ.

Η πρόσφατη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την έξοδο της Ελλάδας από την διαδικασία παρακολούθησης των «μακροοικονομικών ανισορροπιών» παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως μια νέα «οριστική» επιβεβαίωση ότι η χώρα άφησε πίσω της την εποχή των μνημονίων. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε λόγο για «το επίσημο τέλος κάθε επιτήρησης» και για ακόμη μια φορά, επιχείρησε να προπαγανδίσει το κλείσιμο ενός ιστορικού κύκλου που ξεκίνησε με το ξέσπασμα της εγχώριας κρίσης χρέους.
Πρόκειται, όμως, για μια πολιτική αφήγηση που σκόπιμα σπεύδει να ταυτίσει την ολοκλήρωση ορισμένων μηχανισμών εποπτείας με το αδιαφοροποίητο όλα αυτά τα χρόνια οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε μέσα από τα μνημόνια. Η πραγματικότητα είναι ότι οι βασικοί πυλώνες της μνημονιακής αναδιάρθρωσης παραμένουν σε πλήρη ισχύ, ανεξάρτητα από το αν η χώρα βρίσκεται ή όχι σε κάποια ειδική κατηγορία παρακολούθησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ επίσης το σύνολο των μνημονιακών δεσμεύσεων και νόμων παραμένει ανέπαφο.
Η ίδια η πραγματικότητα των τελευταίων μηνών διαψεύδει τις κυβερνητικές θριαμβολογίες. Την ώρα που η κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μιλούν για το «τέλος των μνημονίων», το ελληνικό κράτος συνεχίζει να κατευθύνει τεράστιους πόρους στην εξυπηρέτηση των δανείων που προέκυψαν από αυτά. Οι πρόωρες αποπληρωμές μνημονιακών δανείων τους προηγούμενους μήνες είτε αποσιωπήθηκαν, είτε παρουσιάστηκαν από ορισμένα κυβερνητικά media ως «εθνική επιτυχία», ενώ στην πραγματικότητα αποτυπώνουν την συνέχιση της ίδιας στρατηγικής που τοποθετεί την εξυπηρέτηση του χρέους ως πρώτο «εθνικό μέλημα» στις πλάτες της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας. Μέχρι και σήμερα, δισεκατομμύρια ευρώ κατευθύνονται προς τους «πιστωτές» από τα ληστρικά υπερκέρδη του πληθωρισμού, προκειμένου να βελτιωθούν οι δείκτες χρέους και η εικόνα της χώρας στις κεφαλαιαγορές, την ίδια στιγμή που η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση και η συμπίεση των εισοδημάτων αποτελούν μόνιμη πραγματικότητα για τους πολλούς.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει μια βαθύτερη αλήθεια: τα μνημόνια δεν ήταν απλώς μια σειρά δανειακών συμβάσεων, αλλά η εγκαθίδρυση ενός μόνιμου μηχανισμού θεσμοθετημένης αναδιανομής πλούτου από την εργασία προς το μεγάλο κεφάλαιο. Μέσα από τους αυτόματους μηχανισμούς δημοσιονομικής προσαρμογής, τις δεσμεύσεις για πρωτογενή πλεονάσματα, τους στόχους μείωσης του χρέους και την διαρκή προτεραιότητα της εξυπηρέτησής του, η αποπληρωμή των δανειστών εξακολουθεί να ορίζει την αστική οικονομική πολιτική. Ενώ δηλαδή, εκατομμύρια εργαζόμενοι, συνταξιούχοι και κοινωνικά αδύναμοι δυσκολεύονται να καλύψουν το κόστος ζωής, δισεκατομμύρια ευρώ με απόλυτη συνέπεια διοχετεύονται για την ταχύτερη εξόφληση των μνημονιακών υποχρεώσεων. Αν αυτό συνιστά «μεταμνημονιακή εποχή», τότε πρόκειται για μια εποχή στην οποία οι μνημονιακές προτεραιότητες όχι μόνο επιβιώνουν, αλλά εφαρμόζονται αποτελεσματικότερα σε σχέση με το παρελθόν. Το μόνο που αλλάζει είναι η απουσία κοινωνικών αντιδράσεων, την οποία οι κήνσορες της «μεταμνημονιακής εποχής» πέτυχαν με το σπαθί τους.
Η πραγματικότητα είναι ότι το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να δεσμεύεται από ένα αυστηρό πλαίσιο δημοσιονομικής πειθαρχίας. Η επίτευξη των μνημονιακών υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων παραμένει κεντρικός στόχος όλων των κρατικών προϋπολογισμών που παραμένουν μνημονιακοί. Αυτό σημαίνει ότι οι δαπάνες για υγεία, παιδεία και κοινωνικές παροχές εξακολουθούν να υποτάσσονται στην προτεραιότητα της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και της διατήρησης της «δημοσιονομικής σταθερότητας». Η λογική που κυριάρχησε στα μνημόνια, ότι οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα πρέπει να πληρώνουν διαρκώς το κόστος της καπιταλιστικής κρίσης όχι μόνο δεν έχει εγκαταλειφθεί, αλλά αποτελεί σταθερό οδοδείκτη όλων των κυβερνητικών πολιτικών.
Παράλληλα, στην «μεταμνημονιακή ανάπτυξη» που δήθεν βρίσκεται η χώρα, οι μηχανισμοί εκποίησης της δημόσιας περιουσίας συνεχίζουν να λειτουργούν κανονικά. Το Υπερταμείο, που ιδρύθηκε στο πλαίσιο του τρίτου μνημονίου με πολυετείς δεσμεύσεις, εξακολουθεί να διαχειρίζεται κρίσιμα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου. Λιμάνια, αεροδρόμια, ενεργειακές υποδομές, δίκτυα και εκτάσεις στρατηγικής σημασίας έχουν ήδη περάσει ή προγραμματίζεται να περάσουν σε ιδιωτικά συμφέροντα. Η ιδιωτικοποίηση δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών δεν αποτελεί παρελθόν, αλλά διαρκή στρατηγική επιλογή του ελληνικού κράτους και της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση.
Αντίστοιχα, το εργασιακό καθεστώς που διαμορφώθηκε στα χρόνια των μνημονίων παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανέπαφο. Η απορρύθμιση των συλλογικών συμβάσεων, η ενίσχυση της εργοδοτικής ευελιξίας, η διεύρυνση των ελαστικών μορφών απασχόλησης και η συμπίεση της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την εργασιακή ζούγκλα. Οι μισθοί μπορεί να εμφανίζουν ονομαστικές αυξήσεις, ωστόσο η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων είναι σε χειρότερο επίπεδο από ποτέ, λόγω του υψηλού κόστους ζωής, της στεγαστικής κρίσης και της ακρίβειας σε βασικά αγαθά.
Το ίδιο ισχύει και για το τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό πλαίσιο που οικοδομήθηκε την προηγούμενη δεκαετία. Οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί, η διαχείριση των «κόκκινων δανείων» από επενδυτικά κεφάλαια και η μεταφορά σημαντικού μέρους της λαϊκής περιουσίας προς τα διάφορα αρπαχτικά αποτελούν συνέχειες των πολιτικών που θεσμοθετήθηκαν στα χρόνια των μνημονίων και σήμερα χιλιάδες είναι αυτοί βιώνουν τα αποτελέσματά τους, χάνοντας τα σπίτια τους.
Η κυβερνητική ρητορική περί «επιστροφής στην κανονικότητα» αποκρύπτει επίσης ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ενσωματώσει πλέον σε μόνιμη βάση πολλούς από τους κανόνες που παρουσιάζονταν παλαιότερα ως έκτακτα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης. Οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες, οι δεσμεύσεις για μείωση του χρέους και οι μηχανισμοί εποπτείας ορίζουν έτι πιο ασφυκτικά την άσκηση πολιτικής με κριτήριο τα ολοένα και μεγαλύτερα κέρδη του κεφαλαίου στον βωμό της «αποτροπής νέων υφεσιακών κινδύνων», οι οποίοι όποτε θα εμφανίζονται, πάντα θα παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα «εξωγενών αιτιών» και ποτέ ως νέα επεισόδια μιας κρίσης που δεν ξεπεράστηκε ποτέ.
Η αφετηρία του μύθου περί «τέλους των μνημονίων» δεν βρίσκεται στη σημερινή κυβέρνηση. Βρίσκεται στο καλοκαίρι του 2018, όταν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ παρουσίασε την ολοκλήρωση του τρίτου μνημονίου ως «καθαρή έξοδο» και ως το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Αντίστοιχα, τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και το ΔΝΤ μιλούσαν προπαγανδιστικά για «success story» και για το τέλος όχι μόνο της ελληνικής και ευρωπαϊκής κρίσης αλλά και για το τέλος της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης συνολικά. Η πραγματικότητα ήταν ακριβώς αντίθετη. Όσον αφορά το ελληνικό παράδειγμα, η κυβέρνηση που ανήλθε στην πολιτική εξουσία υποσχόμενη την κατάργηση των μνημονίων στις πλάτες των μεγάλων κοινωνικών και ταξικών αγώνων της διετίας 2010-12 που εγκλωβίστηκαν στις αγκάλες ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο», όπως αναμενόταν, κατέληξε όχι μόνο να υπογράψει το τρίτο και πιο βαρύ μνημόνιο της περιόδου, αλλά και να ολοκληρώσει την πολιτική και κοινωνική νομιμοποίηση ενός προγράμματος που είχε συναντήσει μαζικές αντιστάσεις τα προηγούμενα χρόνια. Η μπλόφα του δημοψηφίσματος και η παρουσίαση του προαποφασισμένου μνημονίου ως «αποτέλεσμα εκβιασμού» αποτέλεσε καθοριστική καμπή για την ανασυγκρότηση της πολιτικής σταθερότητας που απαιτούσαν οι θεσμοί της διεθνούς οικονομικής ελίτ, το μεγάλο κεφάλαιο της χώρας και το απονομιμοποιημένο στα μάτια της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας πολιτικό σύστημα. Το Υπερταμείο, οι δεσμεύσεις για πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι και μετά το 2060, η ενισχυμένη εποπτεία, η ψήφιση και η διατήρηση των αντεργατικών μεταρρυθμίσεων και η προώθηση ιδιωτικοποιήσεων στρατηγικής σημασίας αποτέλεσαν βασικές παρακαταθήκες εκείνης της περιόδου.
Χαρακτηριστικό είναι ότι παρά τους πανηγυρισμούς του Τσίπρα με φόντο την πατρίδα του Οδυσσέα για το «τέλος των μνημονίων», η Ελλάδα δεν εντάχθηκε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που παρουσιαζόταν ως ένα από τα τεκμήρια του «μνημονιακού τέλους». Παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις, η ΕΚΤ εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει την ελληνική οικονομία ως περίπτωση υψηλού κινδύνου, καθώς το δημόσιο χρέος παρέμενε εξαιρετικά υψηλό και η χώρα δεν διέθετε επενδυτική βαθμίδα. Με άλλα λόγια, οι ίδιοι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν συμμερίζονταν το αφήγημα της δήθεν επιστροφής στην κανονικότητα που προωθούσε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.
Η μεταγενέστερη συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στα προγράμματα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ κατά την περίοδο της πανδημίας δεν αποτέλεσε επιβεβαίωση των κυβερνητικών ισχυρισμών της προηγούμενης περιόδου ούτε επιτυχία της κυβέρνησης της Ν.Δ.. Αντίθετα, ήταν αποτέλεσμα μιας έκτακτης ευρωπαϊκής πολιτικής που εφαρμόστηκε λόγω του κινδύνου κατάρρευσης ολόκληρης της ευρωζώνης, σε συμφωνία με ανάλογα μέτρα της FED στις ΗΠΑ. Η ΕΚΤ προχώρησε σε εκτεταμένες παρεμβάσεις και συμπεριέλαβε κατ’ εξαίρεση τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα PEPP, όχι επειδή είχε παρέλθει η κρίση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά επειδή η Νέα Ύφεση του 2020 απαιτούσε την διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε πανευρωπαϊκή και παγκόσμια κλίμακα, ακόμη κι αν το αποτέλεσμα θα ήταν ο πληθωρισμός και νέα, ανεξέλεγκτα επεισόδια της κρίσης στο μέλλον.
Η περίοδος της πανδημίας σημαδεύτηκε από τη μαζική επέκταση της ρευστότητας μέσω των κεντρικών τραπεζών. Τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια, οι τεράστιες αγορές ομολόγων και η διοχέτευση πρωτοφανών ποσοτήτων χρήματος στις αγορές συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός νέου κύκλου κερδοσκοπίας και συσσώρευσης πλούτου προς τα πάνω. Όταν στη συνέχεια εμφανίστηκαν οι πληθωριστικές πιέσεις, το κόστος μεταφέρθηκε για ακόμη μία φορά στους εργαζόμενους μέσω της ακρίβειας, της αύξησης του κόστους στέγασης και ενέργειας και της μείωσης της πραγματικής αξίας των μισθών. Η υποτιθέμενη «επιστροφή στην κανονικότητα» σήμαινε στην πράξη διάσωση των αγορών και νέα επιβάρυνση της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας.
Η καλλιέργεια του μύθου της «μεταμνημονιακής εποχής» υπηρετήθηκε διαδοχικά από όλες τις κυβερνήσεις των τελευταίων ετών. Άλλοτε παρουσιάστηκε ως «καθαρή έξοδος», άλλοτε ως «ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας» και σήμερα ως «τέλος κάθε επιτήρησης». Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των αφηγήσεων είναι η προσπάθεια να εμφανιστεί ως «εθνική επιτυχία» η σταθεροποίηση της βίαιης καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης χωρίς αντιστάσεις, ούτε καν πολιτικό αντίλογο.
Εν τούτοις, η υπέρβαση της μνημονιακής περιόδου δεν θα έρθει από τις ανακοινώσεις της Κομισιόν ούτε από τους δείκτες των αγορών, πολλώ δε μάλλον από τα επικοινωνιακά αφηγήματα των ελληνικών κυβερνήσεων. Δεν μπορούσε να έρθει ούτε με τις αυταπάτες περί κυβερνητικών ρήξεων μέσω «ηρωικών διαπραγματεύσεων» και αστικών δημοψηφισμάτων την προηγούμενη δεκαετία. Το τέλος των μνημονίων και δομικότερα, το τέλος της παγκόσμιας συστημικής κρίσης, θα έρθει μόνο με το τέλος του οικονομικού και πολιτικού συστήματος που παράγει τις κρίσεις και τις διαχειρίζεται προς όφελος αυτών που τις δημιουργούν. Θα έρθει μόνο με Κοινωνική Επανάσταση.
Η επιμονή όλων των κυβερνήσεων να αναγγέλλουν διαρκώς το «τέλος των μνημονίων» δεν αποτελεί όμως μια επικοινωνιακή υπερβολή μόνο. Πρόκειται για μια αναγκαία ιδεολογική λειτουργία του ίδιου του αστικού πολιτικού συστήματος. Η αναγνώριση ότι οι βασικές μνημονιακές δεσμεύσεις παραμένουν ενεργές θα σήμαινε την παραδοχή ότι δεκαπέντε χρόνια θυσιών και κοινωνικής καταστροφής δεν ήταν ένα προσωρινό καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Για τον λόγο αυτό, το πολιτικό προσωπικό, οι νυν και πρώην πρωθυπουργοί, το μεγάλο κεφάλαιο και τα μιντιακά τους φερέφωνα έχουν κάθε συμφέρον να βαφτίζουν το κρέας ψάρι και να δικαιώνουν την μνημονιακή αστική πολιτική των τελευταίων 16 χρόνων.
Με τον τρόπο αυτό μετατοπίζεται συστηματικά η πολιτική ατζέντα εδώ και χρόνια. Η δημόσια συζήτηση παύει να περιστρέφεται γύρω από τα πρωτογενή πλεονάσματα, το δημόσιο χρέος, τις ιδιωτικοποιήσεις, τους πλειστηριασμούς,την συμπίεση των μισθών, την μείωση της αγοραστικής δύναμης και την μεταφορά και συγκεντροποίηση όλο και περισσότερου πλούτου προς τα πάνω. Αντί γι’ αυτά, κυριαρχούν απ’ την μία πλευρά τα κυβερνητικά αφηγήματα περί «ανάκτησης αξιοπιστίας», «επενδυτικής βαθμίδας», «επιστροφής στην κανονικότητα» και πλέον «τέλους της επιτήρησης» και απ’ την άλλη, οι αντιπολιτευόμενες δυνάμεις, άνευ πολιτικής ατζέντας, σκανδαλολογούν, δεν έχουν αφήγημα, μιλούν για «δικαιοσύνη» μέσα από τους άδικους ταξικούς θεσμούς ενός συστήματος που θέλουν (ξανά ή για πρώτη φορά) να υπηρετήσουν από θέσεις εξουσίας.
Η επιτυχία αυτής της στρατηγικής οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι οι μνημονιακές πολιτικές δεν καταργήθηκαν ποτέ. Ενσωματώθηκαν στους θεσμούς, στους νόμους, στις ευρωπαϊκές συνθήκες και στις λειτουργίες του κράτους, μετατράπηκαν από έκτακτα μέτρα σε κανονικότητα και έπαψαν να εμφανίζονται ως μνημονιακές, παρότι εξακολουθούν να παράγουν τα ίδια κοινωνικά αποτελέσματα. Γι’ αυτό και κάθε νέα διακήρυξη περί «τέλους των μνημονίων» δεν σηματοδοτεί το τέλος τους, αλλά αποτελεί την πιο χαρακτηριστική απόδειξη της πολιτικής και ιδεολογικής τους επιβίωσης.
Γι’ αυτό λοιπόν και δεν υπάρχει άλλος δρόμος για την κοινωνική και ταξική αντεπίθεση, για την ανασύνταξη των κινημάτων και την επιστροφή στους δρόμους, από την σύγκρουση με αυτά τα αφηγήματα και την αλλαγή της πολιτικής ατζέντας απ’ τα κάτω. Ιδιαίτερα σε μια εποχή, που τόσο η κυβερνώσα παράταξη και οι σύμμαχοι της, όσο και η σοσιαλδημοκρατία και οι δήθεν «αντιμνημονιακές» παραφυάδες της, ολοένα και γυρνούν την συζήτηση στο 2015, τόσο πιο πολύ επιτάσσεται να μιλήσουμε και εμείς για τότε και για τώρα, να μιλήσουμε ξανά για το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πορτραίτο της ιστορικής περιόδου που (συνεχίζουμε) να διανύουμε, με τις συνέπειες για την συλλογική ζωή να είναι δυσβάστακτες και πολλές φορές, αιματηρές.
ΦΕΝΤΕΡΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ
ΙΣΤΟΤΟΠΟΣ: https://fean.org.gr
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ: fean@riseup.net & facebook/instagram

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...