Τελευταία νέα
Το Ιράν δήλωσε ότι ήρθε σε συμφωνία με το Ομάν για τα Στενά του Ορμούζ Παγκόσμια ημέρα σκύλου: Τι κάνουμε σε περίπτωση κινδύνου – Μαθήματα πρώτων βοηθειών στο Σύνταγμα [βίντεο] Συμβιβασμός Meta με 29 πολιτείες των ΗΠΑ για την ασφάλεια των παιδιών στα social: Θα πληρώσει 17 δισ. δολάρια Νετανιάχου για το Ιράν: Δε μπορούμε να συμφωνήσουμε «με αυτή τη συμμορία, αυτούς τους άγριους» Η Νέα Δημοκρατία δεν θα ψηφίσει την Έλενα Ακρίτα για αντιπρόεδρο της Βουλής Κεραμέως για συντάξεις χηρείας: Από σήμερα λαμβάνει τέλος μια τεράστια κοινωνική αδικία Ιδιωτικά πανεπιστήμια: Μετά το «χαστούκι» του ΣτΕ, η κυβέρνηση σπεύδει να επαναφέρει τις άδειες Ο Παναθηναϊκός «έκλεισε» τον 27χρονο Μαροκινό διεθνή Λούζα της Γουότφορντ Και όμως, κάποιοι προτιμούν βουνό το καλοκαίρι: Υψηλές πληρότητες σε Ήπειρο, Πήλιο και Ορεινή Αρκαδία ΕΛ.Α.Σ.: «Αρκετά με τα ψέματα και την παραπλάνηση» για τις συντάξεις χηρείας Επιμένει η ζέστη: Μικρή ανάσα από τα μελτέμια το Σάββατο, νέα άνοδος της θερμοκρασίας την Κυριακή Πολάκης κατά Θεμιστοκλέους: Οι ενεργειακές αναβαθμίσεις ήταν σοβαντίσματα με υπερτιμολόγηση στο πενταπλάσιο
Athens.indymedia.org

[Ανακοινώσεις] [Χανιά] Η αλληλεγγύη μας αδιαπραγμάτευτη – Τα κράτη οι μόνοι τρομοκράτες.

11/08/2026 2:51 μμ.

Αντιστεκόμαστε επειδή αγαπάμε τη ζωή τόσο πολύ, ώστε δεν μπορούμε να την αφήσουμε στα χέρια εκείνων που τη μετρούν σε κέρδη, ιδιοκτησίες, εθνικά συμφέροντα και στρατιωτικούς στόχους. Απέναντι στην πολιτική που αποφασίζει ποιοι μπορούν να πεθάνουν, στεκόμαστε με τη μνήμη των νεκρών, την υπεράσπιση των διωκόμενων και την υπόσχεση ότι κανένα κρατικό έγκλημα και κανένα κυνήγι μαγισσών δεν θα μείνουν αναπάντητα. Στεκόμαστε στον πλευρό των διωκόμενων συντροφιών σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, και σε όσα άτομα στοχοποιούνται στα Χανιά. Αν ειναι “αθώοι” έχουν όλη μας την αλληλεγγύη, αν είναι “ένοχοι” έχουν ακόμα περισσότερη.

Η αλληλεγγύη μας αδιαπραγμάτευτη – Τα κράτη οι μόνοι τρομοκράτες 
Εισαγωγικά
Τις τελευταίες εβδομάδες, ο κρατικός μηχανισμός έχει εξαπολύσει μια νέα εκστρατεία στοχοποίησης και ποινικοποίησης του αναρχικού χώρου. Ως αφορμή αξιοποίησε τις εμπρηστικές επιθέσεις σε σπίτια πολιτευτών της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη στις αρχές Ιούλη, στο πλαίσιο των οποίων έχασε τη ζωή της η Βάγια Νέστορα. Μετά το «αντι»τρομοκρατικό επικοινωνιακό παραλήρημα των πρώτων ημερών, πραγματοποιήθηκαν συλλήψεις τριών συντροφιών και ακόμα ενός ατόμου για την υπόθεση. Μάλιστα, την ίδια ακριβώς ημέρα των πρώτων συλλήψεων πραγματοποιείται ακόμα μία κατασταλτική επιχείρηση, κατά την οποία συλλαμβάνονται ακόμα δύο σύντροφοι και βγαίνει διεθνές ένταλμα σύλληψης για μία ακόμα συντρόφισσα για την υπόθεση της Marfin (στις 05/05/2010, 16 χρόνια πριν) χωρίς κανένα στοιχείο.
Στο ευρύτερο κλίμα διασποράς πανικού, το κατασταλτικό επιτελείο επιχείρησε να εντάξει και μια παρέμβαση με spray στην πόλη μας, συγκεκριμένα στο πολιτικό γραφείο της υφυπουργού μετανάστευσης, Σέβης Βολουδάκη. Υπό την καθοδήγηση του υπουργού Προ.Πο., Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, τα media μίλησαν μέχρι και για επίθεση με γκαζάκια στο σπίτι της υφυπουργού, ενώ η ίδια δεν ντράπηκε να πει πως από τα γκράφιτι “θα μπορούσε να είχε συμβεί ό,τι έγινε και στη Θεσσαλονίκη”.
Η επιχείρηση εγκληματοποίησης του αναρχικού χώρου συνοδεύεται από την ηθική επίθεση στις αξίες και τα περιεχόμενα ενός πολιτικού χώρου που παρουσιάζεται νυχθημερόν ως δολοφονικός. Παράλληλα, στο ίδιο πλαίσιο εκτυλίσσεται η στοχοποίηση των κατειλημμένων και αυτοοργανωμένων χώρων καθώς και η προσπάθεια να ταυτιστεί κάθε μορφή αλληλεγγύης και αντίστασης με την τρομοκρατία. Εν όψει των επερχόμενων εκλογών, μετά την νίκη του αγώνα των Προσφυγικών, η ένταση αυτής της ρητορικής δεν είναι τυχαία: ο “εσωτερικός εχθρός” αξιοποιείται για να αναθερμανθεί ένα παζάρι Νόμου και Τάξης, να συσπειρωθεί το δεξιό και ακροδεξιό ακροατήριο και να μετατοπιστεί συνολικά ο δημόσιος λόγος προς ακόμα πιο αυταρχικές και συντηρητικές θέσεις και πρακτικές. Παράλληλα η ίδια κατηγορία της “ανομίας” διευρύνεται κατά το δοκούν, ώστε να κεφαλαιοποιηθεί και στον κομματικό ανταγωνισμό, με την κυβέρνηση να εμφανίζεται ως μοναδική εγγυήτρια της ασφάλειας.
Η επιχείρηση παρουσίασης του αναρχικού χώρου ως εγκληματικού αποτελεί επίθεση σε όλο τον κόσμο του αγώνα – στις τρέχουσες κοινωνικές αντιστάσεις και στη μνήμη που κουβαλάν. Το ξεπάγωμα της υπόθεσης Marfin είναι το πλέον ενδεικτικό: Μια υπόθεση συνδεδεμένη με τους μαζικούς αντιμνημονιακούς αγώνες της περιόδου 2010-2012 επιστρατεύεται από τον κρατικό μηχανισμό για να δηλώσει πως αυτού του είδους οι αντιστάσεις ανήκουν στην ιστορία, και όποιος προσπαθήσει να τις φέρει στο προσκήνιο θα βρεθεί στο στόχαστρο.
Λίγα λόγια για την πολιτική και κοινωνική συγκυρία
Ζούμε σε μια συγκυρία καθαρά πολεμική. Από την πλήρη συνενοχή και συνεργασία του ελληνικού κράτους στην Γενοκτονία που διαπράττεται στην Παλαιστίνη έως και τις σειρήνες που όλο και πυκνότερα ηχούν εσωτερικά, το αφήγημα της κοινωνικής ειρήνης απεδαφικοποιείται. Είναι η εποχή στην οποία στρατηγοί και πολιτικοί σε όλη τη Δύση καλούν τους υπηκόους τους να προετοιμαστούν να πεθάνουν για την πατρίδα, και να συμφιλιωθούν με την εικόνα φέρετρων σκεπασμένων με σημαίες εθνών. Η συγκυρία αυτή ρυθμίζει την κοινωνική πραγματικότητα στο εσωτερικό. Το κράτος επενδύει διαρκώς στα μέσα καταστολής και πειθάρχησης, ως προϋπόθεση για τη διατήρηση της ισχύος του. Παράλληλα, εντείνει διαρκώς την βίαιη θεμελίωση του εθνικού αφηγήματος, τη θωράκιση του κεφαλαίου και τη διαρκή αναζήτηση ενός εσωτερικού εχθρού. Αντανάκλαση των παραπάνω, είναι η όλο και αυξανόμενη ένταση του εσωτερικού πολέμου που βάλλει τους από τα κάτω. Από τη δολοφονική αστυνομική βαρβαρότητα, τις εργοδοτικές δολοφονίες, τις αυτοκτονίες, τη σφαγή του φυσικού κόσμου, η κρατική πολιτική που υπηρετεί την ανεμπόδιστη καπιταλιστική εκμετάλλευση υπόσχεται μονάχα αίμα και θάνατο.
Μέσα στην παραπάνω συνθήκη, δεν αναγνωρίζονται όλοι οι θάνατοι ως εγκλήματα. Κάποιοι βαφτίζονται ατυχήματα, επιχειρησιακές αστοχίες, ανθρώπινα λάθη, φυσικές καταστροφές ή αναπόφευκτες συνέπειες. Υπάρχουν άνθρωποι των οποίων η ζωή θεωρείται αυτονόητα πολύτιμη και άλλοι που πρέπει, ακόμη και μετά τον θάνατό τους, να αποδείξουν ότι άξιζαν να ζήσουν. Δεν πρόκειται απλώς για υποκρισία ούτε για έλλειμμα ευαισθησίας. Πρόκειται για μια βιοπολιτική οργάνωση της ζωής και του θανάτου, για έναν μηχανισμό που αποφασίζει ποια σώματα θα προστατευτούν και ποια μπορούν να εγκαταλειφθούν, ποιες ανάγκες θα αναγνωριστούν ως επείγουσες και ποιες ζωές θα εκτεθούν στην αρρώστια, στη φτώχεια, στη βία και στον πρόωρο θάνατο.
Η θανατοπολιτική του κράτους δεν περιορίζεται στη στιγμή που ένα υπηρεσιακό όπλο στρέφεται πάνω σε ένα σώμα. Διατρέχει ολόκληρη την κοινωνική οργάνωση, από την άμεση αστυνομική και στρατιωτική βία έως τις πολιτικές που στερούν τους υλικούς όρους της ζωής. Βρίσκεται στον πυροβολισμό και στον ξυλοδαρμό, αλλά και στο νοσοκομείο που έχει αφεθεί να καταρρεύσει, στη δουλειά όπου τα μέτρα ασφαλείας θεωρούνται ανεπιθύμητο κόστος, στο τρένο που κινείται χωρίς τα αναγκαία συστήματα ασφαλείας, στις βάρκες που βυθίζονται, στη γειτονιά που καίγεται ή πλημμυρίζει, στη γη και στα ζώα ανθρώπινα και μη- που αντιμετωπίζονται ως προϊόν προς εκμετάλλευση. Δεν πρόκειται για διαφορετικές και άσχετες μορφές “συμφοράς” ούτε για μια τυχαία κλίμακα στην οποία κάποιοι θάνατοι τοποθετούνται ψηλότερα από άλλους. Πρόκειται για διαφορετικές εκδηλώσεις της ίδιας εξουσίας: της εξουσίας που αποφασίζει ποια ζωή θα προστατευτεί, ποια θα αναλωθεί και ποια μπορεί να χαθεί χωρίς να διαταραχθεί ουσιαστικά η κανονικότητα.
Οι κρατικές δολοφονίες είναι επιλογή 
Μέσα στην παραπάνω συνέχεια βρίσκονται οι κρατικές δολοφονίες, όχι ως μια ξεχωριστή κατηγορία έξω από τη θανατοπολιτική, αλλά ως η πιο έκδηλη έκφρασή της. Από τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, τον Μοχάμεντ Καμράν Ασίκ, μέχρι τον Νίκο Σαμπάνη, την Zackie και τον Κώστα Μανιουδάκη η λίστα δεν έχει τελειωμό. Και εμείς δεν σταματάμε να μετράμε νεκρούς. Πρόσφατο κεφάλαιο αυτής της ιστορίας, αποτέλεσε η δολοφονία του εικοσάχρονου Θοδωρή ΖαβραδινούΚαραμπαμπά, από μπάτσους της ομάδας ΟΠΚΕ στο Άργος. Ο εικοσάχρονος θα δεχτεί συνολικά 21 πισώπλατες σφαίρες, με τις επτά να τον βρίσκουν στο κεφάλι. Λίγες μέρες αργότερα οι συνάδελφοι των ένστολων θα χτυπήσουν απροκάλυπτα την πορεία για την μνήμη μιας ακόμη κρατικής δολοφονίας, δηλώνοντας την πίστη τους στο μετερίζι των φονιάδων.
Κάθε φορά όμως, μαζί με την καταστολή ακολουθεί σχεδόν η ίδια προσπάθεια αποπολιτικοποίησης του θανάτου. Η δολοφονία μετατρέπεται σε «τραγική κατάληξη», ο πυροβολισμός σε «επιχειρησιακή αντίδραση», ο ξυλοδαρμός σε «ακινητοποίηση», η ευθύνη σε μια ασαφή αλληλουχία λαθών. “Ατυχήματα” και “μεμονωμένα περιστατικά”. Πριν ακόμη τεθεί το ερώτημα γιατί ένας άνθρωπος χτυπήθηκε ή πυροβολήθηκε, πνίγηκε στη θάλασσα, έχει ήδη αρχίσει η κατασκευή του ως σώματος ανάξιου να ζήσει: Ήταν «ύποπτος», «παραβατικός», «γνωστός στις αρχές», «λαθραίος», δεν σταμάτησε, δεν υπάκουσε, αντιστάθηκε. Η αστυνομική εντολή αποκτά μεγαλύτερη αξία από την ανθρώπινη ζωή, και η μη συμμόρφωση μετατρέπεται σε θανατική καταδίκη. Η ευθύνη απομακρύνεται από εκείνον που σημάδεψε αλλά επιστρέφει στον ίδιο τον νεκρό, στο παρελθόν του, στην κοινωνική του θέση, στη φυλή, στην αναπηρία ή στην οικογένειά του.
Η ίδια λογική είναι παρούσα και όταν το κράτος δεν κρατά το όπλο. Ήταν παρούσα στα Τέμπη, όπου, καταγεγραμμένα, τουλάχιστον πενήντα επτά άνθρωποι σκοτώθηκαν σε έναν σιδηρόδρομο εγκαταλειμμένο στην υποστελέχωση και στην αποσύνθεση, στις γραμμές του οποίου μεταφέρονταν παράνομα φορτία καυσίμων για τα κέρδη κάποιων ολιγαρχών• στη «Βιολάντα», όπου πέντε εργάτριες πέθαναν κατά τη νυχτερινή βάρδια, μετά από έκρηξη στο εργοστάσιο που επισήμως πληρούσε τις προδιαγραφές ασφαλείας, ενώ “το χώμα είχε ποτίσει προπάνιο”• στην Πύλο, όπου εκατοντάδες άνθρωποι χάθηκαν σε μια θάλασσα επιφορτισμένη να λειτουργεί ως συνοριακή γραμμή θανάτου και αποτρεπτικός μηχανισμός. Η ίδια λογική είναι παρούσα στην Παλαιστίνη, όπου δεν καταστρέφονται μόνο ανθρώπινα και μη σώματα αλλά και το νερό, η τροφή, τα νοσοκομεία, τα σπίτια και κάθε υλική δυνατότητα αυτοδιάθεσης και συνέχισης της ζωής. Είναι παρούσα στις πυρκαγιές, στις πλημμύρες, στην καταστροφή των οικοσυστημάτων και στη μαζική εκμετάλλευση όλων των έμβιων όντων. Τα παραπάνω δεν αποτελούν αυτοτελή κεφάλαια που προστίθενται μηχανικά σε έναν κατάλογο συμφορών/μεμονωμένων περιστατικών, αλλά διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας αντίληψης: ότι κάθε σώμα, κάθε τόπος και κάθε μορφή ζωής μπορούν να μετατραπούν σε διαθέσιμο υλικό, να ελεγχθούν, να εκμεταλλευτούν μέχρι εξάντλησης, και, όταν πάψουν να είναι χρήσιμα, να εξαλειφθούν. Η ανθρώπινη ζωή υποτάσσεται στο σύνορο, στην παραγωγή και στον πόλεμο· η γη και τα άλλα ζώα θυσιάζονται στον βωμό της ιδιοκτησίας και του κέρδους. 
Ο θάνατος δεν είναι η αποτυχία του συστήματος. Είναι επακόλουθο και προϋπόθεση της λειτουργίας του. Η εξουσία δεν χρειάζεται να διατάξει ρητά κάθε θανάτωση. Της αρκεί να γνωρίζει ποιες συνθήκες σκοτώνουν και να επιλέγει να τις διατηρεί. Υποχρηματοδοτεί, ιδιωτικοποιεί, αποκλείει και εγκαταλείπει και όταν εμφανιστούν οι συνέπειες αποποιείται των ευθυνών της, επικαλούμενη την ατομική ευθύνη, την κακιά στιγμή, το ανθρώπινο λάθος ή τη σφοδρότητα ενός φυσικού φαινομένου.
Μέσα σε αυτόν τον κόσμο, το κράτος διατηρεί το μονοπώλιο στο να ορίζει τι θα αναγνωριστεί ως βία και ποιος θα ονομαστεί τρομοκράτης. Η δική του βία παρουσιάζεται ως νόμος, ασφάλεια, άμυνα ή αναγκαία διαχείριση. Αντίθετα, η αντίσταση αποκόπτεται από τις συνθήκες που τη γέννησαν και εμφανίζεται ως μια ανεξήγητη επιθετικότητα απέναντι σε μια κατά τα άλλα ουδέτερη και ομαλή τάξη πραγμάτων. Αρνούμαστε να δεχτούμε το κράτος ως αμερόληπτο δικαστή, τη στιγμή που το ίδιο διαθέτει το συντηρητικότερο οπλοστάσιο βίας και οργανώνει τους όρους μέσα στους οποίους αυτή ασκείται. Με την δικαστική δικαιοσύνη να προστατεύει με μεγάλη συνέπεια και να στέκεται δίπλα στους ένστολους δολοφόνους και βασανιστές σε πλήρη συνεργασία με την αστυνομία και το υπουργείο προστασίας του πολίτη. Το είδαμε άλλωστε και στην δική της υπόθεσης βιασμού της 19χρονης στο Α.Τ. Ομόνοιας, με την προσπάθεια συγκάλυψης από εισαγγελείς και δικαστές που πρότειναν την αθώωση των δύο μπάτσων-βιαστών, παρόλη την τελική καταδίκη των τελευταίων. Ένα ακόμα κοντινό μας παράδειγμα είναι η ανακριτική διαδικασία για τους 4 μπάτσους δολοφόνους του Κώστα Μανιουδάκη που ολοκληρώθηκε, έπειτα από σχεδόν 3 χρόνια, όπου από νωρίς κιόλας εκείνη τη μέρα στα δικαστήρια των Χανίων ήταν ασφυκτική η παρουσία των ένστολων δυνάμεων. Το κράτος δεν έχασε την ευκαιρία να δηλώσει τη στήριξή του στους εντεταλμένους φονιάδες του. Με την ολοκλήρωση της ανάκρισης το ίδιο απόγευμα, επιβλήθηκαν στους μπάτσους δολοφόνους ο περιοριστικός όρος της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, όπως και χρηματικές εγγυήσεις, τις οποίες γνωρίζουμε πως θα καλύψει το υπουργείο Προ.Πο., όπως φροντίζει και για την διατήρηση της θέσης τους στο σώμα. Αντίστοιχη υποτίμηση απέναντι στον θάνατο συναντάμε και σε μια άλλη δικαστική υπόθεση που εξελίσσεται αυτές τις μέρες στα δικαστήρια Καρδίτσας, αυτή που αφορά τον βασανισμό μέχρι θανάτου του Βασίλειου Μάγγου από μπάτσους της ΟΠΚΕ. Στεκόμαστε ολόψυχα στο πλευρό των οικογενειών αλλά και των ανθρώπων που έμειναν πίσω σε κάθε υπόθεση κρατικής δολοφονίας αλλά και του υπόλοιπου αγωνιζόμενου κόσμου που εισπράττει καθημερινά τον δικαστικό εμπαιγμό. 
Αν τελικά τρόμος είναι ο συστηματικός φόβος που επιβάλλεται στους ανθρώπους για να πειθαρχήσουν, τότε χρειάζεται να αναρωτηθούμε ποιος πραγματικά τον παράγει. Ο τρόμος έχει ένα δρόμο.: έρχεται από τα πάνω για τα κάτω. Τρόμος είναι να μη γνωρίζεις αν το σπίτι σου θα υπάρχει το βράδυ, να ακούς ένα αεροπλάνο και να περιμένεις την έκρηξη, να βλέπεις μια αστυνομική στολή και να μην είσαι βέβαιος ότι θα επιστρέψεις ζωντανός. Τρόμος είναι να μην ξέρεις αν θα έχεις στέγη ή τροφή την επόμενη μέρα. Τρόμος είναι να μπορεί το κράτος να εισβάλει στο σπίτι σου, να σε προφυλακίσει, να διαρρεύσει το όνομά σου και να καταστρέψει τη ζωή σου. Το να υπερασπίζεσαι τη ζωή δεν είναι τρομοκρατία. 
Η εργαλειοποίηση του θανάτου, τα Μ.Μ.Ε και οι κρατικές σκευωρίες 
Για να παραμένει η κρατική βία αόρατη και η κρατική εκδοχή αυτονόητη, βασικό εργαλείο για το κράτος, είναι τα συστημικά μέσα ενημέρωσης. Δεν καταγράφουν απλώς τα γεγονότα· επιλέγουν ποιο γεγονός θα γίνει κεντρικό, ποιο θα χαθεί και μέσα σε ποιο πλαίσιο θα ερμηνευτούν και τα δύο. Η λειτουργία τους δεν βασίζεται μόνο στην αποσιώπηση, αλλά και στην υπερπληροφόρηση. Μια είδηση δεν χρειάζεται να απαγορευτεί για να εξαφανιστεί· αρκεί να πνιγεί μέσα σε έναν ορυμαγδό άλλων ειδήσεων, έκτακτων δελτίων, διαρροών, «αποκλειστικών» πληροφοριών και επαναλαμβανόμενων εικόνων. Η πρόσφατη επαναφορά της υπόθεσης της Marfin είναι χαρακτηριστική καθώς γίνεται σε μια συγκεκριμένη πολιτική συνθήκη και σε επιλεγμένη χρονική στιγμή. 
Τα ξημερώματα της 10ης Ιουλίου μπάτσοι συλλαμβάνουν 2 συντρόφους, και εκδίδουν διεθνές ένταλμα σύλληψης για μια ακόμη συντρόφισσα, κάτοικο εξωτερικού, κατηγορώντας τους για τη δολοφονία 3 εργαζόμενων στην τράπεζα Μαρφίν στις 5 Μαϊου 2010. Για την ίδια υπόθεση κατηγορήθηκαν το 2010 ψευδώς με μοναδικό “στοιχείο” ένα ανώνυμο σημείωμα στην αντιτρομοκρατική τρεις σύντροφοι. Σύρθηκαν για χρόνια στις δικαστικές αίθουσες και στις φυλακές μέχρι που οι κατηγορίες έπεσαν στο δικαστήριο και τα συντρόφια αθωώθηκαν το 2016. Το 2020 πάλι με ένα ανώνυμο τηλεφώνημα, η υπόθεση βγαίνει ξανά από το συρτάρι, με το αίολο κατηγορητήριο να αποτυγχάνει ξανά παταγωδώς. Αυτή τη φορά, και ενώ βλέπουμε τον κρατικό κατασταλτικό μηχανισμό να παραμένει πιστός στα μέσα του, εμφανίζεται ένα ανώνυμο email. 16 χρόνια μετά η υπόθεση ανοίγει ξανά, με τα συντρόφια να περνάν από ανάκριση και να προφυλακίζονται ενώ ένας ακόμη σύντροφος αναφέρεται στο mail ως φυσικός αυτουργός για την υπόθεση ενώ την ίδια χρονική περίοδο βρισκόταν έγκλειστος στην Α΄ πτέρυγα των φυλακών Κορυδαλλού. Στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ακριβώς την ίδια μέρα, και καθόλου τυχαία, πραγματοποιούνται δύο συλλήψεις στη Θεσσαλονίκη και μία στα Χανιά, για την υπόθεση της εμπρηστικής επίθεσης στο σπίτι της Αφροδίτης Νέστορα, με την τελευταία σύλληψη να αναπαράγεται κινηματογραφικά στα μέσα. Τις επόμενες μέρες ακολουθεί και η τέταρτη σύλληψη. 
Τα μέσα δεν κατασκευάζουν μόνο ενόχους. Διαχειρίζονται και τους νεκρούς. Ορισμένους τους μετατρέπουν σε σύμβολα, και τους επιστρατεύουν για να νομιμοποιήσουν νέες διώξεις. Οι «δικοί τους» νεκροί γίνονται υλικό για πολιτικές καριέρες, για θεαματικές αστυνομικές επιχειρήσεις, για συλλήψεις που παρουσιάζονται ως επιτυχίες και για την απόδοση συλλογικής ευθύνης σε έναν ολόκληρο πολιτικό χώρο. Μετατρέπουν την υπόθεση σε διαρκές κρατικό κεφάλαιο, και ανοίγουν το πεδίο ώστε κάθε αναρχικός, κάθε συλλογικότητα και κάθε μορφή αγώνα να παρουσιάζονται ως τμήματα μιας ενιαίας «τρομοκρατικής απειλής». Το πένθος γίνεται τότε εντολή σιωπής και υπακοής: δεν είναι ώρα για ερωτήσεις, δεν πρέπει να διαταραχθεί η εθνική ενότητα, ο εχθρός πρέπει να εντοπιστεί και να παταχθεί. Οι νεκροί εργαλειοποιούνται για περαιτέρω καταστολή. 
Για τους νεκρούς από την άλλη που δεν ‘’χωράνε’’ στο κυρίαρχο αφήγημα, ακολουθείται η αντίθετη διαδρομή. Η ζωή τους ερευνάται για να βρεθεί κάτι που θα μειώσει τη σημασία του θανάτου τους. Αντιστάθηκαν; Δεν συμμορφώθηκαν; Είχαν παραβατικό παρελθόν; Γιατί βρίσκονταν εκεί; Στην περίπτωση του Θοδωρή, ακόμη και η αναπηρία του και η μητέρα του χρησιμοποιήθηκαν στον δημόσιο λόγο, ώστε η συζήτηση να μετακινηθεί από τους πυροβολισμούς των μπάτσων στο κατά πόσο έπρεπε να «κυκλοφορεί» χωρίς έλεγχο. Το θύμα μετατρέπεται σε κατηγορούμενο, ώστε ο θύτης να παραμείνει ακλόνητος θεσμός. 
Η κατασκευή του εσωτερικού εχθρού δεν περιορίζεται στον δημόσιο λόγο. Αποτελεί μια στρατηγική επιλογή, συνειδητή και ενίοτε μεθοδευμένη. Παίρνει συχνά τη μορφή σκευωρίας, όπου το κράτος δεν ξεκινά από τα στοιχεία για να φτάσει σε ένα συμπέρασμα. Ξεκινά από το επιθυμητό συμπέρασμα και αναζητά, παραποιεί ή συνδέει ό,τι μπορεί να το υπηρετήσει. Ο ύποπτος προηγείται των αποδείξεων. Επιλέγεται πρώτα το πρόσωπο ή ο πολιτικός χώρος που πρέπει να ενοχοποιηθεί και ύστερα συγκεντρώνονται τα θραύσματα που θα σχηματίσουν την επιθυμητή εικόνα. Μια γνωριμία γίνεται «σύνδεση», μια συνομιλία «κωδικοποιημένο μήνυμα», μια κοινή παρουσία σε έναν χώρο «ένδειξη συμμετοχής». Πολιτικά κείμενα, βιβλία, αφίσες, προσωπικές σχέσεις, διαδρομές και καθημερινές επαφές αποσπώνται από το πραγματικό τους συγκείμενο και συναρμολογούνται σε ένα αφήγημα προκατασκευασμένης ενοχής. Ό,τι δεν ταιριάζει αποσιωπάται· ό,τι μπορεί να γεννήσει υπόνοια μεγεθύνεται. Η απουσία αποδείξεων παρουσιάζεται ως ένδειξη συνωμοτικής προφύλαξης, η άρνηση συνεργασίας ως ομολογία και η (αναρχική) πολιτική ταυτότητα ως τεκμήριο επικινδυνότητας. Μέσα σε αυτή τη λογική δεν υπάρχει τρόπος να αποδείξεις την αθωότητά σου, γιατί κάθε προσπάθεια υπεράσπισης μπορεί να ενσωματωθεί στην ίδια τη σκευωρία. 
Το κράτος δεν κατασκευάζει μόνο μια δικογραφία. Κατασκευάζει μια επικοινωνιακή εκστρατεία, μια “πραγματικότητα” για μαζική κατανάλωση, με βασικό στόχο την ανάδειξη του εκάστοτε εσωτερικού εχθρού και τη νομιμοποίηση της περαιτέρω καταστολής του, «επιβεβαιώνοντας» μέσω αυτών ένα άλλο κρατικό μονοπώλιο, αυτό της ρύθμισης της ασφάλειας και κατ’ επέκταση συνολικά της ζωής του κοινωνικού συνόλου. Οι αστυνομικές διαρροές προηγούνται της επίσημης κατηγορίας, τα μέσα αναπαράγουν υποθέσεις ως βεβαιότητες και η κοινωνική καταδίκη έχει ήδη συντελεστεί πριν ανοίξει η πόρτα του δικαστηρίου. Φωτογραφίες, ονόματα και προσωπικά δεδομένα διοχετεύονται επιλεκτικά, οι κατηγορούμενοι παρουσιάζονται ως μέλη οργανώσεων πριν αποδειχθεί οποιαδήποτε συμμετοχή, και ολόκληροι πολιτικοί χώροι περιγράφονται ως δεξαμενές τρομοκρατίας. Αν οι κατηγορίες καταρρεύσουν χρόνια αργότερα, η κρατική επιχείρηση έχει ήδη επιτύχει μεγάλο μέρος του σκοπού της: έχει φυλακίσει, διαπομπεύσει, εξαντλήσει και σπείρει τον φόβο. 
Ο φόβος είναι κεντρικός στόχος της καταστολής. Δεν απευθύνεται μόνο σε όσους συλλαμβάνονται, απευθύνεται στο συντροφικό και κοινωνικό τους περίγυρο, όπως και σε ολόκληρο τον κόσμο του αγώνα. Το μήνυμα που θέλουν να εμπεδώσουμε είναι ότι η αλληλεγγύη και η ευρύτερη πολιτική δράση, οι φιλικές και συντροφικές μας σχέσεις βρίσκονται διαρκώς υπό την παρακολούθηση, κινδυνεύουν με διαστρέβλωση, είναι εν δυνάμει επιλήψιμες. Η καταστολή επιδιώκει να δημιουργήσει μια διαρκή αμφιβολία γύρω από κάθε κίνηση και κάθε δεσμό, να μετατρέψει τη συλλογική δράση σε προσωπικό κίνδυνο και να διαλύσει την εμπιστοσύνη πάνω στην οποία στηρίζονται οι αγώνες. Και βέβαια δεν ξεχνάμε πως το μήνυμα αυτό, αν και έχει ως άμεσο αποδέκτη τον κόσμο του αγώνα, πρωτίστως απευθύνεται σε οποιοδήποτε κομμάτι της κοινωνίας φλερτάρει με την αντίσταση, ατομικά ή συλλογικά. Η καταστολή, εξάλλου, είναι κοινωνική σχέση, όσο κι αν ευαγγελίζεται πως κυνηγά και «πατάσσει» εσωτερικούς εχθρούς. 
Από ποια θέση μιλάμε; 
Από μεριάς μας αποτελούμε ένα καταληψιακό εγχείρημα στην καρδιά της πόλης των Χανίων. Η γεωγραφία πάνω στην οποία ζούμε και αγωνιζόμαστε, έχει με την σειρά της την δική της σημασία. Η βάση της Σούδας αποτελεί μια σταθερά στον παγκόσμιο πολεμικό χάρτη και δεν παύει να λειτουργεί ως υπόσχεση θανάτου. Η βαριά βιομηχανία του τουρισμού συνθλίβει σταθερά τους χρόνους και τα σώματα μας. Η ανάπτυξη που υπόσχεται, δίνει την σκυτάλη στην αρένα των – πάσης φύσεως – επενδύσεων, που μας υπόσχονται πως τίποτα δεν θα μείνει όρθιο και ανεκμετάλλευτο. Ως εκ τούτου ζούμε μια καθημερινότητα πνιγμένη, στην βία του κέρδους και της κατανάλωσης, στην βία του κεφαλαίου και των αποκλεισμών. Μέσα σε αυτήν την ασφυκτική συνθήκη επιλέγουμε εξαρχής να αμφισβητήσουμε την έννοια της ιδιοκτησίας, να συλλογικοποιούμε τις αντιστάσεις και τις ζωές μας στην κατειλημμένη Πρυτανεία. Προσβλέπουμε σε ένα εγχείρημα μακριά από εξουσιαστικές και καταπιεστικές νοοτροπίες. Με το βλέμμα στραμμένο στις κοινές μας αρνήσεις, αλλά και καταφάσεις, οργανώνουμε τους αγώνες μας από κοινού, μέσω της συλλογικής ζωής, της αυτοοργάνωσης, των οριζόντιων διαδικασιών και παρεμβαίνουμε στο δημόσιο χώρο με τα δικά μας χαρακτηριστικά. Επιλέγουμε να αγωνιστούμε ενάντια στον πόλεμο, τον φασισμό, την πατριαρχία, τον σπισισμό και το κεφάλαιο, ενάντια στην λεηλασία της φύσης. Παλεύουμε για κοινωνική δικαιοσύνη, μέσα από τους αγώνες για την ανάδειξη των κρατικών δολοφονιών και στεκόμαστε αλληλέγγυα σε όσα διώκονται και βρίσκονται έγκλειστα σε κελιά αντιμέτωπα με την εκδικητικότητα του κράτους. Παρεμβαίνουμε στο δημόσιο χώρο με δράσεις αντιπληροφόρησης, για να ανακόψουμε την επέλαση του αφηγήματος της κυριαρχίας στα μυαλά των ανθρώπων. Αντιλαμβανόμαστε το εγχείρημα της Κατειλημμένης Πρυτανείας ως ένα πεδίο ζύμωσης, συνάντησης, συντροφικότητας, όπου οι πολύμορφοι αγώνες βρίσκουν έδαφος με στόχο την αποτύπωσή τους σε ευρύτερα κοινωνικά πεδία. 
Για εμάς το μολύβι και η προκήρυξη, το σύνθημα και η διαδήλωση, το σφυρί και η φωτιά αποτέλεσαν διαχρονικά εργαλεία αγώνα στα χέρια των απανταχού καταπιεσμένων. Ενάντια στους προσκυνημένους, ενάντια στους καταπατητές της ζωής, ενάντια στους δυνάστες κάθε εποχής. Τα μέσα της αμφισβήτησης υπήρξαν πολύμορφα όπως και τα υποκείμενα που τα οικειοποιήθηκαν αναγνωρίζοντας τελικά πως μοναδική τρομοκρατία είναι η ζωή που μας επιβάλλεται να συνηθίσουμε. Ως εκ τούτου επιλέγουμε να στεκόμαστε έξω από τα δίπολα αθώων – ενόχων. 
Για εμάς η αλληλεγγύη δεν είναι μια αφηρημένη ηθική χειρονομία. Είναι η συλλογική άρνηση του φόβου και της απομόνωσης. Δεν απαιτεί να θεωρήσουμε κάθε άνθρωπο αλάνθαστο ούτε κάθε πράξη ορθή. Αρνείται, όμως, να αποδεχτεί ότι η κρατική κατηγορία αρκεί για να στερηθεί κάποιος τη φωνή, την υπεράσπιση και την ανθρώπινη παρουσία στο πλευρό του. Μέσα σε αυτή την άρνηση βρίσκεται ήδη μια διαφορετική αντίληψη για τη ζωή. Γιατί η ζωή δεν είναι μόνο η απουσία του θανάτου ούτε η γυμνή επιβίωση από βάρδια σε βάρδια, από λογαριασμό σε λογαριασμό και από φόβο σε φόβο. Είναι η δυνατότητα να υπάρχεις χωρίς να εξαγοράζεις καθημερινά το δικαίωμά σου στη στέγη, στην τροφή, στην περίθαλψη. Είναι ο χρόνος, η ξεκούραση, η ελευθερία, η φροντίδα και η δυνατότητα να δημιουργείς χωρίς η αξία σου να μετριέται από την παραγωγικότητα, την υπακοή και τη χρησιμότητά σου. Ακριβώς γι’ αυτό, η αγάπη για τη ζωή δεν οδηγεί στην παραίτηση από τη σύγκρουση, αλλά γίνεται ο βαθύτερος λόγος της. Δεν αντιστεκόμαστε επειδή αγαπάμε τη βία, αλλά επειδή αρνούμαστε να παραδώσουμε τη ζωή στη βαρβαρότητα του κράτους και να μείνουμε άπραγοι απέναντι στη βια που αυτό ασκεί. Γνωρίζουμε ότι η ειρήνη τους είναι συχνά η ησυχία πάνω από τους τάφους, η σιωπή στους χώρους εργασίας, η υπακοή στις φυλακές, η τάξη των συνόρων και η κανονικότητα της σφαγής. Η υπεράσπιση της ζωής απαιτεί, επομένως, να μη δεχτούμε ούτε τη λήθη ούτε την εξοικείωση. Απέναντι σε αυτή τη μηχανή αντιτάσσουμε τη μνήμη που αρνείται να κλείσει τις υποθέσεις, την αλληλεγγύη που δεν υποβάλλει δηλώσεις νομιμοφροσύνης και την απόφαση να μη συνηθίσουμε τους νεκρούς, τις σκευωρίες, τις φυλακές, τους πολέμους και τη φτώχεια. Να μη συνηθίσουμε τη διαρκή παρουσία της αστυνομίας και την απουσία της φροντίδας, τη γλώσσα που εξαφανίζει τις ευθύνες και την υπερπληροφόρηση που μετατρέπει κάθε έγκλημα σε περαστική εικόνα. 
Αντιστεκόμαστε επειδή αγαπάμε τη ζωή τόσο πολύ, ώστε δεν μπορούμε να την αφήσουμε στα χέρια εκείνων που τη μετρούν σε κέρδη, ιδιοκτησίες, εθνικά συμφέροντα και στρατιωτικούς στόχους. Απέναντι στην πολιτική που αποφασίζει ποιοι μπορούν να πεθάνουν, στεκόμαστε με τη μνήμη των νεκρών, την υπεράσπιση των διωκόμενων και την υπόσχεση ότι κανένα κρατικό έγκλημα και κανένα κυνήγι μαγισσών δεν θα μείνουν αναπάντητα. Στεκόμαστε στον πλευρό των διωκόμενων συντροφιών σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, και σε όσα άτομα στοχοποιούνται στα Χανιά. Αν ειναι “αθώοι” έχουν όλη μας την αλληλεγγύη, αν είναι “ένοχοι” έχουν ακόμα περισσότερη. Επιπλέον θυμίζουμε πως, ιστορικά, οι καλοθελητές που υποκλίνονται στην υποτιθέμενη παντοδυναμία της καταστολής γίνονται οι πρώτοι πελάτες της.
Από τις Σκουριές ως τα Χανιά, υπερασπιζόμαστε τα εδάφη του αγώνα 
ΑΡΙΣΤΟ ΚΑΙ SUZON ΓΕΡΑ – ΚΑΛΗ ΑΝΑΡΡΩΣΗ
ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ
ΝΑ ΤΕΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ ΟΙ ΜΠΑΤΣΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΑΝΙΟΥΔΑΚΗ
ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΜΑΣ ΔΕΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Συνέλευση Κατειλημμένης Πρυτανείας, Λόφος Καστέλι | Χανιά | Ιούλιος 2026

media:

FR.jpg

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...