Τελευταία νέα
Γυναικοκτονία στη Ροδόπη: Τη μαχαίρωσε και μετά προσπάθησε να αυτοκτονήσει πίνοντας πετρέλαιο Αυτοκτονία κρατούμενου στο ΑΤ Χανίων – Κρεμάστηκε φτιάχνοντας θηλιά με τα ρούχα του Φονικές πλημμύρες στο Νεπάλ: Τουλάχιστον 9 νεκροί, εκατοντάδες αγνοούμενοι – Εξαφανίστηκαν ολόκληρα χωριά Φαίη Σκορδά: Επιστρέφει και επίσημα στον ΑΝΤ1 – Η ανακοίνωση του σταθμού Η METLEN διευρύνει το ευρωπαϊκό της αποτύπωμα στην αποθήκευση ενέργειας μέσω μπαταριών Το Anadolu δημοσίευσε χάρτη των δύο τουρκικών θαλάσσιων πάρκων σε Β. Αιγαίο και Καστελόριζο Γεωργιάδης: Ασθενής άφησε με διαθήκη στο υπουργείο Υγείας μια προβλήτα στις ΗΠΑ – Τεράστια η ακίνητη περιουσία Συντάξεις χηρείας: Σφοδρή επίθεση της ΕΛΑΣ στην κυβέρνηση: «Μόλις 8.552 οι ωφελούμενοι» Μήνυμα Μαρινάκη στην Τουρκία: Το καλώδιο θα προχωρήσει – Κινούμαστε με βάση το Διεθνές Δίκαιο Νέα προσωπική επίθεση Γεωργιάδης σε Τσίπρα για τη ΔΕΘ: «Παλιόπαιδο» όποιος παραβιάζει τους κανόνες για ίδιον όφελος BBC: Σήμερα επιστρέφουν στη Βρετανία ο πρίγκιπας Χάρι και η Μέγκαν Μαρκλ Μαγνησία: Πυρκαγιά σε φορτηγό πλοίο εντός ναυπηγείου στην Αμαλιάπολη
Athens.indymedia.org

[Αναλύσεις] Γένοβα 2001: Τα ερωτήματα που ακόμη δεν έχουμε σταματήσει να θέτουμε

24/08/2026 6:02 μμ.

Οι διαδηλώσεις κατά της G8 στη Γένοβα δεν προέκυψαν/δεν γεννήθηκαν πρωτίστως ως διαμαρτυρία κατά μιας συγκεκριμένης συνόδου κορυφής, αλλά ως έκφραση ενός διεθνούς κινήματος που, μεταξύ των τελών της δεκαετίας του 1990 και των αρχών της δεκαετίας του 2000, είχε αναπτυχθεί μέσω του Σιάτλ (1999), Πράγας (2000), Κεμπέκ (2001), και είχε βρει χώρο για συνάντηση και κοινή επεξεργασία στο πρώτο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ του Πόρτο Αλέγκρε/Forum Sociale Mondiale di Porto Alegre, τον ιανουάριο του 2001. Το σύνθημα που το συνόδευε – «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» – δεν υποδήλωνε ένα προκαθορισμένο ενιαίο πρόγραμμα, αλλά το άνοιγμα μιας συλλογικής διαδικασίας έρευνας. Ήταν ένα σύνθημα δανεισμένο από ένα άλλο, το οποίο εμφανίστηκε το 1997 στη δεύτερη συνάντηση Ζαπατιστικής έμπνευσης για την ανθρωπότητα και κατά του νεοφιλελευθερισμού στην Ισπανία: «Ένα όχι, πολλά ναι».

Εκείνο το κίνημα δεν ήταν μια ομοιογενής οντότητα: ήταν ένα πολιτικό εργαστήριο στο οποίο πολύ διαφορετικές εμπειρίες, κουλτούρες και πρακτικές προσπαθούσαν να αναγνωρίσουν η μία την άλλη και να χτίσουν ένα κοινό έδαφος.
Ένας άλλος κόσμος ήταν εφικτός
Στον πυρήνα της βρισκόταν μια κριτική της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, όχι της παγκοσμιοποίησης καθαυτής. Αυτό που αμφισβητούνταν-εκείνο που της καταλογιζόταν / της προσάπτονταν ήταν μια συγκεκριμένη διαμόρφωση του παγκόσμιου καπιταλισμού, βασισμένη στην αυξανόμενη ελευθερία κίνησης των κεφαλαίων, την απορρύθμιση των αγορών, τις ιδιωτικοποιήσεις και την υποταγή των κοινωνικών και περιβαλλοντικών δικαιωμάτων στον οικονομικό ανταγωνισμό. Καταγγέλονταν η αυξανόμενη δύναμη των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών, η συμπίεση των μισθών, η επισφάλιση της εργασίας/η ελαστικοποίηση και επισφάλιση των εργασιακών σχέσεων και η αύξηση των ανισοτήτων.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η πρώτη μεγάλη διαδήλωση στη Γένοβα, στις 19 ιουλίου, δεν ήταν αφιερωμένη στην G8 με την στενή έννοια, αλλά στους μετανάστες. Το σύνθημα «Ελευθερία μετακίνησης, ελευθερία χωρίς σύνορα» εξέφραζε μια αντίφαση που το κίνημα είχε ήδη κατανοήσει με μεγάλη σαφήνεια: το κεφάλαιο μπορούσε να διασχίζει τον πλανήτη σχεδόν ανεμπόδιστα, ενώ οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν ολοένα και πιο σκληρά σύνορα. Η παγκοσμιοποίηση δεν καταργούσε τα σύνορα· τα επέλεγε. Άνοιγε εκείνα τα απαραίτητα για την κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των χρηματοοικονομικών και των επενδύσεων, και ενίσχυε αυτά ενάντια σε εκείνους που έφευγαν από τον πόλεμο, τη φτώχεια ή τις διαδικασίες απαλλοτρίωσης που συχνά παράγονται από την ίδια παγκόσμια οικονομική τάξη. Το ζήτημα της μετανάστευσης δεν ήταν επομένως μια ξεχωριστή διεκδίκηση, αλλά διέσχιζε όλες τις άλλες. Η συζήτηση για το χρέος, το ελεύθερο εμπόριο, τους πολέμους, τα κοινά αγαθά ή τα δικαιώματα της εργασίας σήμαινε επίσης την αναζήτηση/τον προβληματισμό σχετικά με τις δομικές αιτίες των μεταναστεύσεων και τις μορφές ιθαγένειας που θα έπρεπε να οικοδομήσει μια άλλη παγκόσμια τάξη.
Σήμερα, αυτή η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά. Ο νεοφιλελευθερισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας συναντά παντού νέες μορφές προστατευτισμού, εμπορικών πολέμων και δασμών. Αλλά θα ήταν ένα λάθος να ερμηνεύσουμε/να διαβάσουμε αυτή την αλλαγή ως μια απλή μετατόπιση από έναν «κακό» σε ένα «καλό» καπιταλισμό. Τόσο η ελεύθερη ανταλλαγή όσο και οι δασμοί είναι εργαλεία μέσω των οποίων το κεφάλαιο ρυθμίζει τις διαδικασίες συσσώρευσής του σε διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες. Οι πρώτες συνόδευσαν την κατασκευή των παγκόσμιων αλυσίδων της αξίας, ενώ οι δεύτεροι σήμερα συνοδεύουν τον γεωπολιτικό κατακερματισμό τους και τον ανταγωνισμό μεταξύ οικονομικών μπλοκ. Το πρόβλημα τότε δεν ήταν το ελεύθερο εμπόριο αυτό καθαυτό, όπως ακριβώς δεν είναι οι δασμοί αυτοί καθαυτοί σήμερα: το πρόβλημα είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτά τα εργαλεία χρησιμοποιούνται για να οργανώνουν τις σχέσεις εξουσίας, να αναδιανείμουν το κοινωνικό και περιβαλλοντικό κόστος και να επαναπροσδιορίζουν την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου, εργασίας και εδαφών/περιοχών.
Η ίδια αντίφαση διαπερνά/διασχίζει το ζήτημα της μετανάστευσης σήμερα. Το 2001, η κριτική στρεφόταν σε έναν καπιταλισμό που φαινόταν να βασίζεται στη συνεχή επέκταση των παγκόσμιων ροών. Σήμερα ζούμε σε έναν κόσμο που διασχίζεται από πολέμους, τείχη, εξωτερικοποίηση των συνόρων, συμφωνίες με τρίτες χώρες, απελάσεις/εκτοπίσεις και γεωπολιτικό ανταγωνισμό. Ωστόσο, η υποκείμενη αντίφαση παραμένει εκπληκτικά παρόμοια: η κινητικότητα συνεχίζει να κατανέμεται με τρόπο βαθιά άνισο. Το κεφάλαιο διατηρεί μια υψηλή ικανότητα μετακίνησης, μετεγκατάστασης, αναδιοργάνωσης των αλυσίδων εφοδιασμού και μετατόπισης επενδύσεων. η κινητικότητα των ανθρώπων, αντιθέτως, επιλέγεται, ιεραρχείται και ποινικοποιείται συνεχώς. Μερικά σώματα διασχίζουν εύκολα τα σύνορα, άλλα συναντούν τείχη, στρατόπεδα κράτησης ή τη θάλασσα ως θανατηφόρο σύνορο.
Ποιος κυβερνά τον κόσμο;
Αυτή η κριτική επεκτάθηκε στους θεσμούς της παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης – το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Παγκόσμια Τράπεζα και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου – που κατηγορήθηκαν για την επιβολή προγραμμάτων διαρθρωτικής προσαρμογής, ιδιωτικοποιήσεων και λιτότητας, συρρικνώνοντας τους χώρους της δημοκρατίας και υποτάσσοντας τις δημόσιες πολιτικές στα συμφέροντα των χρηματοπιστωτικών αγορών. Πάνω από είκοσι χρόνια αργότερα, αυτοί οι θεσμοί δεν κατέχουν πλέον κεντρική θέση μόνοι τους/το κέντρο της σκηνής, αλλά το ζήτημα της παγκόσμιας διακυβέρνησης δεν έχει εξαφανιστεί, κάθε άλλο. Μάλλον έχει μετατοπιστεί προς νέες μορφές εξουσίας: μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες, χρηματοπιστωτικά κεφάλαια, παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, καθεστώτα πνευματικής ιδιοκτησίας, τεχνοκρατικούς οργανισμούς και νέα βιομηχανικά συγκροτήματα που συνδέονται με την ασφάλεια και την τεχνολογία. Το πολιτικό ερώτημα παραμένει ουσιαστικά το ίδιο: ποιος αποφασίζει τις συνθήκες αναπαραγωγής της ζωής και σύμφωνα με ποια κριτήρια;
Μεταξύ των πιο ευρέως διαδεδομένων/κοινών αιτημάτων ήταν η ακύρωση του χρέους των φτωχοποιημένων χωρών. Υποστηρίχθηκε ότι μεγάλο μέρος αυτού του χρέους ήταν πλέον αδύνατον να ξεπληρωθεί, ότι η εξυπηρέτησή του εμπόδιζε τις επενδύσεις στην υγειονομική περίθαλψη, την εκπαίδευση και τις βασικές/απαραίτητες υπηρεσίες, και πως ο παγκόσμιος Βορράς είχε ιστορικές ευθύνες απέναντι στον παγκόσμιο Νότο. Σήμερα, το ζήτημα εκείνο παραμένει ανοιχτό, αλλά είναι συνυφασμένο με νέες μορφές χρέους/οικονομικής δέσμευσης: το κλιματικό χρέος, το οικολογικό χρέος, το χρέος των ιδιωτικών νοικοκυριών, το αυξανόμενο βάρος της χρηματοδότησης στις δημόσιες πολιτικές και τους νέους μηχανισμούς μέσω των οποίων η πίστωση πειθαρχεί ολόκληρες κοινωνίες. Οι μεταναστεύσεις εντάσσονται επίσης μέσα σε αυτήν την πλοκή- μέσα σε αυτό το υφάδι/σχέδιο: όχι ως το μηχανικό αποτέλεσμα μιας μόνο αιτίας, αλλά ως μέρος διαδικασιών στις οποίες το χρέος, η απαλλοτρίωση, η καταστροφή των μέσων διαβίωσης, οι οικολογικές κρίσεις και οι πόλεμοι συντελούν ώστε να καταστήσουν ολόκληρες περιοχές μη βιώσιμες, αβίωτες.
Ήδη τότε το κίνημα μιλούσε για κοινά αγαθά: νερό, σπόρους, γνώση, υγεία, βιοποικιλότητα. Η θεμελιώδης ιδέα ήταν ότι υπήρχαν τομείς της ζωής που δεν θα έπρεπε να υποτάσσονται πλήρως στη λογική του κέρδους. Εν τω μεταξύ, αυτή η διαίσθηση έχει διευρυνθεί. Σήμερα, το ζήτημα των κοινών/dei commons αφορά και τα δεδομένα, τις ψηφιακές υποδομές, τους αλγόριθμους, τα ενεργειακά δίκτυα, τη φροντίδα, την κοινωνική αναπαραγωγή και τα πλανητικά οικοσυστήματα. Δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα υπεράσπισης των υπαρχόντων αγαθών από την ιδιωτικοποίηση, αλλά για την οικοδόμηση θεσμών και πρακτικών ικανών να αναπαράγουν συλλογικά τις συνθήκες της ζωής. Ακόμη και η δυνατότητα κατοίκησης μιας περιοχής, διέλευσής της και οικοδόμησης κοινωνικών σχέσεων εκεί ανήκει σε αυτό το ευρύτερο ζήτημα των κοινών συνθηκών της ύπαρξης.
Ένα σημαντικό συστατικό (ή τμήμα) του κινήματος αποτελούνταν από την εργασία. Τα συνδικάτα, τα δίκτυα εργαζομένων και τα κοινωνικά κινήματα κατήγγειλαν το κοινωνικό ντάμπινγκ/il dumping sociale, την απώλεια δικαιωμάτων, την επισφάλεια και τη συμπίεση των μισθών που παράγονταν από τον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Εκείνα τα αιτήματα/διεκδικήσεις αποκτούν ακόμη ευρύτερη σημασία σήμερα, καθώς η μισθωτή εργασία συνυπάρχει με την εργασία σε πλατφόρμες, τις νέες μορφές γνωστικής εργασίας, την κεντρικότητα της εργασίας φροντίδας και τις διαδικασίες αυτοματισμού και τεχνητής νοημοσύνης. Το ζήτημα δεν αφορά πλέον μόνο τον χώρο/την θέση εργασίας, αλλά ολόκληρη την οργάνωση της κοινωνικής αναπαραγωγής.
Η κατάσταση των μεταναστών είχε ήδη καταδείξει ότι η κατάτμηση του εργατικού δυναμικού ήταν ένας από τους θεμελιώδεις μηχανισμούς του παγκόσμιου καπιταλισμού. Τα σύνορα δεν χρησίμευαν απλώς για τον αποκλεισμό, αλλά και για την παραγωγή ποικίλων βαθμών ευαλωτότητας, ευπάθεια σε εκβιασμό και πρόσβασης σε δικαιώματα. Το ίδιο άτομο μπορούσε να είναι απαραίτητο ως εργαζόμενος και ανεπιθύμητο ως πολιτικό υποκείμενο, απαραίτητο για την παραγωγή και τη φροντίδα, αλλά να διατηρείται σε μια επισφαλή νομική θέση. Για αυτόν τον λόγο, η ελευθερία κυκλοφορίας/κίνησης ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον αγώνα κατά της εκμετάλλευσης: η ιεραρχία των αδειών διαμονής, των υπηκοοτήτων και των δικαιωμάτων συνέβαλε στο να διαιρούν την εργασία και να την πειθαρχούν.
Η περιβαλλοντική δικαιοσύνη ήταν ήδη παρούσα, παρόλο που η κλιματική κρίση δεν είχε ακόμη καταλάβει το κέντρο της δημόσιας συζήτησης. Γίνονταν λόγος για τα δάση, τη βιοποικιλότητα, τη βιώσιμη γεωργία, τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς και την αρχή της προφύλαξης. Σήμερα γνωρίζουμε ότι εκείνες οι απαιτήσεις/διεκδικήσεις προέβλεπαν μόνο ένα μέρος του ζητήματος. Η οικολογική κρίση έχει καταστεί μια συστημική κρίση που επηρεάζει την ενέργεια, τα τρόφιμα, το νερό, το κλίμα, τις μεταναστεύσεις και τον πόλεμο, καθιστώντας ακόμη πιο προφανές το πόσο αλληλένδετες είναι οι περιβαλλοντικές και οικονομικές διαστάσεις. Και εδώ, πρέπει να αποφύγουμε τους απλοϊκούς ντετερμινισμούς: η κλιματική αλλαγή δεν προκαλεί αυτόματα μεταναστεύσεις, αλλά επιδεινώνει τις υπάρχουσες ανισότητες, συγκρούσεις και διαδικασίες απέλασης, ενώ οι ευθύνες και οι ευκαιρίες για προστασία παραμένουν βαθιά άνισα κατανεμημένες.
Υπήρχε επίσης μια ριζοσπαστική κριτική της παγκόσμιας διακυβέρνησης την οποία εκπροσωπούσε η G8. Οκτώ κυβερνήσεις είχαν την απαίτηση να αποφασίζουν για ζητήματα που επηρέαζαν δισεκατομμύρια ανθρώπους χωρίς καμία αποτελεσματική δημοκρατική συμμετοχή. Αυτό το πρόβλημα δεν έχει εξαφανιστεί· απλώς έχει λάβει νέες μορφές. Σημαντικές αποφάσεις/οι μεγάλες αποφάσεις που επηρεάζουν τη συλλογική ζωή λαμβάνονται πλέον εντός πολύ πιο σύνθετων δικτύων, συνυφασμένων με Κράτη, πολυεθνικές εταιρείες, υπερεθνικούς φορείς, παγκόσμια χρηματοοικονομικά και μεγάλες τεχνολογικές πλατφόρμες. Οι μεταναστευτικές πολιτικές καταδεικνύουν αυτόν τον μετασχηματισμό ιδιαίτερα ξεκάθαρα: ο έλεγχος των συνόρων ανατίθεται σε έναν συνδυασμό κυβερνήσεων, υπερεθνικών οργανισμών/φορέων, συμφωνιών με τρίτα Κράτη, στρατιωτικών μηχανισμών, τεχνολογιών επιτήρησης και ιδιωτικών εταιρειών. Τα σύνορα δεν συμπίπτουν πλέον μόνο με μια γεωγραφική γραμμή, αλλά εκτείνονται κατά μήκος των διαδρομών, των κέντρων κράτησης, στις διοικητικές διαδικασίες, στους αλγορίθμους ταυτοποίησης και στις προϋποθέσεις πρόσβασης στα δικαιώματα.
Από την παγκοσμιοποίηση στον πόλεμο
Και το ζήτημα της ειρήνης αποκτά ένα διαφορετικό νόημα σήμερα. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η Γένοβα έλαβε χώρα πριν από την 11η σεπτεμβρίου. Το κίνημα κατήγγειλε την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, επέκρινε το ΝΑΤΟ, το εμπόριο όπλων και την αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση των διεθνών σχέσεων σε μια εποχή που η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση ακόμη φαινόταν να οργανώνεται κυρίως γύρω από την επέκταση των αγορών. Ωστόσο, γίνονταν ήδη κατανοητοί οι δεσμοί/οι σχέσεις μεταξύ πολέμων, φτώχειας, καταστροφής εδαφών και αναγκαστικών εκτοπίσεων/μετακινήσεων πληθυσμών. Η ελευθερία της μετακίνησης σήμαινε όχι μόνο την διεκδίκηση του δικαιώματος των μεταναστών να διασχίζουν τα σύνορα, αλλά και την αμφισβήτηση μιας παγκόσμιας τάξης που ανάγκαζε εκατομμύρια ανθρώπους να φεύγουν και στη συνέχεια τους ποινικοποιούσε επειδή το έκαναν.
Λίγους μήνες αργότερα, οι επιθέσεις της 11ης σεπτεμβρίου εγκαινίαζαν μια νέα ιστορική φάση. Ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» κατέστη το κυρίαρχο παράδειγμα της διεθνούς πολιτικής, επαναπροσδιορίζοντας βαθιά τις σχέσεις μεταξύ ασφάλειας, ελευθερίας, κοινωνικού ελέγχου και οικονομικής πολιτικής. Έκτοτε, έχουμε σταδιακά εισέλθει σε έναν καπιταλισμό που διασχίζεται ολοένα και περισσότερο από τον πόλεμο, στον οποίο η στρατιωτικοποίηση δεν αντιπροσωπεύει απλώς μια απάντηση στις κρίσεις, αλλά ένα δομικό στοιχείο των διαδικασιών συσσώρευσης και γεωπολιτικής αναδιοργάνωσης. Σε αυτό το νέο καθεστώς, η μορφή του μετανάστη επικαλύπτεται ολοένα και περισσότερο από εκείνες της απειλής, του λαθραίου και του πιθανού εσωτερικού εχθρού. Ο εξωτερικός πόλεμος και ο εσωτερικός έλεγχος των πληθυσμών αναπτύχθηκαν έτσι ως συμπληρωματικές διαστάσεις ενός ίδιου μετασχηματισμού. Σήμερα, με τον Τραμπ, έχουμε φτάσει να ορίζουμε/να χαρακτηρίζουμε «τρομοκράτη» όποιον αντιτίθεται στον φασισμό ή επιδιώκει μια μετριοπαθή σοσιαλδημοκρατική ατζέντα αναδιανομής εισοδήματος.
Η δύναμη της εγκάρσιας διάστασης/της οριζόντιας προσέγγισης
Η δύναμη του κινήματος της αντι-παγκοσμιοποίησης/εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης, ωστόσο, δεν συνίστατο μόνο στις επιμέρους αξιώσεις/ ή στις μεμονωμένες διεκδικήσεις. Ίσως το πιο καινοτόμο χαρακτηριστικό ήταν η προσπάθειά του να οικοδομήσει διατομεακότητα. Το Σιάτλ, η Πράγα, το Κεμπέκ, το Πόρτο Αλέγκρε και τέλος η Γένοβα ήταν εργαστήρια στα οποία συνδικάτα, αγροτικά κινήματα, φεμινιστικά δίκτυα, περιβαλλοντολόγοι, καθολικοί σύλλογοι, κοινωνικά κέντρα, ΜΚΟ, ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δίκτυα μεταναστών, συνεταιρισμοί και πολλές άλλες οντότητες επιδίωκαν να αναπτύξουν/επεξεργαστούν κοινές γλώσσες χωρίς να απαρνηθούν τις διαφορές τους. Το θεμελιώδες πολιτικό ερώτημα δεν ήταν πώς να εξαλειφθεί η ετερογένεια, αλλά πώς να διατηρηθεί ζωντανή μέσα σε μια κοινή πορεία-σε μια κοινή διαδρομή ή σε ένα κοινό πλαίσιο πορείας/συνεργασίας. Πώς να αρθρωθούν διαφορετικοί αγώνες δίχως να περιορίζονται σε μια ενιαία ταυτότητα. Πώς να οικοδομηθεί μια διαδικασία ανασύνθεσης ικανή να αυξήσει τη συλλογική δύναμη δίχως να σβήνει τις διαφορές/ δίχως να διαγράφονται οι διαφορές.
Πιθανότατα ακριβώς αυτή η αναζήτηση της εγκάρσιας διάστασης αντιπροσώπευε το πιο επικίνδυνο χαρακτηριστικό στα μάτια των κατεστημένων δυνάμεων. Μια κοινωνία που διασχίζεται από ξεχωριστές συγκρούσεις κυβερνάται πιο εύκολα. μια κοινωνία στην οποία διαφορετικά υποκείμενα αρχίζουν να αναγνωρίζουν τις αλληλεξαρτήσεις τους και να οικοδομούν κοινές πρακτικές ανοίγει αντιθέτως πολύ βαθύτερες δυνατότητες για μετασχηματισμό. Από αυτή την οπτική γωνία/σε αυτή την προοπτική, η καταστολή της Γένοβας δεν μπορεί να ερμηνευτεί αποκλειστικά, να διαβαστεί μόνο ως απάντηση στις συγκρούσεις στους δρόμους και τις πλατείες. Οι βιαιότητες της καταστολής της πλατείας που κορυφώθηκαν με τον θάνατο του Κάρλο Τζουλιάνι, το κοινωνικό σφαγείο στο σχολείο Ντίαζ και τα βασανιστήρια του Bolzaneto χτύπησαν την οργανωτική καρδιά αυτής της διαδικασίας ανασύνθεσης, προσπαθώντας να τη διακόψει μέσω του τραύματος, του φόβου και της ποινικοποίησης ολόκληρου του κινήματος. Λίγους μήνες αργότερα, η 11η σεπτεμβρίου εγκαινίασε ένα νέο ιστορικό καθεστώς. Ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» μεταμόρφωσε ριζικά το διεθνές πολιτικό τοπίο, περιορίζοντας τους χώρους για διαφωνία και μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους της παγκόσμιας πολιτικής από την υπόσχεση της παγκοσμιοποίησης στη μόνιμη διαχείριση της ασφάλειας. Σήμερα ζούμε πλήρως εντός αυτού του ορίζοντα: έναν κόσμο στον οποίο ο πόλεμος, ο επανεξοπλισμός, ο έλεγχος των συνόρων, η επιτήρηση και ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός δεν αποτελούν πλέον εξαιρετικές απαντήσεις στις κρίσεις, αλλά δομικά στοιχεία του σύγχρονου καπιταλισμού. Η ριζοσπαστικοποίηση αυτής της λογικής είναι πλέον εμφανής στην τάση να μετατρέπεται κάθε κοινωνική σύγκρουση σε ένα πρόβλημα δημόσιας τάξης ή ασφάλειας, σε σημείο που να εξισώνει, στη ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ και άλλων ηγετών της αυταρχικής δεξιάς, τον αντιφασισμό των δρόμων και ακόμη και τις μετριοπαθείς αναδιανεμητικές πολιτικές με απειλές για την κατεστημένη τάξη, ενώ ο πλούτος συνεχίζει να συγκεντρώνεται/να συγκεντροποιείται όπως ποτέ άλλοτε.
Τα ερωτήματα που παραμένουν
Πάνω από είκοσι χρόνια αργότερα, πολλά από τα ζητήματα που τέθηκαν τότε έχουν εισέλθει στο δημόσιο διάλογο, συχνά σε πολύ διαφορετικές μορφές από αυτές που οραματιζόταν το κίνημα. Άλλα παραμένουν ανοιχτά. Αλλά ίσως η πιο σημαντική κληρονομιά της Γένοβας δεν έγκειται στο ότι προέβλεψε/προέλαβε μεμονωμένες κρίσεις ή ξεχωριστές αξιώσεις. Έγκειται στο ότι έδειξε ότι φαινομενικά ξεχωριστά προβλήματα – η εργασία, το περιβάλλον, το χρέος, η μετανάστευση, η ειρήνη, τα κοινά αγαθά, η δημοκρατία και η κοινωνική αναπαραγωγή – μπορούν να θεωρηθούν ως μέρη του ίδιου όλου. Γενικότερα, ξαναδιαβάζοντας τη Γένοβα σήμερα, μου φαίνεται ότι τα μεγάλα αιτήματα του κινήματος ήταν βαθιά αλληλένδετα: η ελευθερία της κίνησης των ανθρώπων, η ελευθερία της αναπαραγωγής των κοινών αγαθών/dei commons από την εμπορευματοποίηση, η ελευθερία της εργασίας από την εκμετάλλευση και η ελευθερία των λαών από τον πόλεμο. Αλλά αυτή η ελευθερία δεν γινόταν κατανοητή απλώς ως απελευθέρωση από περιορισμούς, κυριαρχίες ή μορφές απαλλοτρίωσης. Ήταν επίσης ελευθερία να οικοδομεί κανείς κοινούς θεσμούς, να συνεργάζεται, να φροντίζει για την αναπαραγωγή της ζωής, να αποφασίζει συλλογικά για το μέλλον του και να πειραματίζεται νέες μορφές συνύπαρξης πέρα ​​από τη λογική του κέρδους και του πολέμου.
Όλες γεννιόντουσαν από την ίδια κριτική σε μια παγκόσμια τάξη που οργάνωνε την κινητικότητα, την πρόσβαση στους πόρους, την εργασία και την ασφάλεια σύμφωνα με τις ανάγκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Είναι αυτή η βαθιά συνοχή/συνέπεια, ακόμη περισσότερο από τις μεμονωμένες διεκδικήσεις, που αξίζει να ανακτήσουμε σήμερα.

media:

743817474_27568616456090657_5448763098522257438_n-1024×932.jpg

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...