22/01/2026 4:32 μμ.
Μια οπτική για την ιρανική εξέγερση και τα μαζικά κινήματα από το Slingers Collective, δημοσιευμένη στα αγγλικά στις 6/1/26. https://slingerscollective.net/a-legitimate-rage-and-a-real-fear-or-when-what-is-to-be-done-is-the-wrong-question/
Ταξική σύνθεση και προοπτική των διαδηλώσεων του Δεκεμβρίου 2025
1- Με την επιτάχυνση της κατάρρευσης του ριάλ και την πρωτοφανή αύξηση της τιμής του δολαρίου, αναπτύχθηκε ένα κύμα οικονομικού άγχους και οργής σε εμπόρους και μαγαζάτορες. Από τις 28 Δεκέμβρη του 2025, σε διάφορες αγορές στην πρωτεύουσα, από κεντρικούς δρόμους και παζάρια μέχρι τις αγορές σιδήρου και επίπλων, σημειώθηκαν κλεισίματα μαγαζιών και συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας από επαγγελματίες. Στο επίκεντρο των αιτημάτων τους ήταν η σταθεροποίηση των τιμών συναλλάγματος, ο έλεγχος του πληθωρισμού, η εξασφάλιση μιας οικονομικής προβλεψιμότητας και η αποτροπή των ζημιών από διακυμάνσεις της αγοράς.
Στις 7 Δεκέμβρη ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις στα εμπορικά κέντρα Aladdin και Charsou, δείχνοντας άμεσα ότι η μικροαστική τάξη της πόλης, μαζί με ένα αντιφατικό μίγμα ταξικών δυνάμεων υπαγμένο στον τίτλο «διαδηλώσεις των εμπόρων του παζαριού», είχε βγει στο προσκήνιο για να εκφράσει τη βαθιά οικονομική και πολιτική της δυσαρέσκεια.
Από τις πρώτες ακόμα στιγμές των διαδηλώσεων, εκείνο που αποκαλούνταν «διαδηλώσεις των εμπόρων του παζαριού» είχε μια αντιφατική εσωτερική σύνθεση. Τη συμμετοχή των χαμηλότερων στρωμάτων των μαγαζατόρων, από μόνη της σαφές δείγμα ότι δεν έχουμε μια ομοιογενή οντότητα που ονομάζεται «παζάρι», τη συνόδευε από την αρχή η παρουσία και άλλων ομάδων: δηλωμένων και αδήλωτων μισθωτών εργατών που είχαν οδηγηθεί στη διαμαρτυρία από τη συνεχώς μειούμενη αγοραστική τους δύναμη και την εργασιακή τους επισφάλεια· πλανόδιων πωλητών, αχθοφόρων και εργατών στον τομέα των υπηρεσιών που ζουν καθημερινά κάτω από το όριο της φτώχειας· και τμημάτων της ολιγάριθμης μεσαίας τάξης των εμπόρων που η οικονομική τους δυνατότητα έχει υπονομευτεί σοβαρά.
Έτσι, ο εντοπισμός της απαρχής των διαδηλώσεων στο παζάρι και τα μικροαστά της πόλης μπορεί να μοιάζει σωστός σε μια γρήγορη ματιά, απέχει όμως από την αλήθεια. Στην πραγματικότητα, πολλές φορές ακόμα και το κλείσιμο των μαγαζιών ήταν κάτι που επιβλήθηκε στα έμπορα, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις η συμμόρφωσή τους εξασφαλίστηκε με το σπάσιμο των βιτρίνων των μαγαζιών και με απειλές προς τα απεργοσπαστά.
Η λαχαναγορά της Τεχεράνης, που έγινε το πρωί της Πέμπτης 1 Γενάρη του 2026 τόπος διαδηλώσεων, είναι μία τέτοια αγορά. Με έκταση 270 εκταρίων, με πέρασμα περίπου 60.000 ανθρώπων και 20.000 οχημάτων καθημερινά, η ταξική της σύνθεση δεν είναι καθόλου ομοιογενής. Μαζί με τα έμπορα, τα εργατά και υπάλληλα που είναι παρόντα σε αυτή την αγορά, εδώ συρρέουν και άτομα που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν φρούτα στη λιανική, λόγω των χαμηλότερων τιμών των φρούτων και λαχανικών.
Αυτή τη στιγμή, για την εργατική τάξη, οι αγορές αποτελούν μια άμεση αναμέτρηση με την εμπορευματική αξία της εργατικής τους δύναμης, μια αξία που έχει καταληστευτεί όλο και περισσότερο με την κλιμάκωση της εκμετάλλευσης. Η αγορά είναι ένα άμεσο, χειροπιαστό μέτρο για να υπολογίσει και να δει κατάματα η εργατική τάξη τη δυστυχία της.
Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι οι δρόμοι και οι χώροι εμπορικής χρήσης, λόγω του μεγαλύτερου κοινωνικού ρόλου τους, αποτελούσαν κεντρικά σημεία διαμαρτυρίας και στην εξέγερση του Νοέμβρη του 2019, που έχει τη σφραγίδα της ανέχειας.
Μας εκπλήσσει η ταξική δυναμική αυτών των διαδηλώσεων; Εμάς, καθόλου. Η τωρινή κρίση της εργατικής τάξης είναι μια κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής και της επιβίωσης, που μπορούμε να την αποκαλέσουμε κρίση μισθών. Από μια ριζοσπαστική οπτική, ο αγώνας ενάντια στη συρρίκνωση του καλαθιού των ειδών επιβίωσης είναι ο αγώνας ενάντια στη μείωση της εμπορευματικής αξίας της εργατικής δύναμης, δηλαδή των μισθών. Με αυτό τον τρόπο, οι διαδηλώσεις ενάντια στα άλματα των τιμών και τον πληθωρισμό μεταμορφώνονται σε προλεταριακές διαδηλώσεις για τους μισθούς και θα έπρεπε εκ φύσης να ανοίγουν την προοπτική της αναίρεσης της εκμετάλλευσης της τάξης. Μια προοπτική που, με δεδομένο το σχετικό βάρος των υπαρχουσών πολιτικών δυνάμεων και την απουσία ενός οργανωμένου επαναστατικού ριζοσπαστικού χώρου, φαντάζει μακρινή και σκοτεινή.
Η αρχική ετερογένεια στη σύνθεση των διαδηλωτών που συμπτύχθηκε στη γενική ονομασία «έμποροι του παζαριού» δεν έμεινε απαράλλαχτη με την επέκταση της γεωγραφίας των διαδηλώσεων· αντίθετα, σύγκλινε προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Με την εξάπλωση των διαδηλώσεων από το κέντρο της Τεχεράνης προς άλλες πόλεις και κοινωνικούς χώρους, η εκπροσώπηση των φτωχών στρωμάτων της πόλης, των ανέργων και του πρεκαριάτου αυξανόταν και η αρχική αντιφατική σύνθεση γινόταν σταδιακά πιο ομοιογενής με πιο ξεκάθαρη αφετηρία· συγκεκριμένα, προλεταριακή. Υπό αυτή την έννοια, εκείνο που φαινόταν αρχικά σαν διαμαρτυρία «των μικροαστών της πόλης» ή «των εμπόρων του παζαριού» φανέρωσε πιο καθαρά την ταξική του φύση στη διαδικασία της εξάπλωσης, υπερβαίνοντας την αρχική περιορισμένη παρουσίασή του. Η πραγματικότητα είναι ότι στο αρχικό σκηνικό των διαδηλώσεων συμμετείχαν πολλές ταξικές ταυτότητες, έχοντας η κάθε μία μια δυνατότητα ανεξάρτητου προσανατολισμού. Αυτή η πολλαπλότητα, από την αρχή, έδινε στις διαδηλώσεις διαφορετικές, ακόμα και αντικρουόμενες δυνατότητες. Με τη γεωγραφική επέκταση της διαμαρτυρίας, οι ταξικές αφετηρίες των διαδηλώσεων έγιναν πιο ξεκάθαρες. Οι διαδηλώσεις είχαν τις ρίζες τους στα φτωχά αστικά στρώματα, στις άνεργες, στο πρεκαριάτο και σε συγκεκριμένα κομμάτια του προλεταριάτου. Δεν ήταν σίγουρο ότι περιλάμβαναν ολόκληρη την εργατική τάξη, ειδικά εκείνα τα τμήματά της που έχουν μεγαλύτερη σταθερότητα. Ταυτόχρονα, έγινε εμφανές το επίπεδο οργάνωσης κάποιων πολιτικών δυνάμεων – και όχι των ίδιων των διαδηλωτριών. Αυτό έδειχνε πως οι βασικοί οργανωμένοι παράγοντες δεν ήταν ούτε η μικροαστική τάξη της πόλης, παρά τις εσωτερικές της αντιφάσεις, ούτε ακόμα και οι διαδηλώτριες. Αντ’ αυτών, κάποιες ομαδοποιήσεις του κεφαλαίου στο Ιράν ήταν εκείνες που είχαν την ετοιμότητα να προβάλουν τις δικές τους προοπτικές αναπαραγωγής και ανανέωσης στις διαδηλώσεις και να τις προωθήσουν. Έτσι, από μόνη της η ταξική δυναμική των διαδηλώσεων του Δεκέμβρη του 2025 δε μας λέει τίποτα για την ταξική και πολιτική προοπτική που έχουν μπροστά τους οι διαδηλώτριες· αντιθέτως, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, αποκαλύπτει μια ολέθρια αντίφαση ανάμεσα στην ταξική αφετηρία των διαδηλωτριών και τον πολιτικό τους προσανατολισμό.
Μέσα σε όλα αυτά, υπήρξε και μια απατηλή ελπίδα, που αναπαραγόταν κυρίως από αποσυνδεμένους από την ταξική ανάλυση αριστερούς. Αυτή η οπτική θεωρούσε τον προσανατολισμό των διαδηλώσεων όχι σαν αποτέλεσμα συνειδητής οργάνωσης και σχεδιασμού αλλά σαν παράγωγο της οριζόντιας κίνησης των δυνάμεων και μιας υποτιθέμενης ισορροπίας μεταξύ των αντιφάσεων. Στη βάση αυτή, πιστευόταν πως η επακόλουθη επέκταση των διαδηλώσεων στους φτωχούς της πόλης, τους περιθωριοποιημένους και την κατώτερη τάξη, όπως και η μεταφορά της γεωγραφίας των διαδηλώσεων σε μικρότερες πόλεις, σε κάτι που μπορεί να περιγραφτεί σαν γεωγραφία της φτώχειας, θα οδηγούσε αυτόματα τους «δυνητικούς ανεξάρτητους προσανατολισμούς» σε μια προοδευτική κατεύθυνση. Λες και ο πολιτικός προσανατολισμός του κινήματος αποτελούσε άμεση συνάρτηση της γεωγραφικής του μετατόπισης.
Με αυτή την προοπτική, ισχυροποιήθηκε η πεποίθηση ότι η πολλαπλότητα των δυνάμεων και των αιτημάτων μπορούσε να διατηρηθεί χωρίς εντάσεις και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις και αντιφάσεις μεταξύ αντιπάλων μπορούσαν να περιμένουν ως το ασαφές «μεταανατρεπτικό» μέλλον. Λες και το ζήτημα του πολιτικού προσανατολισμού δεν είναι θέμα του παρόντος των διαδηλώσεων αλλά κάτι που μπορεί να μετατεθεί χρονικά σε ένα άγνωστο μέλλον.
Παρ’ όλα αυτά, ο προσανατολισμός των διαδηλώσεων δεν επιδέχεται αναβολή, ούτε είναι αυθόρμητος, ούτε άμεση συνάρτηση των γεωγραφικών μετατοπίσεων. Κανένα κοινωνικό κίνημα, ακόμα και αν στηρίζεται στις πλάτες των φτωχών της πόλης και των εργατών, δεν αποκτά προοδευτική ή χειραφετητική προοπτική μέσω προκαθορισμού· ο πολιτικός προσανατολισμός απαιτεί συνειδητή, οργανωμένη και μεσολαβητική παρέμβαση.
Εδώ πρέπει να μιλήσουμε ειλικρινά για την απουσία των βασικών πολιτικών μεσολαβήσεων, δηλαδή των οργανωμένων και μαχητικών επαναστατών ριζοσπαστών και των ταξικών αγώνων των συνδικάτων. Στον τωρινό συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων, αυτές οι δυνάμεις δεν έχουν καμιά ουσιαστική παρουσία σαν οργανώτριες, φορείς προγράμματος ή ηγετικοί παράγοντες. Έτσι, όχι μόνο δεν μπορούμε να βρούμε καμία οργανωμένη ριζοσπαστική παρουσία, αλλά έχουμε μπροστά μας την οργανωμένη απουσία του επαναστατικού ριζοσπαστικού χώρου. Είναι σαν όλα αυτά τα χρόνια, ιδίως μετά το χαστούκι που έδωσε σε όλα μας η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2017, ο επαναστατικός ριζοσπαστικός χώρος να απασχολείται κυρίως με την οργάνωση της απουσίας του. Το συνειδητό πάγωμα του θέματος του προσανατολισμού και η εγκατάλειψη της εργατικής τάξης σε μια κατάσταση χωρίς προοπτική είχε, φυσικά, συγκεκριμένες προϋποθέσεις και συνέπειες, τις οποίες αυτό το κομμάτι των κινημάτων έχει αποδεχτεί και έχει αναπαράξει: από τη μια, την εξάρτηση από εικονικές συμμαχίες με δυνάμεις που δεν έχουν πραγματική οργάνωση· από την άλλη, τη δημιουργία μιας ψευδαίσθησης δημοκρατίας για την επαναστατική διαδικασία και την προώθηση μιας λογικής «όλοι μαζί» που συσπειρώνει ένα φάσμα από την αριστερά και το ριζοσπαστικό χώρο ως την ακροδεξιά γύρω από μια θολή προοπτική. Εντός αυτού του πλαισίου, η αφηρημένη εξίσωση των έμφυλων-σεξουαλικών και εθνικών καταπιέσεων με τον ταξικό ανταγωνισμό χωρίς έκφραση της υλικής και ιστορικής τους σύνδεσης με τις σχέσεις παραγωγής και αναπαραγωγής του κεφαλαίου οδήγησαν στην απώλεια της αναλυτικής και πολιτικής σημασίας του ταξικού ανταγωνισμού και στον ουσιαστικό παραγκωνισμό του. (Το θέμα δεν είναι η άρνηση ή υποτίμηση αυτών των καταπιέσεων ή η προτεραιοποίησή τους, αλλά η απουσία του πολιτικού λόγου που θα μπορούσε να εντάξει τους αγώνες ενάντια στις έμφυλες-σεξουαλικές και εθνικές καταπιέσεις σαν απαραίτητα και εγγενή στοιχεία της ταξικής πάλης και όχι σαν αφηρημένες εναλλακτικές της, ούτε σαν ισοδύναμα.)
Αυτή η τάση ενισχύθηκε επίσης από τη συνειδητή αποφυγή της κατακόρυφης οργάνωσης και την υποταγή σε διάφορες οριζοντιακές συγκεντρώσεις και από την προώθηση της ιδέας των αυθόρμητων μετασχηματισμών, που ήταν στην πραγματικότητα η θεωρητική διατύπωση του οργανωτικού κενού και η δικαιολογία για τη μη ενασχόληση με την οργάνωση, γεγονός που ενίσχυσε το υπάρχον πολιτικό αδιέξοδο. Στο μεταξύ, οι δυνάμεις που τώρα γιορτάζουν για το στρώσιμο του δρόμου προς το φασισμό έκαναν τη δουλειά που τους παραχώρησαν ευγενικά τα κινήματα. Σαν αποτέλεσμα, το πεδίο έχει παραδοθεί, τουλάχιστον προς το παρόν, σε δυνάμεις που επιζητούν να προσδέσουν την προοπτική των διαδηλώσεων σε σχέδια ανανέωσης του κεφαλαίου και αναπαραγωγής της κυρίαρχης τάξης. Αυτό είχε ένα αιματηρό τίμημα, που το πληρώνει τώρα η εργατική τάξη και τα φτωχά στρώματα της πόλης. Εδώ, η ανανέωση του καπιταλισμού δε σημαίνει ότι οι καπιταλιστικές τάσεις εντός του καθεστώτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας έχουν διακοπεί και ξαναρχίζουν τώρα από ανατρεπτικές δεξιές ομαδοποιήσεις. Αντίθετα, αναφέρεται στην εντατικοποίηση των εσωτερικών κρίσεων εντός μιας καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων σε σημείο που καθίσταται απαραίτητη μια αλλαγή πολιτικού καθεστώτος για να απομακρυνθούν τα εμπόδια στην ανάπτυξη και την εξάπλωσή της.
***
Αυτό που αντιμετωπίζουμε είναι η αναγκαιότητα να φύγουμε από την ανάλυση των καταστάσεων και την ανάγνωση των διαδηλώσεων και να περάσουμε στη διατύπωση μιας πολιτικής γραμμής και στην προετοιμασία ενός προγράμματος δράσης. Οι αναλύσεις χωρίς τέλος, όταν δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν την περιγραφή και να καταλήξουν σε πολιτικές αποφάσεις, γίνονται και οι ίδιες μια μορφή αναβολής και παθητικότητας. Ταυτόχρονα, πρέπει να δηλώσουμε ρητά ότι τα καλέσματα για «παρέμβαση» που δεν αποσαφηνίζουν τις υλικές δυνατότητες, το συσχετισμό δυνάμεων και τις πρακτικές τους μεσολαβήσεις αποτελούν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, κενές νοήματος ηθικές επικλήσεις. Στην πιο επικίνδυνη μορφή τους, όταν συνδυάζονται με την αφελή αισιοδοξία για αυτοπροσανατολισμό των διαδηλώσεων, ενθαρρύνουν ουσιαστικά τη διάλυση και ενσωμάτωση στην κυρίαρχη δυναμική και το ρόλο του πιονιού στην υπηρεσία φασιστικών ανατρεπτικών σχεδίων. Με βάση αυτά, υπάρχουν κάποια βασικά σημεία που πρέπει να διατυπωθούν ρητά και χωρίς υπεκφυγές:
1- Η οργή των μαζών είναι δίκαιη· παρ’ όλα αυτά η απειλή της ανόδου των φασιστών είναι χειροπιαστή και άμεση. Η οργή που πηγάζει από την κατάρρευση της δυνατότητας επιβίωσης, την κρίση των μισθών, την εργασιακή αστάθεια και την αδυναμία αναπαραγωγής της προσωπικής και κοινωνικής ζωής των μαζών είναι η πραγματική, υλική οργή της εργατικής τάξης και των φτωχών στρωμάτων της πόλης. Την ίδια στιγμή, όμως, πρέπει να τονιστεί ότι ο φόβος για την άνοδο του φασισμού και των εγχειρημάτων καπιταλιστικής ανανέωσης είναι πραγματικός. Ο διαχωρισμός των διαδηλώσεων του Δεκέμβρη του 2025 από τις εξεγέρσεις του Δεκέμβρη του 2017 και του Νοέμβρη του 2019 βρίσκεται ακριβώς σε αυτό: η απροσδιοριστία εκείνων των εξεγέρσεων, που έφερε δυνατότητες οργανωμένης πολιτικής παρέμβασης για τη δημιουργία μιας προοπτικής και την υπόδειξη μιας κατεύθυνσης, έπεσε θύμα, λόγω της απουσίας του επαναστατικού ριζοσπαστικού χώρου, διάφορων ομαδοποιήσεων που υπερασπίζονται το κεφάλαιο· και εκείνη η προοπτική και κατεύθυνση διαμορφώθηκε αδιαμφισβήτητα προς μια τροχιά ανόδου του φασισμού, έτσι που μπορούμε τώρα να παρατηρήσουμε σαφείς ενδείξεις μιας ανάδυσης των φασιστών μέσα από τις διαδηλώσεις. Αγνοώντας αυτή την πραγματικότητα, παραχωρούμε ακόμα περισσότερο το πεδίο σε δυνάμεις που επιζητούν να διοχετεύσουν τη δίκαιη οργή των μαζών στην υπηρεσία της αναπαραγωγής της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων με νέες μορφές, κυρίως με τη μορφή μιας μοναρχικής τάξης.
Μαζί με τη θετική απροσδιοριστία των εξεγέρσεων του Δεκέμβρη του 2017 και του Νοέμβρη του 2019, πρέπει να προσέξουμε και ότι εκείνη η περίοδος συνέπεσε με την απροετοιμασία του «φασιστικού» ρεύματος για αποτελεσματική οργάνωση και παρέμβαση με το δικό του τρόπο στην κατάσταση. Με άλλα λόγια, παρόλο που εκείνες τις στιγμές η απουσία ενός οργανωμένου επαναστατικού ριζοσπαστικού χώρου εμπόδισε την άρθρωση μιας προοδευτικής προοπτικής, το φασιστικό ρεύμα γύρω από το Reza Pahlavi δεν είχε ούτε εκείνο την απαιτούμενη ιδεολογική συνοχή, την κοινωνική δικτύωση και την ηγεμονική ικανότητα για να οικειοποιηθεί ενεργά τις διαμαρτυρίες. Για να εξετάσουμε τη διαφορά των διαδηλώσεων του Δεκέμβρη του 2025 από τις εξεγέρσεις του Δεκέμβρη του 2017 και του Νοέμβρη του 2019, πρέπει να μιλήσουμε για τις διαφορές στο κοινωνικό και πολιτικό τους υπόβαθρο. Ένα βασικό στοιχείο του Δεκέμβρη του 2017 ήταν η ιδεολογική απομόνωση της μεσαίας τάξης μετά την απογοήτευσή της από την εκλογή του Hassan Rouhani. Τάξης που, μετά την καταστολή [του Πράσινου Κινήματος] του 2009, είχε εναποθέσει τις ελπίδες της σε μια φράξια εντός του καθεστώτος για να πετύχει οικονομικά και πολιτικά ανοίγματα μέσω της εναρμόνισης και ενσωμάτωσης στο δυτικό κεφάλαιο. Η ελπίδα αυτή δεν άργησε να καταρρεύσει, εξασθενίζοντας την προοπτική της «σταδιακής αλλαγής» που πρέσβευε η μεσαία τάξη και συνδέοντας τον προσανατολισμό της για ενσωμάτωση στο δυτικό κεφάλαιο με το ρεύμα της «ανατροπής». Στην περίοδο εκείνη, είδαμε μια αύξηση των εργατικών αγώνων ειδικά στο Haft Tapeh και την Ahvaz Steel που, παρ’ ό,τι περιορισμένοι, επέβαλαν στοιχεία ταξικής πολιτικής στη δημόσια σφαίρα, αποδυναμώνοντας κι άλλο το μοντέλο αλλαγής της μεσαίας τάξης και απηχώντας σε άλλα τμήματα της κοινωνίας και της εργατικής τάξης.
Σήμερα αντιμετωπίζουμε μια ποιοτικά διαφορετική κατάσταση, στην οποία η ιδεολογία της μεσαίας τάξης, αναγεννημένη στην εξέγερση «γυναίκα, ζωή, ελευθερία», έχει αποκτήσει πιο ηγεμονικό ρόλο και πλέον εξυπηρετεί χωρίς περιστροφές δεξιές και αυταρχικές προοπτικές. Ο δημόσιος λόγος της προσδένει όλο και πιο σφιχτά την προοπτική της ανατροπής που υποστηρίζει σε ένα φιλοδυτικό σχέδιο και, πρακτικά, έχει εμπλουτίσει το απαιτούμενο ιδεολογικό έδαφος για την ανάδυση των φασιστικών τάσεων μέσα από τις τωρινές διαμαρτυρίες. Το σύνολο αυτών των μετασχηματισμών εξηγεί γιατί οι διαδηλώσεις του Δεκέμβρη του 2025, σε αντίθεση με τις εξεγέρσεις του Δεκέμβρη του 2017 και του Νοέμβρη του 2019, διαμορφώθηκαν όχι μόνο σε μια κατάσταση πολιτικής απροσδιοριστίας αλλά και σε συνθήκες όπου η φασιστική δεξιά έχει στη διάθεσή της συσσωρευμένη εμπειρία, ιδεολογία και οργάνωση που της επιτρέπουν να μπει στο πεδίο δράσης δυναμικά για να οικειοποιηθεί την προοπτική των διαδηλώσεων.
2- Αρχικά, υπήρχε η πεποίθηση ότι οι ενδείξεις της ετοιμότητας του κεντροφασισμού να κατευθύνει τις τωρινές διαδηλώσεις μπορεί να εμπόδιζαν την επέκτασή τους στις περιοχές της περιφέρειας. Αυτή η πεποίθηση βασιζόταν στην υπόθεση ότι η άνοδος του κεντροφασισμού που έγινε πρόσφατα ορατή μέσα από συγκεκριμένα συνθήματα και πολιτικούς ελιγμούς δεν έχει τη δυνατότητα να ηγεμονεύσει στην περιφέρεια λόγω βαθιών ιστορικών και κοινωνικών ρήξεων, ειδικά της βιωμένης εμπειρίας και της σαφούς γνώσης της εθνοτικής καταπίεσης από τις μάζες. Με άλλα λόγια, η ένταση και η πραγματικότητα της εθνοτικής καταπίεσης σε αυτές τις περιοχές θα αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο στην άμεση σύνδεση των μαζών με τον κεντροφασισμό.
Παρ’ όλα αυτά, τα σημάδια δείχνουν ότι η εξάπλωση των διαδηλώσεων σε αυτές τις περιοχές είναι όχι μόνο πιθανή αλλά έχει ήδη συμβεί. Το ζήτημα, όμως, είναι ότι η αδυναμία του κεντροφασισμού να πάρει την ηγεμονία στην περιφέρεια δε σημαίνει και ανοσία σε αντιδραστικούς προσανατολισμούς. Σε συνθήκες σοβαρής αδυναμίας ή απουσίας της επαναστατικής ριζοσπαστικής οργάνωσης σε αυτές τις περιοχές, το κενό του πολιτικού προσανατολισμού μπορεί να οδηγήσει στην αναπαραγωγή τοπικών και περιφερειακών μορφών αντίδρασης· μορφών που βασίζονται σε πραγματικές καταπιέσεις και στη βιωμένη εμπειρία των εθνοτικών διακρίσεων μα τελικά, αντιστρέφοντας τη λογική του προβλήματος, χρησιμεύουν για τη σταθεροποίηση και την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων αντί για την εξουδετέρωσή τους. Ακριβέστερα, το ζήτημα δεν είναι η «διείσδυση του κεντροφασισμού» στην περιφέρεια, αλλά η δυνατότητα εμφάνισης αντιδραστικών εναλλακτικών που θα αυτοπαρουσιάζονται σαν απαντήσεις στην εθνοτική καταπίεση. Στις περιοχές αυτές, η ιστορική εμπειρία της καταστολής, των διακρίσεων και της εθνικής άρνησης είναι όντως εμπόδιο στην ηγεμονία του φασιστικού κέντρου· όμως αυτή η ίδια πραγματικότητα, ελλείψει ενός ταξικού λόγου και κάποιας επαναστατικής ριζοσπαστικής οργάνωσης, μπορεί να γίνει σημείο αφετηρίας αντιδραστικών πολιτικών που αποσυνδέουν την εθνοτική καταπίεση από την υλική της βάση στις καπιταλιστικές σχέσεις και την υποβιβάζουν σε μια ταυτοτιστική, εξουσιαστική προοπτική που εναρμονίζεται τελικά με την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Από αυτή την οπτική, ο κίνδυνος που ελλοχεύει είναι η ενίσχυση τάσεων της περιφέρειας που, βασιζόμενες σε πραγματικά τραύματα, εμποδίζουν το δρόμο για τη χειραφέτηση και εξαφανίζουν τη δυνατότητα για σύνδεση του αγώνα κατά της εθνοτικής καταπίεσης με τον ταξικό αγώνα.
3- Η επαναστατική οργάνωση πρέπει να είναι ανάλογη της προετοιμασίας του κεφαλαίου για επίθεση στην εργατική τάξη. Η επαναστατική οργάνωση δεν είναι προαιρετική επιλογή ή θεωρητική προτίμηση αλλά απαραίτητη απάντηση στο επίπεδο της οργανωμένης επίθεσης του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο προετοιμάζεται εδώ και αρκετό καιρό: από τη συστηματική προπαγάνδα κατά της ταξικής πάλης και της ιδέας του κομμουνισμού ως την προώθηση νεοφιλελεύθερων και φασιστικών μοντέλων όπως του Javier Milei στη δημόσια σφαίρα του Ιράν· από την εξατομίκευση των αιτιών της φτώχειας και της ανεργίας ως τη νομιμοποίηση της εξάλειψης των κοινωνικών στηριγμάτων, της ταξικής καταστολής, των ξέφρενων ιδιωτικοποιήσεων και πάνω απ’ όλα της διάχυτης ανόδου της επισφάλειας στους χώρους εργασίας αλλά και ζωής, που δρα σαν δομικό εμπόδιο στην οργάνωση της εργατικής τάξης και των φτωχών της πόλης στην εργασία και στο χώρο κατοικίας τους. Η αντιμετώπιση αυτής της επίθεσης χωρίς συνειδητή και επαναστατική οργάνωση σημαίνει βέβαιη υποχώρηση. Ο στόχος της οργάνωσης αυτής πρέπει να είναι η διαμόρφωση μιας πλατιάς και μαχητικής κοινωνικής αντίστασης που θα στοχεύει άμεσα τους μηχανισμούς εκμετάλλευσης, λεηλάτησης και αναπαραγωγής του κεφαλαίου.
4- Η άμεση κοινωνική αντίσταση δε σχηματίζεται αυθόρμητα και απαιτεί συγκεκριμένες μεσολαβήσεις. Η κοινωνική αντίσταση δεν αποτελεί αυθόρμητο προϊόν της οργής αλλά είναι το αποτέλεσμα οργάνωσης και ταξικής-πολιτικής μεσολάβησης. Μία τέτοια μεσολάβηση είναι ο αγώνας των συνδικάτων· ένας αγώνας που, αν παραμείνει απλώς συνδικαλιστικός, είναι εύκολο να περιοριστεί, μα αν αναχθεί σε ταξικό αγώνα μπορεί να γίνει η ραχοκοκαλιά της κοινωνικής αντίστασης. Άλλη μία μεσολάβηση είναι η οργάνωση των φτωχών αστικών στρωμάτων, των ανέργων και των πρεκάριων σε επιτροπές, μυστικούς πυρήνες και άλλες ανοιχτές ή σχετικά κρυφές οργανωτικές μορφές. Μορφές οργάνωσης που μπορεί να προκύψουν στα πλαίσια των εξεγέρσεων και των μαζικών διαδηλώσεων αλλά δεν περιορίζονται σε εκείνες τις στιγμές και πρέπει να διατηρούνται στο χρόνο σαν δομές αντίστασης.
Χωρίς μια τέτοια πολιτική γραμμή και χωρίς πρακτική προετοιμασία για οργάνωση, η δίκαιη οργή των μαζών όχι μόνο δεν οδηγεί σε τίποτα χειραφετητικό αλλά μπορεί επίσης εύκολα να αποτελέσει την πρώτη ύλη για σχέδια των οποίων η προοπτική δεν είναι τίποτε άλλο από την ανανέωση του κεφαλαίου και το στρώσιμο του δρόμου για το φασισμό.
Άμεσα καθήκοντα
Από το Δεκέμβρη του 2017, η ερώτηση «Τι να κάνουμε;» βρίσκεται σταθερά μπροστά μας χωρίς εμείς ουσιαστικά να φτάσουμε σε απαντήσεις αντίστοιχες της βαρύτητάς της. Αυτή τη φορά, χωρίς να τα παρατήσουμε και να παραδοθούμε στην ήττα, πρέπει να πάμε την ερώτηση ένα βήμα πίσω και να ρωτήσουμε: «Τι έπρεπε να είχαμε κάνει;» Μόνο μέσα από την κριτική επισκόπηση του ιστορικού των κινήσεών μας μπορούμε να αναζητήσουμε πραγματικές δυνατότητες για το μέλλον. Σε αυτή τη βάση, πιστεύουμε ότι αυτή τη δεδομένη στιγμή έχουμε μπροστά μας ένα σύνολο άμεσων καθηκόντων· καθηκόντων που απηχούν τη δουλειά που δεν έχουμε κάνει και των οποίων η αναγκαιότητα σήμερα επιβάλλεται περισσότερο από ποτέ. Καθηκόντων που μπορούν να διατυπωθούν με τη μορφή ελάχιστων δυνατών παρεμβάσεων στον υπάρχοντα συσχετισμό δυνάμεων. Σε τέσσερα ταυτόχρονα αλλά διακριτά επίπεδα, τα καθήκοντα αυτά είναι: πολιτικά-θεωρητικά, οργανωτικά, πρακτικά-πεδίου και καθήκοντα που σχετίζονται με τις τωρινές διαδηλώσεις.
1- Επανοικειοποίηση της πολιτικής προοπτικής των διαδηλώσεων από τα φασιστικά και φιλοκαπιταλιστικά ρεύματα
Πάνω απ’ όλα, πρέπει να αποδομήσουμε και να διαλύσουμε το διαδεδομένο μύθο ότι η ηγεμονία της δεξιάς μπορεί να σπάσει απλώς με την παραγωγή αντιφασιστικών λόγων. Στα δεξιά ρεύματα αυτό που έχουμε απέναντι δεν είναι απλή ιδεολογία ώστε να την αντιμετωπίσουμε με ιδεολογική αντιπαράθεση, διάλογο και δημοκρατικές ψευδαισθήσεις όπως «ας τους αφήσουμε προς το παρόν γιατί εκπροσωπούν ένα μέρος της κοινωνίας». Αντίθετα, έχουμε απέναντί μας εγχειρήματα πεδίου με συγκεκριμένο στόχο και οργάνωση που αποσκοπούν να τραβήξουν την πολιτική και την κοινωνία προς τα πίσω, ο πόλεμος κατά των οποίων δεν νικιέται ποτέ απλώς στα μέσα επικοινωνίας ή μέσω της αντιπαράθεσης στο επίπεδο του λόγου. Η αντιμετώπιση αυτού του οργανωμένου ρεύματος είναι αποτελεσματική μόνο όταν είναι συνδεδεμένη με πρακτική και επιτόπια οργάνωση. Δηλαδή, όπως έχει προαναφερθεί, πρέπει να διαμορφωθεί μια πλατιά, μαχητική και παρούσα στο πεδίο των γεγονότων «κοινωνική αντίσταση» ενάντια στο δεξιό ρεύμα. Η οργή για τις αυξήσεις των τιμών, τον πληθωρισμό και την καταρρέουσα αγοραστική δύναμη πρέπει να συνδεθεί με το συνειδητό αγώνα ενάντια στην υποτίμηση της εργατικής δύναμης, την εξάλειψη των συστημάτων συμβάσεων και την άρση άλλων μηχανισμών εκμετάλλευσης και πλιατσικολόγησης όπως οι ιδιωτικοποιήσεις, των μηχανισμών που προκαλούν ακριβώς αυτή την οικονομική και κοινωνική μιζέρια. Αυτό γίνεται τονίζοντας το γεγονός ότι το ζήτημα δεν είναι η απλή κακοδιαχείριση ή η διαφθορά και ότι μια αλλαγή του πολιτικού καθεστώτος που θα αφήνει ανέγγιχτους τους θεμελιακούς μηχανισμούς της συσσώρευσης του κεφαλαίου και της εκμετάλλευσης δεν πρόκειται να το λύσει ποτέ. Ότι αντίθετα, η λογική της συσσώρευσης κεφαλαίου είναι αυτή που, αν αφεθεί ως έχει, θα παράξει αναπόδραστα το αντίστοιχο πολιτικό καθεστώς. Ακριβέστερα, ένα πρακτικό εγχείρημα πρέπει να αντιμετωπίζεται με ένα πρακτικό εγχείρημα και συνεπώς το ζήτημα δεν είναι καθόλου μια απλή ιδεολογική αντιπαράθεση και διένεξη στα μέσα επικοινωνίας.
2- Δημιουργία και ενίσχυση μεσολαβήσεων, πυρήνων και συνδικαλιστικών/ταξικών αγώνων για την οργάνωση της κοινωνικής αντίστασης
Στην παρούσα κατάσταση, ο επαναστατικός ριζοσπαστικός χώρος δεν έχει άμεση απεύθυνση στις μάζες – και η οργανική, συνεχής σύνδεση μαζί τους είναι αδύνατη για τις δυνάμεις του επαναστατικού ριζοσπαστικού χώρου για μια σειρά λόγων. Έτσι, η δημιουργία κοινωνικής αντίστασης είναι εφικτή μόνο διαμέσου μεσολαβήσεων. Οι μεσολαβήσεις αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν οργανωμένους πυρήνες και επιτροπές, συνδικαλιστικούς αγώνες και άτυπες τοπικές ομαδοποιήσεις που μπορούν να μετατρέπουν τη γλώσσα των διαδηλώσεων σε απτή και αποτελεσματική πολιτική δράση ενώ θέτουν την καθημερινή επιβίωση, τους μισθούς, την ανεργία, την επισφάλεια και τις καταπιέσεις έμφυλου-σεξουαλικού και εθνοτικού περιεχομένου σαν άξονες της δράσης της εργατικής τάξης. Σε συνθήκες απουσίας οργάνωσης σε όλη τη χώρα, οι υπάρχοντες συνδικαλιστικοί αγώνες, κι ας είναι διάσπαρτοι και περιορισμένοι, είναι κάποια από τα ελάχιστα πραγματικά σημεία άσκησης πίεσης. Το άμεσο καθήκον του επαναστατικού ριζοσπαστικού χώρου είναι να ανεβάσει τους αγώνες αυτούς στο ταξικό επίπεδο: συνδέοντας τα συνδικαλιστικά αιτήματα με τον αγώνα κατά των σχέσεων εκμετάλλευσης, δημιουργώντας συνδέσμους μεταξύ διαφόρων τμημάτων της εργασίας και εμποδίζοντας την απομόνωση οποιασδήποτε συνδικαλιστικής διαμαρτυρίας. Ταυτοχρόνως, πρέπει να προειδοποιήσουμε ότι αυτοί οι αγώνες διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο εάν οι υπάρχουσες ριζοσπαστικές τάσεις δεν καταφέρουν να παρέμβουν με οργανωμένο τρόπο και να τους ανεβάσουν από το επίπεδο των συνδικαλιστικών αιτημάτων σε εκείνο της ταξικής πολιτικής. Υπό αυτές τις συνθήκες, κινδυνεύουν από τη διείσδυση δεξιών και φασιστών και τον αντίστοιχο προσανατολισμό, κι έτσι μπορεί, χωρίς να το καταλάβουν, να μετατραπούν στην «εργατική και συνδικαλιστική πτέρυγα» δεξιών και φασιστικών εγχειρημάτων.
Ταυτόχρονα, η οργάνωση των φτωχών της πόλης, των ανέργων και του πρεκαριάτου σε μικρούς, μυστικούς πυρήνες και επιτροπές σε γειτονιές, χώρους εργασίας και κοινούς χώρους διαβίωσης είναι η ελάχιστη αλλά η πιο σημαντική μορφή οργάνωσης. Παρόλο που σε στιγμές μαζικών εξεγέρσεων και διαδηλώσεων, με προσωρινά ανοίγματα και εντατικοποιημένη συλλογική δράση, αυξάνεται η πιθανότητα σχηματισμού αυτών των δομών, η λειτουργία τους δεν περιορίζεται σε εκείνες τις στιγμές των διαδηλώσεων· αντίθετα, η συντήρηση της κοινωνικής αντίστασης, η αποτροπή της απώλειας των δυνάμεων και η συσσώρευση εμπειρίας και ταξικών δεσμών είναι πρακτικά αδύνατη χωρίς δομές όπως αυτές.
3- Επιστροφή σε παραγκωνισμένα και αορατοποιημένα προγραμματικά στοιχεία
Ένα μέρος της τρέχουσας κατάστασης δεν είναι απλό αποτέλεσμα της εξωτερικής καταστολής ή της αντικειμενικής αδυναμίας στο συσχετισμό δυνάμεων, αλλά συνέπεια της συνειδητής αναβολής προγραμματικών στοιχείων που λειτουργούν σαν συνδέσεις της ταξικής πολιτικής μα που δεν έγιναν ποτέ αντικείμενο δημόσιας συζήτησης, οργάνωσης και προγραμμάτων δράσης. Ένα ξεκάθαρο παράδειγμα είναι η παραγωγή κειμένων που θα μπορούσαν να είχαν γίνει εργαλεία εξήγησης της κατάστασης, πολιτικής πόλωσης και προσανατολισμού του αγώνα, αλλά παρέμειναν στο επίπεδο της θεωρητικής παραγωγής και δεν εισήλθαν στο πεδίο της κοινωνίας. Αυτή η αναβολή, με τη γενική έννοια, αποτελεί παράγωγο τάσεων που κυριαρχούν στον επαναστατικό ριζοσπαστικό χώρο οι οποίες αποφεύγουν την προτεραιοποίηση της τάξης, την πόλωση και τη λήψη πολιτικών αποφάσεων· και, σε πιο συγκεκριμένο επίπεδο, προέρχεται από την έλλειψη προγραμματισμού, την αμέλεια, την αδράνεια και την έλλειψη μιας οργανωτικής προσέγγισης τέτοιων κειμένων. Κειμένων που θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει στην προσπάθεια επίτευξης των οργανωτικών τους συμπερασμάτων μέσω άμεσης και στοχευμένης προώθησης και προπαγάνδας. Εμείς, ο επαναστατικός ριζοσπαστικός χώρος γενικά αλλά και κάθε οργάνωση στη συγκεκριμένη της μορφή, πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη για την κατάσταση αυτή.
Από αυτή την άποψη, υπάρχει ένας ενδιαφέρων ιστορικός παραλληλισμός με την εμπειρία του επαναστατικού ριζοσπαστικού χώρου στην Επανάσταση του 1979: και εκείνες, παρόλο που αναγνώριζαν τις πρακτικές ανάγκες της ταξικής πάλης, δεν έδωσαν την απαραίτητη προσοχή και δε δραστηριοποιήθηκαν αρκετά στο στρατηγικό ζήτημα των συμβουλίων και της άμεσης μαζικής οργάνωσης και δε μετέτρεψαν τις θεωρητικές τους πεποιθήσεις σε οργανωτικές στρατηγικές. Αυτή η ιστορική εμπειρία μπορεί να μας διδάξει και να μας δείξει ότι η παραμέληση βασικών συνδέσεων του αγώνα, ακόμα και όταν είμαστε διαυγείς θεωρητικά, έχει ανεπανόρθωτα αποτελέσματα. Παρόμοια, μετά την εξέγερση της Jina [του 2022], η εξέταση των συνθηκών και των πραγματικών/δυνητικών δυνατοτήτων έδειξε ότι πολλές ευκαιρίες που θα μπορούσαμε να είχαμε διατηρήσει μετά το Δεκέμβρη του 2017 και το Νοέμβρη του 2019 για την οργάνωση, τη δημιουργία προοπτικής και πολιτικού προσανατολισμού είναι σε μεγάλο βαθμό χαμένες. Αυτή η πραγματικότητα αποκαλύπτει την αναγκαιότητα της επιστροφής από την περίοδο επαναστατικής προετοιμασίας σε μια περίοδο αναβίωσης και κριτικής επισκόπησης του ιστορικού των κινήσεων του ριζοσπαστικού επαναστατικού χώρου. Πρέπει όχι μόνο θεωρητικά αλλά και στην πράξη να αναβιώσουμε παραγκωνισμένα αιτήματα και πραγματικές/δυνητικές δυνατότητες για να μας επιτραπεί να ξανααποκτήσουμε κάποιον επιδραστικό ρόλο στην κοινωνική και πολιτική σκηνή και να αποφευχτεί η επανάληψη από μεριάς μας ολέθριων λαθών· αλλιώς, το πεδίο θα παραδοθεί αναμφισβήτητα στην κυριαρχία των φασιστών.
4- Κατά συνέπεια, επιστρέφοντας στη στιγμή των τωρινών διαδηλώσεων, το πιο επείγον αίτημα στην παρούσα φάση είναι η προσπάθεια για τη σύνδεση και την οργάνωση δυνάμεων που είναι αλληλέγγυες με το ταξικό περιεχόμενο των τρεχουσών διαδηλώσεων αλλά που, λόγω της ανάδυσης των φασιστών σε αυτές, παραμένουν αναποφάσιστες ή τις αποφεύγουν· καθώς και των απόκληρων που δεν έχουν τίποτα να χάσουν και εκδηλώνουν μια μορφή ριζοσπαστικής διαμαρτυρίας και ανυποχώρητης μαχητικότητας ενάντια στις δυνάμεις καταστολής, όμως λόγω της υπάρχουσας φασιστικής ανάδυσης ξεστομίζουν συνθήματα αντίθετα με τα ταξικά τους συμφέροντα. Αυτές οι δημιουργίες συνδέσεων δεν πρέπει, από οργανωτική σκοπιά, να αναβληθούν για τη μέρα μετά τις διαδηλώσεις, αλλά πρέπει να μπουν στην ατζέντα σήμερα, με την εξασφάλιση και παροχή πρακτικών πόρων για αυτές. Πρακτικών πόρων που αναγνωρίζουν αυτή τη δίκαιη ταξική οργή και συντονίζονται μαζί της, και ταυτόχρονα ενσωματώνουν τον πραγματικό φόβο της ανόδου του φασισμού σαν οργανωτική λειτουργική απαίτηση για τους πόρους αυτούς, και με αυτή την έννοια δεν υποχωρούν στις επιταγές του δρόμου. Αυτό, φυσικά, είναι ένα πρόγραμμα του οποίου οι λεπτομέρειες θα πρέπει να συζητηθούν στο εσωτερικό κάθε οργάνωσης και όχι μπροστά στα μάτια ξένων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι υπηρεσίες ασφαλείας και οι ταξικοί εχθροί.
