Τελευταία νέα
Θετική η Λινού σε ενδεχόμενη συμπόρευση με τον Τσίπρα Δημοσκόπηση Marc: Στο 32,2% η ΝΔ, δεύτερο με 13,5% το ΠΑΣΟΚ- Έντονη ανησυχία για την ακρίβεια Μήνυμα Γεωργιάδη για τις εκλογές με το βλέμμα στον παρελθόν: “Τον Μητσοτάκη και τα μάτια μας” Βουλή: Τη Δευτέρα αρχίζει η επεξεργασία του νομοσχεδίου για τα κρυπτοστοιχεία και τις εναλλακτικές μορφές πληρωμής και επενδύσεων Μήνυμα Γεωργιάδη στον δρόμο προς τις εκλογές με «βουτιά» στο παρελθόν: «Τον Μητσοτάκη και τα μάτια μας» Κ.Βελόπουλος: Έχουμε μια εθνικά επικίνδυνη κυβέρνηση Δημοσκόπηση Marc: Στο 32,2% ανέβηκε η ΝΔ, θετική η αξιολόγηση για Μητσοτάκη Υποκλοπές: Καταπέλτης η αντιπολίτευση για κυβέρνηση και Κ. Τζαβέλλα ΠΑΣΟΚ για υποκλοπές: Βαρύτατα εκτεθειμένη η κυβέρνηση, όσο ξετυλίγεται το κουβάρι της συγκάλυψης Δημοσκόπηση Prorata: Πτώση της ΝΔ στο 24,5% – Ο Αλέξης Τσίπρας στο 24%. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κ. Τζαβέλλας υπέγραψε την παρακολούθηση του Κωστή Χατζηδάκη Μπούγας: Υπήρξε κενό ασφαλείας στο Εφετείο – Θα γίνουν διορθώσεις
Athens.indymedia.org

[Αναλύσεις] Κούβα και Βενεζουέλα: επιβίωση, προσαρμογή ή μεταμόρφωση;

10/04/2026 12:59 μμ.

Συντρόφισσες και σύντροφοι, όταν μιλάμε για τη Βενεζουέλα σήμερα, δεν μιλάμε απλώς για μια χώρα. μιλάμε για μια ιστορική στιγμή για τη Λατινική Αμερική. Επειδή αυτό που συμβαίνει στη Βενεζουέλα σήμερα είναι το αποτέλεσμα τριών ταυτόχρονων διασταυρούμενων διαδικασιών: μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης, μιας διεθνούς γεωπολιτικής διαμάχης και μιας συζήτησης εντός της ίδιας της λατινοαμερικανικής αριστεράς. Επομένως, η αναγωγή αυτού που συμβαίνει σε μια απλή «κρίση του σοσιαλισμού» ή σε ένα «πρόβλημα διακυβέρνησης» είναι μια υπεραπλούστευση. Αυτό που βλέπουμε είναι κάτι πολύ πιο περίπλοκο. Aπό José A. Amesty Rivera

Βρισκόμαστε μάρτυρες, βλέπουμε την κρίση και την μεταμόρφωση ενός από τα σημαντικότερα πολιτικά εγχειρήματα στη Λατινική Αμερική τον 21ο αιώνα. Και το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό σήμερα είναι σαφές: τι συμβαίνει πραγματικά με τη μπολιβαριανή διαδικασία; Αντιστέκεται; Μετασχηματίζεται; Ή μήπως εισέρχεται σε ένα εντελώς διαφορετικό στάδιο; Για να απαντήσουμε σε αυτό, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε από πού προέρχεται αυτή η διαδικασία.
Όταν ο Ούγκο Τσάβες ανέλαβε την εξουσία το 1999, πρότεινε ένα φιλόδοξο πολιτικό εγχείρημα. Η λεγόμενη Μπολιβαριανή Επανάσταση είχε τρεις κεντρικούς στόχους:
Πρώτον: ανάκτηση του Κρατικού ελέγχου επί των στρατηγικών πόρων, ιδίως του πετρελαίου.
Δεύτερον: μείωση της κοινωνικής ανισότητας μέσω κοινωνικών προγραμμάτων μεγάλης κλίμακας.
Και τρίτον: οικοδόμηση μιας εναλλακτικής λύσης στον νεοφιλελευθερισμό για την ενοποίηση της Λατινικής Αμερικής.
Εκείνη την εποχή, αναδύθηκαν περιφερειακές πρωτοβουλίες, όπως η Μπολιβαριανή Συμμαχία για τους Λαούς της Αμερικής μας (ALBA) και η Ένωση των Εθνών της Νότιας Αμερικής (UNASUR), la Alianza Bolivariana para los Pueblos de Nuestra América y la Unión de Naciones Suramericanas, μεταξύ άλλων μηχανισμών συσσωμάτωσης.
Κατά τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, η Βενεζουέλα έγινε σύμβολο της λεγόμενης «στροφής προς τα αριστερά» στη Λατινική Αμερική. Πολλοί πίστευαν ότι ξεκινούσε ένας νέος πολιτικός κύκλος στην περιοχή, αλλά αυτό το έργο/σχέδιο είχε μια πολύ σημαντική δομική αδυναμία.
Μια αδυναμία που προϋπήρχε της προηγούμενης κυβέρνησης ήταν η σχεδόν πλήρης εξάρτηση της οικονομίας της Βενεζουέλας από το πετρέλαιο, μια εξάρτηση που θα διαμόρφωνε το μέλλον της χώρας.
Η Βενεζουέλα έχει ένα από τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, αλλά αυτός ο πλούτος δημιούργησε επίσης έναν πολύ ιδιαίτερο τύπο οικονομίας, μια οικονομία εισοδηματιών. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι το Κράτος αποκτά το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του από την πώληση πετρελαίου και χρησιμοποιεί αυτά τα χρήματα για τη χρηματοδότηση των δημόσιων δαπανών. Για χρόνια, αυτό επέτρεπε τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης, της υγειονομικής περίθαλψης, των επιδοτήσεων, των κοινωνικών προγραμμάτων και πολλών άλλων.
Αλλά δημιούργησε επίσης πολλά προβλήματα: περιορισμένη οικονομική διαφοροποίηση, χαμηλή βιομηχανική παραγωγή και εξάρτηση από τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου. Η καρδιά αυτού του μοντέλου είναι η κρατική εταιρεία πετρελαίου Petróleos de Venezuela S.A. (PDVSA). Όταν οι τιμές του πετρελαίου μειώθηκαν και άρχισαν οι διεθνείς κυρώσεις, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτό το μοντέλο άρχισε να μπαίνει σε κρίση.
Και εδώ αναδύεται ένα άλλο βασικό στοιχείο, στοιχείο κλειδί: η γεωπολιτική διάσταση.
Για χρόνια, η Βενεζουέλα αντιμετωπίζει οικονομικές κυρώσεις που επιβάλλονται κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτές οι κυρώσεις έχουν επηρεάσει, πάνω απ’ όλα, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, το διεθνές εμπόριο και τη βιομηχανία πετρελαίου. Ακόμη και ορισμένοι αναλυτές που επικρίνουν την κυβέρνηση αναγνωρίζουν κάτι σημαντικό: οι κυρώσεις επιδείνωσαν την οικονομική κρίση.
Αλλά, επιπλέον, η Βενεζουέλα μετατράπηκε σε ένα κομμάτι μιας ευρύτερης διεθνούς διαμάχης. Παράγοντες όπως η Κίνα και η Ρωσία, μεταξύ άλλων, βρίσκονται επίσης σε αυτή τη σκακιέρα. Με άλλα λόγια, η κρίση της Βενεζουέλας δεν είναι μόνο εσωτερική. Είναι επίσης μέρος ενός παγκόσμιου ανταγωνισμού για πόρους, ενέργεια και πολιτική επιρροή.
Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο αβέβαιη ύστερα από τη σύλληψη και την απαγωγή του Προέδρου Νικολάς Μαδούρο στις 3 ιανουαρίου 2026. Μετά από αυτό το γεγονός, η εξουσία έπεσε προσωρινά στα χέρια της αντιπροέδρου Ντέλσι Ροντρίγκεζ, και αυτό άνοιξε ένα εντελώς νέο κεφάλαιο.
Σήμερα βλέπουμε, ταυτόχρονα, διεθνείς διαπραγματεύσεις, αλλαγές στην πετρελαϊκή πολιτική, κοινωνικές διαμαρτυρίες και εντάσεις εντός του ίδιου του τσαβισμού.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να προσελκύσει ξένες επενδύσεις για να αναζωογονήσει την οικονομία, αλλά αυτό έχει προκαλέσει μια έντονη συζήτηση εντός της αριστεράς, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.
Στην τρέχουσα περίπτωση της Κίνας και της Ρωσίας, η κρίση της Βενεζουέλας αποτελεί επίσης μέρος ενός παγκόσμιου ανταγωνισμού για ενέργεια, πολιτική επιρροή και στρατηγικούς πόρους. Και, υπό αυτή την έννοια, με έναν αέρα νικητή, ο Τραμπ είχε ανακοινώσει ότι θα πουλούσε πετρέλαιο της Βενεζουέλας υπό τον έλεγχο των Ηπα στη Ρωσία και την Κίνα. Αλλά αποδεικνύεται ότι η Ρωσία και η Κίνα αρνούνται να το αγοράσουν, και αυτό δεν είναι μικρή λεπτομέρεια. είναι η ουσία όλου του ζητήματος.
Η Κίνα έχει δώσει οδηγίες στους φορείς εκμετάλλευσης του, τους χειριστές της, να μην αποκτούν αργό πετρέλαιο της Βενεζουέλας υπό τον έλεγχο Ηπα. Οι αποστολές που προηγουμένως κάλυπταν το χρέος των 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων που οφείλει η Βενεζουέλα στο Πεκίνο απλώς σταμάτησαν.
Το πιο αποκαλυπτικό είναι ότι υπάρχουν περίπου 40 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου (από τη Ρωσία, το Ιράν και τη Βενεζουέλα) που επιπλέουν σε δεξαμενόπλοια στα ανοικτά των ακτών της Κίνας, περιμένοντας. αυτό το πετρέλαιο είναι εκεί, ακίνητο, σαν ένας στρατός από πλοία φαντάσματα που κανείς δεν ξεφορτώνει.
Με άλλα λόγια, υπάρχει ένα νέο στοιχείο που δεν είχαμε πριν: Η Κίνα και η Ρωσία αντεπιτέθηκαν με μια σιωπηλή αλλά αποτελεσματική αντίσταση. Αρνούμενοι να αγοράσουν πετρέλαιο της Βενεζουέλας υπό τον έλεγχο των Ηπα, στραγγαλίζουν την αυτοκρατορία με τα δικά της λάφυρα. τα πλοία επιπλέουν, το πετρέλαιο συσσωρεύεται και ο χρόνος τελειώνει για την Ουάσιγκτον.
Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει μία ενιαία ερμηνεία επί της Βενεζουέλας σήμερα. Μέσα στην αριστερά της Λατινικής Αμερικής, υπάρχουν τουλάχιστον τρεις κύριες θέσεις.
Πρώτη θέση: η αριστερά των τσαβιστών. Αυτό το ρεύμα υπερασπίζεται τη μπολιβαριανή διαδικασία και υποστηρίζει ότι η κρίση εξηγείται κυρίως από τις διεθνείς κυρώσεις, τη γεωπολιτική πίεση και αυτό που αποκαλούν «οικονομικό πόλεμο». Για αυτούς, η Βενεζουέλα παραμένει σύμβολο αντίστασης ενάντια στην ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών.
Δεύτερη θέση: η κριτική προοδευτική αριστερά. Αυτό το ρεύμα αναγνωρίζει ότι ο τσαβισμός είχε σημαντικά επιτεύγματα, όπως η μείωση της φτώχειας, η επέκταση των κοινωνικών προγραμμάτων και η πολιτική ένταξη λαϊκών τομέων, αλλά υποστηρίζει ότι, με την πάροδο του χρόνου, το σύστημα αλλοιώθηκε, χειροτέρευσε. Οι κύριες επικρίσεις του είναι οι αποδυναμωμένοι θεσμοί, η πολιτική πόλωση και η εξάρτηση από το πετρέλαιο. ως εκ τούτου, προτείνει μια δημοκρατική μετάβαση που διατηρεί τις κοινωνικές κατακτήσεις.
Τρίτη θέση: η κριτική σοσιαλιστική αριστερά. Αυτή περιλαμβάνει τομείς όπως το Κομμουνιστικό Κόμμα της Βενεζουέλας. Αυτοί οι τομείς υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση κατέληξε να αναπαράγει καπιταλιστικές δομές. Οι επικρίσεις τους περιλαμβάνουν το οικονομικό άνοιγμα στο ιδιωτικό κεφάλαιο, την αποδυνάμωση των εργατικών συνδικάτων και τη συγκέντρωση εξουσίας στο Κράτος. Για αυτούς, το Μπολιβαριανό σχέδιο παρέκκλινε από τις αρχικές σοσιαλιστικές αρχές του.
Αυτή η συζήτηση μπορεί να συνοψιστεί σήμερα ως μια κρίσιμη συζήτηση, σημαντική εντός της αριστεράς: η διαφορά μεταξύ ιδεολογικού και πραγματιστικού αντιιμπεριαλισμού.
Ο ιδεολογικός αντιιμπεριαλισμός λέει: καμία διαπραγμάτευση με τον ιμπεριαλισμό υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.
Ο πραγματιστικός αντιιμπεριαλισμός λέει: μια χώρα μπορεί να διαπραγματευτεί ακόμη και με αντιπάλους, εάν αυτό επιτρέπει την οικονομική της επιβίωση.
Πολλοί αναλυτές πιστεύουν ότι η σημερινή κυβέρνηση της Βενεζουέλας υιοθετεί αυτή τη δεύτερη στρατηγική – δηλαδή, διαπραγματεύεται για να επιβιώσει. Αλλά αυτή η στρατηγική δημιουργεί εντάσεις εντός του ίδιου του επαναστατικού χώρου.
Και ας περιγράψουμε μερικές από τις πιο ριζοσπαστικές θεωρίες:
Η θεωρία του «διαπραγματευμένου πραξικοπήματος», η οποία υποδηλώνει ότι οι ΗΠΑ δεν ανέτρεψαν τον τσαβισμό, αλλά μάλλον βοήθησαν στην αναδιαμόρφωσή του με μια πιο διαχειρίσιμη προσωπικότητα.
Η θεωρία του «δικαστικού εκβιασμού», υποδεικνύοντας ότι η Ουάσιγκτον θα είχε έτοιμους φακέλους εναντίον ισχυρών προσωπικοτήτων ώστε να πιέσει για πολιτικές αποφάσεις.
Η θεωρία της «ελεγχόμενης αλλαγής», η οποία δείχνει ότι δεν μπορούσαν να επιβάλουν τη θέλησή τους στην αντιπολίτευση, επομένως προτίμησαν να διαπραγματευτούν με μια τσαβιστική ελίτ.
Η θεωρία του «νέου μοντέλου τύπου Μπουκέλε», όπου υπάρχει μια ισχυρή εξουσία, αλλά ευθυγραμμισμένη με τα παγκόσμια οικονομικά συμφέροντα.
Από τη δημοσίευση αυτού του άρθρου, έχουν αναδυθεί πιο ριζοσπαστικές θεωρίες, που αγγίζουν τα όρια των υποθέσεων, των εικασιών και των πιθανοτήτων, πολλές από τις οποίες χωρίς επαληθεύσιμα στοιχεία.
Η θεωρία μιας «συμφωνίας με τις Ηπα» υποστηρίζει ότι ισχυροί τομείς διαπραγματεύτηκαν την αποχώρηση του Νικολάς Μαδούρο με τις Ηνωμένες Πολιτείες, και επισημαίνει προηγούμενες επαφές μεταξύ βενεζουελανών παραγόντων, όπου είναι εμφανές πως υπάρχουν σαφή ενεργειακά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα. Ωστόσο, δεν έχει αποδειχθεί μια τεκμηριωμένη άμεση συμφωνία για «παράδοση» της εξουσίας.
Και κάποιοι θα ρωτήσουν: πού βρίσκεται ο λαός σε όλα αυτά;
Μια παρατήρηση είναι ότι ο λαός έχει σταματήσει. οι δρόμοι έχουν ηρεμήσει, με λιγότερη κινητοποίηση, λιγότερο ιδεολογικό διάλογο και μεγαλύτερη εστίαση στην επιβίωση. Ηγέτες όπως ο Ντιοσντάδο Καμπέγιο/Diosdado Cabello έχουν, προς το παρόν, σιγήσει την πύρινη αντιιμπεριαλιστική ρητορική τους.
Άλλοι δείχνουν ότι ο λαός συνεχίζει να οργανώνεται σε κοινοτικά συμβούλια, κοινότητες και άλλους τύπους οργανώσεων, εκπληρώνοντας την εντολή του Προέδρου Ούγκο Τσάβες να αντισταθεί και να επιβιώσει.
Άλλοι επισημαίνουν χαμηλότερη ένταση πολιτικής κινητοποίησης και μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομική επιβίωση. Πιθανές ερμηνείες περιλαμβάνουν την κοινωνική κόπωση, τον πιο συγκεντρωτικό πολιτικό έλεγχο και την απώλεια μιας αφήγησης κινητοποιητικής.
Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα στην περιοχή είναι η περίπτωση του Miguel Díaz-Canel/Mιγκέλ Ντίας-Κανέλ στην Κούβα. Η κουβανική κυβέρνηση έχει επιβεβαιώσει τις συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ταυτόχρονα έχει καταστήσει σαφείς αρκετούς όρους: σεβασμός της κυριαρχίας, ισότητα μεταξύ των Κρατών και μη παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις. Το πολιτικό δίδαγμα εδώ είναι σημαντικό.
Η διαπραγμάτευση δεν σημαίνει παράδοση. Το βασικό ζήτημα είναι πάντα από ποια θέση διαπραγματεύεται κανείς και τι είναι διατεθειμένος να παραχωρήσει.
Ο κουβανός αναλυτής Χοσέ Κάρλος Βινάσκο/José Carlos Vinasco επισημαίνει ότι «στη Βενεζουέλα, οι παραχωρήσεις ήρθαν πρώτες. Το πετρέλαιο έρεε, οι νόμοι άλλαξαν, οι κρατούμενοι απελευθερώθηκαν. Μετά ήρθαν οι συνομιλίες. Στην Κούβα, οι συνομιλίες έρχονται πρώτες. Οι παραχωρήσεις, αν γίνουν, θα γίνουν αργότερα και με όρους».
Ας εμβαθύνουμε περισσότερο επάνω στην Κούβα. Είναι ένας καθρέφτης ή μια προειδοποίηση; Είναι και τα δύο. Η Κούβα είναι σαν εκείνο τον καθρέφτη στον οποίο κανείς δεν θέλει να κοιτάζει για πολύ, επειδή αντανακλά πίσω ένα άβολο ερώτημα: πόσο καιρό μπορεί να αντέξει ένα έργο, ένα σχέδιο όταν ζει υπό συνεχή πίεση;
Επειδή η Κούβα δεν είναι απλώς ηρωική αντίσταση. είναι επίσης συσσωρευμένη φθορά. Δεκαετίες αποκλεισμού/de bloqueo, εσωτερικές κρίσεις, οικονομικές προσαρμογές, και όμως, το σύστημα δεν κατέρρευσε.
Αλλά ούτε τα πράγματα είναι τα ίδια με πριν. Η Κούβα έχει αλλάξει, και αυτό πρέπει να ειπωθεί χωρίς να το ρομαντικοποιoύμε. Σήμερα υπάρχει οικονομικό άνοιγμα, ένας αναπτυσσόμενος ιδιωτικός τομέας και ανισότητα που δεν ήταν τόσο διαδεδομένη πριν, και αυτό δημιουργεί ισχυρές εσωτερικές εντάσεις.
Έτσι, προκύπτει η ίδια συζήτηση όπως στη Βενεζουέλα: Είναι αυτή προσαρμογή ή η αρχή κάτι άλλου; Και ποια είναι η βασική διαφορά μεταξύ των δύο διαδικασιών; Ο ρυθμός και ο έλεγχος. Η Κούβα αλλάζει αργά, μετρώντας κάθε βήμα, προσπαθώντας να μην χάσει τον έλεγχο, το τιμόνι. Η Βενεζουέλα, από την άλλη πλευρά, βιώνει μια πιο απότομη δυναμική, που χαρακτηρίζεται περισσότερο από κρίσεις και άμεση εξωτερική πίεση.
Αλλά δώστε προσοχή σε αυτό: και οι δύο αντιμετωπίζουν τα ίδια θεμελιώδη ερωτήματα: Πώς να επιβιώσουν χωρίς να πάψουν να είναι αυτό που είναι; Και τα καταφέρνουν;
Επειδή να αντιστέκεσαι δεν είναι μόνο να ανέχεσαι. eίναι επίσης το να ξέρεις πού κατευθύνεσαι. Και εκεί είναι που πολλοί αρχίζουν να αναρωτιούνται αν η πορεία είναι ακόμα σαφής ή αν απλώς αυτοσχεδιάζουν καθώς προχωρούν.
Λοιπόν, είναι η Κούβα ένα μέλλον ή μια προειδοποίηση για τη Βενεζουέλα; Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια προειδοποίηση βασισμένη στην εμπειρία, δείχνει ότι μπορεί κανείς να αντιστέκεται για δεκαετίες, αλλά και ότι κάθε παραχώρηση αφήνει το στίγμα της και ότι η αλλαγή, όσο απαραίτητη κι αν είναι, δεν είναι ποτέ δωρεάν.
Ας δούμε άλλες ιστορικές εμπειρίες.
Η ιδέα ότι ένα πολιτικό σχέδιο μπορεί να παραμείνει άθικτο απέναντι σε ακραίες συνθήκες είναι, ιστορικά, δύσκολο να διατηρηθεί. Σε συνθήκες πολέμου, απομόνωσης ή βαθιάς κρίσης, οι επαναστατικοί ηγέτες έπρεπε να λάβουν αποφάσεις που, σε άλλη στιγμή, θα ήταν αδιανόητες.
Οι περιπτώσεις του Βλαντιμίρ Λένιν, του Μάο Τσε Τουνγκ και του Φιντέλ Κάστρο όχι μόνο καταδεικνύουν αυτό, αλλά μας επιτρέπουν επίσης να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί η πολιτική υπό ακραία πίεση.
Λένιν: Διαπραγματεύεται για να αποφύγει την εξαφάνιση (Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, 1918)
Μετά την οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, η νέα μπολσεβίκικη κυβέρνηση κληρονόμησε μια χώρα κατεστραμμένη από τον πόλεμο, την πείνα και την κατάρρευση του τσαρικού Κράτους. Η Ρωσία εξακολουθούσε να εμπλέκεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά ο στρατός της βρισκόταν σε διάλυση.
Ο Λένιν αντιμετώπισε ένα βάναυσο δίλημμα: να συνεχίσει τον πόλεμο, διακινδυνεύοντας την πλήρη κατάρρευση της νέας κυβέρνησης, ή να υπογράψει μια συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία, ακόμη και υπό ταπεινωτικές συνθήκες.
Η απόφαση ήταν η Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Οι όροι ήταν εξαιρετικά σκληροί. Η Ρωσία έχασε τεράστιες περιοχές (Ουκρανία, Πολωνία, τα κράτη της Βαλτικής), παραχώρησε στρατηγικούς πόρους και πληθυσμό, και θεωρήθηκε από πολλούς επαναστάτες ως προδοσία.
Εντός του ίδιου του μπολσεβίκικου κόμματος, υπήρχε μια ισχυρή αντιπολίτευση. Κάποιοι υποστήριζαν έναν «επαναστατικό πόλεμο» αντί για διαπραγματεύσεις. Αλλά ο Λένιν επέμενε σε μια βασική ιδέα: «Χωρίς Κράτος, δεν υπάρχει επανάσταση να υπερασπιστείς».
Το στοίχημα του ήταν στρατηγικό: να θυσιάσει εδάφη για να κερδίσει χρόνο, να εδραιώσει την εσωτερική εξουσία και να αναδιοργανώσει το Κράτος και τον Κόκκινο Στρατό.
Βραχυπρόθεσμα, ήταν μια τεράστια παραχώρηση. Μεσοπρόθεσμα, επέτρεψε στην κυβέρνηση να επιβιώσει από τον εμφύλιο πόλεμο.
Ιδού ένα ιστορικό μάθημα: η διαπραγμάτευση δεν ήταν μια ιδεολογική παράδοση, αλλά μια απόφαση για την αποφυγή άμεσης ήττας.
Μάο Τσε Τουνγκ: Συμμαχίες με τον Εχθρό (Ενωμένο Μέτωπο με το Κουομιντάνγκ)
Η πορεία του Μάο Τσε Τουνγκ δείχνει ένα από τα πιο ξεκάθαρα παραδείγματα στρατηγικής ευελιξίας. Κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα αντιμετώπιζε δύο ταυτόχρονες απειλές: την καταστολή του Κουομιντάνγκ (εθνικιστές) και την ιαπωνική εισβολή.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Μάο πίεσε για μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη απόφαση: να σχηματίσει συμμαχία με το ίδιο το Κουομιντάνγκ που είχε διώξει και σφαγιάσει τους κομμουνιστές. Αυτή η συμφωνία οδήγησε στο λεγόμενο Δεύτερο Ενωμένο Μέτωπο (1937–1945) στο πλαίσιο του πολέμου κατά της Ιαπωνίας.
Γιατί ήταν μια τόσο αντιφατική απόφαση; Επειδή υπονοούσε συνεργασία με έναν εσωτερικό εχθρό, μερική αναστολή της ταξικής πάλης και προτεραιότητα στον εθνικό αγώνα έναντι της άμεσης επανάστασης. Πολλοί μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα το είδαν αυτό ως μια παρέκκλιση.
Αλλά ο Μάο ερμήνευσε την ισορροπία δυνάμεων διαφορετικά: χωρίς να νικήσει την Ιαπωνία, δεν θα υπήρχαν προϋποθέσεις για καμία επανάσταση. Η επιβίωση του κινήματος απαιτούσε υποχώρηση/αναδίπλωση, αναδιοργάνωση και απόκτηση εθνικής νομιμότητας.
Το αποτέλεσμα ήταν καθοριστικό: το Κομμουνιστικό Κόμμα ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, επέκτεινε την κοινωνική του βάση και εισήλθε στον επακόλουθο εμφύλιο πόλεμο σε καλύτερη θέση, τον οποίο τελικά θα κέρδιζε το 1949.
Ένα άλλο ιστορικό μάθημα: η συμμαχία δεν ήταν μια συνθηκολόγηση, αλλά ένας τρόπος για να αλλάξει η σειρά των στρατηγικών προτεραιοτήτων.
Φιντέλ Κάστρο: αντίσταση προσαρμόζοντας το μοντέλο (Ειδική Περίοδος, δεκαετία του 1990)
Η περίπτωση του Φιντέλ Κάστρο είναι διαφορετική, επειδή δεν ήταν μια μεμονωμένη διαπραγμάτευση, αλλά μάλλον μια παρατεταμένη προσαρμογή. Για δεκαετίες, η Κούβα ήταν οικονομικά εξαρτημένη από τη Σοβιετική Ένωση. Όταν η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε το 1991, το νησί έχασε τον κύριο εμπορικό εταίρο του, την προμήθεια επιδοτούμενου πετρελαίου και τη βασική οικονομική υποστήριξη. Αυτό εγκαινίασε εκείνη που έγινε γνωστή ως η «Ειδική Περίοδος».
Οι συνέπειες ήταν δραματικές: πτώση του ΑΕΠ, ελλείψεις τροφίμων, ενέργειας και μεταφορών, και η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κουβανική κυβέρνηση έλαβε μέτρα που θα ήταν αδιανόητα στο προηγούμενο μοντέλο της, όπως: περιορισμένο άνοιγμα στον διεθνή τουρισμό, νομιμοποίηση του δολαρίου στην οικονομία, αδειοδότηση μικρών ιδιωτικών επιχειρήσεων και επιδίωξη ξένων επενδύσεων.
Αυτές οι αποφάσεις δημιούργησαν σημαντικές ιδεολογικές εντάσεις: ήταν αυτή μια παραχώρηση στον καπιταλισμό; Μια οπισθοδρόμηση για το σοσιαλιστικό εγχείρημα; Ωστόσο, η πολιτική ηγεσία υπερασπίστηκε αυτά τα μέτρα ως απαραίτητα για την επιβίωση του συστήματος. Η λογική ήταν σαφής: χωρίς οικονομικές προσαρμογές, η κατάρρευση ήταν πιθανή. χωρίς Κράτος, δεν θα υπήρχε σοσιαλιστικό εγχείρημα για να διατηρηθεί/υποστηριχθεί. Η Κούβα δεν εγκατέλειψε το πολιτικό της μοντέλο, αλλά το τροποποίησε σε βασικές πτυχές.
Ιστορικό δίδαγμα: η προσαρμογή δεν σήμαινε παράδοση, αλλά μάλλον αναδιαμόρφωση του σχεδίου για να αποφευχθεί η κατάρρευσή του.
Αυτές οι τρεις περιπτώσεις αποκαλύπτουν ένα κοινό μοτίβο: κανένας από αυτούς τους ηγέτες δεν ενήργησε υπό ιδανικές συνθήκες. Όλοι αντιμετώπισαν σενάρια όπου οι επιλογές ήταν περιορισμένες. Σε κάθε περίπτωση, ελήφθησαν αποφάσεις που προκάλεσαν ένταση, τέντωσαν την ιδεολογική συνοχή.
Αλλά αποκαλύπτουν επίσης κάτι βαθύτερο: η «πολιτική καθαρότητα» είναι πιο εύκολο να διατηρηθεί στον διάλογο παρά στην πραγματική ιστορία.
Όταν ένα σχέδιο αντιμετωπίζει υπαρξιακές απειλές, οι αποφάσεις παύουν να είναι μεταξύ «σωστού» και «λάθους» και γίνονται μεταξύ επιβίωσης ή εξαφάνισης, προόδου ή υποχώρησης, αντίστασης ή κατάρρευσης.
Ο Λένιν παραχώρησε εδάφη για να σώσει το Κράτος. Ο Μάο έκανε μια συμφωνία με τον εχθρό του για να κερδίσει χρόνο. Ο Φιντέλ αναμόρφωσε το μοντέλο του για να αποφύγει την κατάρρευση.
Και στις τρεις περιπτώσεις, αυτό που διακυβευόταν δεν ήταν μόνο η ιδεολογική συνοχή, αλλά η ίδια η συνέχεια του πολιτικού έργου/σχεδίου.
Και αυτό είναι, ίσως, το πιο άβολο δίδαγμα της ιστορίας: σε κρίσιμες στιγμές, η πολιτική δεν ανταμείβει την καθαρότητα. ανταμείβει την ικανότητα να συνεχίσει κανείς να υπάρχει.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η χώρα παραμένει ένα πολιτικό εργαστήριο σε πραγματικό χρόνο, όπου δοκιμάζονται διαφορετικές μορφές αντίστασης (με μεγάλο κόστος) σε έναν κόσμο σε σύγκρουση. Και, όσο συνεχίζεται αυτό το πείραμα, το αποτέλεσμα θα παραμένει αβέβαιο. Διότι, στην πολιτική, όπως και στην ιστορία, αυτό που είναι καθοριστικό δεν είναι εκείνο που φαίνεται αναπόφευκτο, αλλά αυτό που μπορεί ακόμα να αλλάξει.
Σήμερα, η Βενεζουέλα αντιμετωπίζει μια εντελώς ανοιχτή κατάσταση. Αυτό που βλέπουμε είναι ένας συνδυασμός διαρθρωτικής οικονομικής κρίσης, διεθνούς γεωπολιτικής πίεσης και συγκρούσεων εντός της ίδιας της αριστεράς. Επομένως, το μέλλον της μπολιβαριανής διαδικασίας είναι ακόμη απροσδιόριστο. Μπορεί να μεταμορφωθεί, μπορεί να προσαρμοστεί ή μπορεί να εισέλθει σε ένα εντελώς διαφορετικό στάδιο.
Με άλλα λόγια, το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν η Βενεζουέλα θα αλλάξει, επειδή αυτό ήδη συμβαίνει. το πραγματικό ερώτημα είναι πώς θα αλλάξει, ποιος ωφελείται από αυτήν την αλλαγή και τι θα απομείνει/έχει απομείνει από το αρχικό σχέδιο. Και αυτή είναι η συζήτηση που διχάζει αυτή τη στιγμή ολόκληρη την αριστερά. Τι άλλο μας λένε οι προηγούμενες υποθέσεις; Ότι η πραγματική πολιτική δεν κινείται σε άσπρο-μαύρο.
Ένα πράγμα όμως είναι σίγουρο: η ιστορία της Λατινικής Αμερικής μας διδάσκει ότι οι πολιτικές διαδικασίες δεν προχωρούν σε ευθεία γραμμή. προχωρούν με προόδους, οπισθοδρομήσεις και αντιφάσεις. Και, εν μέσω αυτών των αντιφάσεων, μια θεμελιώδης διαμάχη παραμένει ανοιχτή: η διαμάχη για την κυριαρχία, για την κοινωνική δικαιοσύνη και για το πολιτικό μέλλον της περιοχής μας. Και αυτή η συζήτηση, συντρόφισσες και σύντροφοι, δεν συμβαίνει μόνο στη Βενεζουέλα. Αποτελεί επίσης πρόκληση για όλους μας στη Λατινική Αμερική.
Εν ολίγοις, και το επαναλαμβάνουμε, η Βενεζουέλα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, όλα είναι ανοικτά σε αυτή τη συγκυρία, βρίσκεται σε μια κομβική στιγμή.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...