24/02/2026 12:17 πμ.
Η επιβίωση του εξαρτάται από την περιχαράκωση της φαντασίας από κάθε εναλλακτική αναδιαμορφώνοντας και συγκαλύπτοντας διαρκώς τις κοινωνικές σχέσεις περιγράφοντας τις ως φυσικές και αδύνατον να αλλάξουν πραγματικότητες.
Το 1989, ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Francis Fukuyama έγραψε ένα δοκίμιο με τίτλο «Tο Τέλος της Ιστορίας;». Σε αυτό, επιχειρηματολογούσε πως με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, και την στροφή της Κίνας στον καπιταλισμό την δεκαετία του 1980, ήταν σαφές πλέον ότι η δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία είχε επικρατήσει επί όλων των άλλων πολιτικών συστημάτων, και ότι η νίκη της ενάντια στον φασισμό και τον κομμουνισμό σημασιοδοτούσε το τέλος της ιστορίας και την εδραίωση της μετα-ιστορικής φιλελεύθερης πολιτικής παγκόσμιας τάξης.
Αυτό στο οποίο ενδεχομένως στέκουμε μάρτυρες δεν είναι απλά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ή την διάνυση μιας συγκεκριμένης περιόδου της μεταπολεμικής ιστορίας, αλλά το τέλος της ιστορίας καθαυτής: δηλαδή, το τέλος της ιδεολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας και την οικουμενικοποίηση της Δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως της τελικής μορφής της ανθρώπινης διακυβέρνησης.
Για τον Fukuyama, ο φιλελευθερισμός είχε αποδειχθεί καλύτερος όλων των ανταγωνιστών του, ή όπως το θέτει «Ο θρίαμβος της Δυτικής ιδέας, αποδεικνύεται πρωταρχικά στην ολική εξάντληση των βιώσιμων συστηματικών εναλλακτικών στον Δυτικό φιλελευθερισμό». Υποστήριξε ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές ή συστημικά χαρακτηριστικά του Δυτικού Φιλελευθερισμού που θα μπορούσαν να απειλήσουν την μακροχρόνια ηγεμονία του.
Η γλώσσα αυτή ανακαλεί εκείνη που αποδίδεται στην Margaret Thatcher, η οποία φημισμένα αναφέρθηκε στην ανυπαρξία «άλλου δρόμου» από εκείνον του φιλελεύθερου καπιταλισμού. Οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που υποστήριξε παρήγαγαν μια κοινωνική και οικονομική τάξη η οποία παράδοξα οδήγησε τον ίδιο τον Fukuyama να δηλώσει λίγα χρόνια αργότερα ότι η ιστορία, δεν είχε πραγματικά τερματιστεί, και ότι η αποδιάρθρωση του κράτους πρόνοιας παράλληλα με την εξάπλωση της επικέντρωσης στις πολιτικές ταυτότητας που αποτελούσαν άμεση συνέπεια του νεοφιλελευθερισμού έθεταν μια σοβαρή δυνητική απειλή στον Δυτικό φιλελευθερισμό.
Πολλοί από εμάς, συμπεριλαμβανομένου και εμένα, μεγαλώσαμε σε μια εποχή καπιταλιστικής αυτοαιτιολόγησης, ακόμη και άρνησης. Στις ΗΠΑ, απ’ όπου κατάγομαι, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αμφισβητούν καν την λογική, την αποτελεσματικότητα, ή τo αναπόφευκτο του καπιταλιστικού συστήματος. Οποιοσδήποτε προσπαθήσει να το αμφισβητήσει θα αποκηρυχθεί αυτόματα ως σοσιαλιστής, ως κάποιος που μισεί την Αμερική, ή ως τύραννος που θέλει να συλλάβει όλους τους συντηρητικούς και να τους πετάξει στα γκούλαγκ. Αν σταθεί τυχερός, ίσως κάποιος παραδεχθεί ότι ο καπιταλισμός είναι το χειρότερο οικονομικό σύστημα πέραν όλων των άλλων. Αυτό συνήθως λέγεται ως τακτική αποφυγής οποιασδήποτε σοβαρής συζήτησης. Όταν τα προβλήματα που προκαλεί ο καπιταλισμός αναγνωρίζονται, αποδίδονται στα θύματα του, με την αγορά να διαδραματίζει τον ρόλο του Θεού δαιμονοποιώντας όλους εκεινούς που αδυνατούν να υπακούσουν στους κανόνες του.
Η πεισματική επιμονή στην καπιταλιστική ανωτερότητα παρά τις πολυάριθμες αποδείξεις προς το αντίθετο αντηχεί μια θεμελιακή πτυχή του ίδιου του καπιταλισμού. Όμοια με το «τέλος της ιστορίας» του Fukuyama και την «δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική» ρητορική της Thatcher, ο καπιταλισμός παρουσιάζεται από τους υπερασπιστές του ως ο φυσικός σκοπός της ανθρώπινης φύσης, η αναπόφευκτη κορύφωση της ελεύθερης βούλησης και δυνατότητας για αυτενέργεια. Όταν οι άνθρωποι αφήνονται στα δικά τους σχέδια χωρίς να παρεμποδίζονται από΄το κράτος, η ελεύθερη συναλλαγή αγαθών και προϊόντων εγγυάται τα καλύτερα υλικά αποτελέσματα για όλους. Οφείλουμε κατά συνέπεια να παραδώσουμε τους εαυτούς μας και τις ζωές μας στους αναλλοίωτους νόμους της παροχής και της ζήτησης. Οι οικονομικές αυτές πραγματικότητες, όμοια σε μεγάλο βαθμό με τους νόμους της φυσικής, δεν μπορούν να αλλάξουν, μπορούν μόνο να κατανοηθούν και να ακολουθηθούν. Όσοι αντιστέκονται πρέπει να υποβληθούν στην πειθαρχία της αγοράς από το κράτος.
Εμπορεύματα, κοινωνικές σχέσεις, και κεφάλαιο
Η ανάλυση της έννοιας του Marx για το φετίχ μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός έχει επιβληθεί τόσο όλοκληρωτικά στην σκέψη της σύγχρονης φιλελεύθερης κοινωνίας. Ο Marx επικαλέστηκε την ιδέα του φετίχ (ένα θρησκευτικό αντικείμενο που θεωρείται ότι περιλαμβάνει μυστικιστικές ή μαγικές ιδιότητες· όχι κάποια σεξουαλική εμμονή) όταν ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός συγκαλύπτει την σχέση μεταξύ εργασίας, κοινωνικών σχέσεων, και υλικών αγαθών. Αναφερόμενος σε αυτό που έχει έκτοτε οριστεί ως «εμπορευματικός φετιχισμός» είπε:
Η ισότητα κάθε είδους ανθρώπινης εργασίας εκφράζεται αντικειμενικά με την ισότιμη αποτίμηση όλων όσων παράγει· το μέτρο της δαπάνης της εργασιακής δύναμης από την διάρκεια της δαπάνης αυτής, αναλαμβάνει την μορφή της ποσότητας της αξίας των προϊόντων της εργασίας· και τελικά οι αμοιβαίες σχέσεις των παραγωγών, εντός των οποίων ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας τους επιβεβαιώνει τον εαυτό του, αναλαμβάνει την μορφή της κοινωνικής σχέσης μεταξύ των προϊόντων.
Το εμπόρευμα είναι κατά συνέπεια ένα μυστηριώδες αντικείμενο, απλά και μόνο επειδή σε αυτό ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας των ανθρώπων φανερώνεται στους ίδιους ως ένας αντικειμενικό χαρακτηριστικό που εντυπώνεται στο προϊόν της εργασίας τους· επειδή η σχέση των παραγωγών προς το σύνολο της ίδιας της εργασίας τους παρουσιάζεται ως κοινωνική σχέση, η οποία δεν υφίσταται μεταξύ τους, αλλά μεταξύ των προϊόντων της εργασίας τους. Αυτός είναι ο λόγος που εξηγεί γιατί τα προϊόντα της εργασίας αναδεικνύονται σε εμπορεύματα, κοινωνικά αντικείμενα οι ιδιότητες των οποίων γίνονται ταυτόχρονα αντιληπτές και αναντίληπτες από τις αισθήσεις. –Karl Marx,Κεφάλαιο Τόμος 1, 1867
Αυτό που ο Marx υποστηρίζει εδώ είναι πως άσχετα προς τις διαφορές στον χρόνο εργασίας, την σωματική καταπόνηση, τον συντονισμό της προσπάθειας, και όποιες άλλες, ο μοναδικός δείκτης αξίας του εμπορεύματος είναι το κόστος του. Τα ισότιμα κόστη παρουσιάζονται ως ισότιμες εργασιακές αξίες παρά τις τεράστιες διαφορές στον χρόνο ή τον χαρακτήρα της εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή διαφορετικών εμπορευμάτων. Το εμπόρευμα καθαυτό, λοιπόν, αν και απαιτεί την εργασία και τις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των εργαζομένων — καθώς και την συνολικά εκμεταλλευτική σχέση μεταξύ των εργαζομένων και των καπιταλιστών —συγκαλύπτει τις σχέσεις αυτές. Παράγει αντίθετα μια νέα μορφή κοινωνικής σχέσης, την σχέση μεταξύ διαφορετικών εμπορευμάτων.
Η έννοια του εμπορευματικού φετιχισμού ήταν τόσο σημαντική για την ανάλυση του καπιταλισμού από τον Marx ώστε να την εισάγει στον πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου.1Στην ανάλυση του Marx, είναι οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των αντικειμένων που έχουν σημασία, όχι τα αντικείμενα καθαυτά. Μια από τις κρισιμότερες διαπιστώσεις του ήταν πως το κεφάλαιο καθαυτό δεν είναι κάποιο αντικείμενο, όπως τα μηχανήματα, τα εργαλεία, και τα άλλα μέσα παραγωγής. Το κεφάλαιο είναι μια κοινωνική σχέση διαμεσολαβημένη από τα τα αντικείμενα αυτά.
Το κεφάλαιο δεν είναι κάποιο αντικείμενο, άλλα μάλλον μια καθοριστική σχέση κοινωνικής παραγωγής, η οποία ανήκει σε μια καθοριστική ιστορική διαμόρφωση της κοινωνίας, η οποία φανερώνεται σε κάποιο αντικείμενο καθώς αποδίδει στο αντικείμενο αυτό έναν συγκεκριμένο κοινωνικό χαρακτήρα. –Karl Marx,Grundrisse/Bάσεις, 1939.
Εάν το κεφάλαιο αποτελεί μια κοινωνική σχέση διαμεσολαβημένη από αντικείμενα, τότε, σύμφωνα με την λογική αυτή, ο καπιταλισμός είναι ένας -ισμός, ή ένα σύνολο πεποιθήσεων, ένα σύστημα, ή μια ιδεολογία που χαρακτηρίζεται από την θεμελιακή αυτή πτυχή των κοινωνικών σχέσεων που διαμεσολαβούνται από αντικείμενα. Κρίσιμα, η διαμεσολάβηση αυτή συγκαλύπτει τις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των αντικειμένων αυτών ενώ τα παρουσιάζει ως αυτονόητες πραγματικότητες.
Lukács και Πραγμοποίηση
Η έννοια του εμπορευματικού φετιχισμού διευρύνθηκε από τον György Lukács στο δοκίμιο του «Πραγμοποίηση και η Συνείδηση του Προλεταριάτου». Για τον Lukács, η εγγενής των εμπορευμάτων κεντρική φύση της συγκάλυψης των κοινωνικών σχέσεων παρέχει το κλειδί της κατανόησης του καπιταλισμού στην ολότητα του.
Δεν αποτελεί σύμπτωση λοιπόν ότι ο Marx ξεκίνησε με την ανάλυση των εμπορευμάτων όταν, στα δυο σημαντικά έργα της ώριμης περιόδου του, άρχισε να περιγράφει την καπιταλιστική κοινωνία στην ολότητα της και να εκθέτει την θεμελιώδη φύση της. Διότι σε αυτό το στάδιο της ιστορίας της ανθρωπότητας δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα το οποίο δεν οδηγεί τελικά σε αυτό το ερώτημα και δεν υπάρχει καμία λύση που δεν θα μπορούσε να βρεθεί στην επίλυση του γρίφου της εμπορευματικής-δομής… Με άλλα λόγια, το πρόβλημα των εμπορευμάτων δεν πρέπει να θεωρηθεί απομονωμένα ή έστω ως το κεντρικό πρόβλημα των οικονομικών, αλλά ως το κεντρικό, δομικό πρόβλημα της καπιταλιστικής κοινωνίας σε όλες τις πτυχές της. Μόνο σε αυτή την περίπτωση μπορεί η δομή των εμπορευματικών-σχέσεων να παράξει ένα πρότυπο όλων των αντικειμενικών σχέσεων της αστικής κοινωνίας μαζί με όλες τις υποκειμενικές μορφές που αντιστοιχούν σε αυτές.
Ο Lukács προχωράει από την ανάλυση του εμπορεύματος από τον Marx και δείχνει τον τρόπο με τον οποίο «η εμπορευματική δομή [έχει] διεισδύσει σε όλες τις πτυχές της κοινωνίας και … τις αναδιαμορφώσει σύμφωνα με την εικόνα του».Για τον Lukács, η διείσδυση αυτή, όπου τα εμπορεύματα συγκαλύπτουν τις κοινωνικές σχέσεις και την εργασία που τα παράγει, έχει ως αποτέλεσμα μια κοινωνία όπου
οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων που παραμένουν κρυμμένες από την άμεση εμπορευματική σχέση, καθώς και οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και των αντικειμένων που θα έπρεπε να ικανοποιούν τις ανάγκες τους, έχουν ξεθωριάσει σε βαθμό τέτοιο ώστε να είναι αδύνατον να αναγνωριστούν ή έστω και να γίνουν αντιληπτές.
Για αυτόν ακριβώς τον λόγο ο πραγμοποιημένος νους έχει καταλήξει να τις θεωρεί ως τις αληθινές εκπροσώπους της κοινωνικής του ύπαρξης. Ο εμπορευματικός χαρακτήρας του εμπορεύματος, ο αφηρημένος, ποσοτικός τρόπος της υπολογισιμότητας φανερώνεται εδώ στην αυθεντικότερη μορφή του: ο πραγμοποιημένος νους τον θεωρεί ως την μορφή στην οποία η δική του αυθεντική του αμεσότητα φανερώνεται και – ως πραγμοποιημένη συνείδηση – δεν επιχειρεί καν να τον υπερβεί.
Εδώ ο Lukács ισχυρίζεται ότι η αφηρημένη φύση των εμπορευμάτων, η οποία διαμεσολαβεί και συγκαλύπτει τις κοινωνικές σχέσεις που τα παράγουν, έχει πραγμοποιηθεί,ή καταστεί συμπαγής, στην σκέψη της αστικής κοινωνίας. Υποστηρίζει επιπλέον ότι η πραγμοποίηση αυτή διαπερνά την καπιταλιστική κοινωνία λόγω του τρόπου με τον οποίο ο καπιταλισμός οδηγεί στην εμπορευματοποίηση των πάντων.
Όμοια ακριβώς με τον τρόπο που το καπιταλιστικό σύστημα παράγει και αναπαράγει τον εαυτό του διαρκώς σε όλο και υψηλότερα επίπεδα, η δομή της πραγμοποίησης καταβυθίζεται όλο και πιο βαθιά, πιο μοιραία και πιο καθοριστικά στην συνείδηση του ανθρώπου.
Η πραγμοποίηση αυτή οδηγεί σε μια κατάσταση όπου ο καπιταλισμός αναδεικνύεται σε status quo, σε ζώσα πραγματικότητα. Περνά απαρατήρητος καθώς ορίζει όλες τις κοινωνικές και υλικές σχέσεις και συνθήκες· «οι φυσικοί νόμοι» της καπιταλιστικής παραγωγής έχουν επεκταθεί ώστε να καλύπτουν κάθε μορφή ζωής στην κοινωνία». Όλες οι κοινωνικές σχέσεις που ορίζουν και οριοθετούν τις υλικές πραγματικότητες στην κοινωνία έχουν απονοηματοδοτηθεί και έχουμε απομείνει με πραγμοποιημένες οντότητες όπως «η αγορά», «η οικονομία», «το κράτος», και «η κοινωνία», οι οποίες θεωρούνται πως βρίσκονται υπεράνω, αποσπασμένες από, και ανεξάρτητες από τις κοινωνικές σχέσεις. Οι νεοκλασσικές οικονομικές θεωρίες έχουν απονοηματοδοτήσει τις κοινωνικές σχέσεις εντελώς από την ανάλυση των εμπορευμάτων, των τιμών, και των μισθών, αναπαράγοντας έτσι την πραγμοποίηση τους ως διακριτών οντοτήτων από τις κοινωνικές σχέσεις που τις ορίζουν και τις κυβερνούν.
Tο φετίχ και το τέλος της ιστορίας
Όλα αυτά μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο καπιταλισμός, καθαυτός, είναι ένα φετίχ. Τόσο ως κοινωνικό-οικονομικό σύστημα όσο και ως πραγμοποιημένη έννοια, θεωρείται ως μια οντότητα διακριτή και απονοηματοδοτημένη από τις κοινωνικές σχέσεις από τις οποίες δημιουργείται και από τις οποίες εξαρτάται. Αλλά παρά την πραγμοποίηση του ως στατικό σύστημα το οποίο αντανακλά απλά την ενσάρκωση της ανθρώπινης επινοητικότητας και ελευθερίας, αποτελεί επίσης ένα σύστημα το οποίο δρα στην ιστορία, διαμορφώνοντας και αναδιαμορφώνοντας την κοινωνία σύμφωνα με τις δικές του μεταβαλλόμενες υλικές συνθήκες. Οι αλλαγές αυτές πραγμοποιούνται με την σειρά τους σε ένα ανανεωμένο [updated] καπιταλιστικό φετίχ στα μυαλά της κοινωνίας. Κατά αυτόν τον τρόπο, ο καπιταλισμός διαρκώς διαμορφώνει και αναδιαμορφώνει τις κοινωνικές σχέσεις ενώ συγκαλύπτει τον θεμελιακό ρόλο των κοινωνικών αυτών σχέσεων στην αναπαραγωγή της ύπαρξης του. Παράδοξα, η Margaret Thatcher είχε δίκιο όταν ισχυρίστηκε ότι «δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως η κοινωνία», αν και όχι με τον τρόπο που το εννοούσε.
Ο καπιταλισμός, λοιπόν, φανερώνεται έτσι ως ολοποιητικό σύνολο, ένα φυσικό σύστημα το οποίο δεν είχε αρχή και δεν θα έχει ποτέ τέλος. Ο Δυτικός φιλελευθερισμός, όντας συνώνυμος με τον καπιταλισμό, αποτελεί το τέλος της ιστορίας καθαυτής. Οι κοινωνικές και υλικές σχέσεις διαμορφώνονται και αναδιαμορφώνονται διαρκώς και υπάγονται και πραγμοποιούνται ως μετα-ιστορικό φετίχ.
Ο αρχικός ισχυρισμός του Fukuyama πως η ιστορία έχει φθάσει στο τέλος της ήταν η επαλήθευση αυτού του φετιχισμού του καπιταλισμού. Δεν κατάφερε να καταλάβει ωστόσο ότι η επιτυχία του Δυτικού φιλελευθερισμού οφείλεται στις αποτυχίες που ο φιλελεύθερος καπιταλισμός επέβαλλε στον «υπανάπτυκτο» κόσμο, προτιμώντας αντίθετα να αποκλείσει τις χώρες αυτές από την ανάλυση του.
Σαφώς, ο συντριπτική πλειοψηφία του Τρίτου Κόσμου παραμένει υπερβολικά τελματωμένη στην ιστορία, και θα παραμείνει πεδίο αντιπαράθεσης για πολλά χρόνια στο μέλλον. Αλλά ας εστιάσουμε προς το παρόν στα μεγαλύτερα και πιο εξελιγμένα κράτη του κόσμου τα οποία είναι άλλωστε υπόλογα για το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας πολιτικής.
Διαπιστώνουμε εδώ το αποτέλεσμα του καπιταλιστικού φετιχισμού, ή εάν προτιμάται, του φιλελεύθερου φετιχισμού, με κάθε σαφήνεια. Ο Fukuyama απέτυχε να κατανοήσει ότι η επιτυχία ακριβώς της φιλελεύθερης τάξης που υπερασπίζεται οφείλεται στην εκμετάλλευση και την καθυπόταξη του έτσι αποκαλούμενου Τρίτου Κόσμου. Για τον ίδιο, οι κοινωνικές σχέσεις που ορίζουν τις υλικές και πολιτικές δυνάμεις παραμένουν εντελώς συγκεκαλυμμένες, ενώ η πραγμοποίηση του Δυτικού φιλελευθερισμού ως μια καλοπροαίρετη ιδέα έχει εγγραφεί βαθιά στην συνείδηση του. Δεν καταφέρνει να διαπιστώσει ότι ο φασισμός τον οποίο καταδικάζει περιλαμβάνεται στον σπόρο του φιλελευθερισμού που αγαπάει, αναμένοντας μόνο πως η επώαση της καπιταλιστικής κρίσης θα ανθήσει. Το μόνο που απομένει για αυτόν είναι ο ιδεαλισμός της ελευθερίας, του κράτους δικαίου, και της δημοκρατίας.
Αυτός ο ιδεαλισμός αναφορικά προς την καπιταλισμό και τον φιλελευθερισμό είναι που πρέπει να καταπολεμηθεί εάν πρόκειται να καταφέρουμε να διασώσουμε τον σοσιαλισμό. Η πραγμοποίηση πρέπει να αποδομηθεί σε κάθε διαθέσιμη ευκαιρία και οι εγγενείς κοινωνικές σχέσεις όλων των υλικών συνθηκών να αποσαφηνιστούν. Η υπαναχώρηση του Fukuyama από την βεβαιότητα του αναφορικά προς το τέλος της ιστορίας, και την πρόσδεση του τέλους αυτού με τον νεοφιλελευθερισμό, αποτελεί απόδειξη ότι οι ρωγμές αρχίζουν να φανερώνονται, ή έστω σε εκείνους που δεν τις είχαν ακόμη αντιληφθεί, ως προφανείς. Είναι αναγκαίο να καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια ώστε να τονίσουμε τους μυριάδες τρόπους με τους οποίους ο καπιταλισμός έχει αλλάξει τις κοινωνικές σχέσεις που συγκαλύπτωνται στις αλλαγές αυτές. Η ιστορία δεν έχει τερματιστεί, ούτε και είναι η τροχιά της αναπόφευκτη. Η επείγουσα ευθύνη μας είναι την κατευθύνουμε προς την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού, προς την κοινωνία στην οποία οι κοινωνικές μας σχέσεις διαμορφώνονται έτσι ώστε όλοι να ευημερούν.
Υποσημείωση
1. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι ο ορισμός του Marx για το φετίχ, το απλοϊκό θρησκευτικό σύμβολο που σχετίζεται με τους «απολίτιστους» λαούς, ήταν συνέπεια της άγνοιας του για τις κοινωνικές και υλικές σχέσεις που ορίζουν τις «δεισιδαίμονες» νοοτροπίες των λαών αυτών. Δες, J. Lorand Matory,The Fetish Revisited: Marx, Freud, and the Gods Black People Make/ Το Φετίχ Αναθεωρημένο: Marx, Freud, και οι Θεοί που οι Μαύροι Λαοί Σκαρφίζονται..
Capitalism is a Fetish – Class Autonomy
