Τελευταία νέα
Ριπαία πυρά ΣΥΡΙΖΑ ενάντια στους ανεξάρτητους βουλευτές: Στο στόχαστρο Φάμελλος, Γεροβασίλη και Ζαχαριάδης Απάτες σε βάρος ηλικιωμένων: Λεία άνω των 200.000 ευρώ με πρόσχημα διαρροές ρεύματος – Συνελήφθη 19χρονος Λ. Κουσούλης: Ποια θα είναι η κατάταξη των κομμάτων στις εκλογές – Αποκαλυπτικό βίντεο ΗΠΑ: Ο Ιλον Μασκ προσπαθεί να «αγοράσει» τις εκλογές Πτώση μεγάλου δέντρου κοντά στο Μέγαρο Μαξίμου – Κλειστή η Ηρώδου Αττικού [βίντεο] Σύνοδος Κορυφής: Ποιες προτάσεις βρίσκονται στο τραπέζι για την αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας Γλίτωσε από το ναυάγιο, όχι από το μαχαίρι: Οσμή ρατσισμού στην επίθεση σε βάρος μαθητή έξω από σχολείο της Αθήνας Διαμαρτυρίες για το δυστύχημα στη Motor Oil Τέσσερις από τις ομορφότερες φθινοπωρινές διαδρομές με αυτοκίνητο στα ελληνικά βουνά Σαρωτικό το πέρασμα της κακοκαιρίας: Ένας νεκρός στη Ρόδο και μεγάλες καταστροφές σε Εύβοια και Σποράδες Σύνοδος κορυφής στις Βρυξέλλες: Ενέργεια, προϋπολογισμός και μεταναστευτικό στο επίκεντρο των συγκρούσεων Κίμπερλι Γκιλφόιλ: Η κυβέρνηση στα θολά νερά της αποπομπής
Efsyn.gr

Ανατομία του Μεξικού

«Αν η φωτιά έκαιγε το σπίτι μου, τι θα έσωζα; Θα έσωζα τη φωτιά», γράφει ο Ζαν Κοκτό στο μότο του βιβλίου. Μια παραδοξότητα που μοιάζει να συνοψίζει την ουσία του πολυσέλιδου μυθιστορήματος του Γκιγέρμο Αριάγα: τι αξίζει να διασώσει κανείς όταν εκείνο που τον κάνει να αισθάνεται ζωντανός είναι συγχρόνως ικανό να καταστρέψει όσα συγκροτούσαν τη μέχρι τότε ύπαρξή του;
Στο ογκώδες και φιλόδοξο μυθιστόρημα που τιμήθηκε με το βραβείο Alfaguara το 2020, ο Μεξικανός Γκιγέρμο Αριάγα επιστρέφει σε έναν κόσμο όπου η βία δεν αποτελεί απόκλιση από την κανονικότητα καθώς για μεγάλο μέρος του πληθυσμού είναι η ίδια η κανονικότητα. Από τις πρώτες σελίδες γράφει για τη μεγάλη διαχωριστική γραμμή: «Τούτη η χώρα χωρίζεται στα δυο: στους φοβισμένους και στους οργισμένους. Οι φοβισμένοι είστε εσείς, αστοί… Από τον φόβο σας ζείτε φυλακισμένοι… Εμείς ζούμε οργισμένοι. Δεν έχουμε τίποτα. Είμαστε ελεύθεροι». Φόβος και οργή. Αυτοί είναι οι δύο πόλοι ανάμεσα στους οποίους κινείται το μυθιστόρημα. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους ο Αριάγα τοποθετεί μια θυελλώδη ερωτική ιστορία που μοιάζει εξ αρχής αδύνατη.
Η Μαρίνα Λονχίνες, χορογράφος, σύζυγος και μητέρα τριών παιδιών, ανήκει στην εύπορη τάξη της Πόλης του Μεξικού. Οταν η ομάδα χορού της παρουσιάζει μια παράσταση σε μια φυλακή, γνωρίζει τον Χοσέ Ουίστλικ, καταδικασμένο σε πενήντα χρόνια κάθειρξη. Η συνάντησή τους αποδεικνύεται μοιραία, καθώς η ηρωίδα δεν μπορεί να επιστρέψει στην καλά οργανωμένη, γεμάτη προνόμια, ζωή της. Ανάμεσα στους δύο δεν βρίσκεται μόνο η φυλακή, αλλά δύο διαφορετικά Μεξικά, δύο κοινωνικές τάξεις, δύο εμπειρίες του σώματος, της εξουσίας και της βίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Μαρίνα είναι χορογράφος. Η τέχνη της έχει ως υλικό το σώμα, την κίνηση, την ελευθερία του σώματος μέσα στον χώρο. Απέναντί της βρίσκεται ένα σώμα φυλακισμένο, ελεγχόμενο, περιορισμένο: το σώμα του Χοσέ. Η συνάντησή τους τους φέρνει αντιμέτωπους με αυτές τις δύο εκδοχές της επιθυμίας και καθώς η Μαρίνα διασχίζει το όριο, χάνει σταδιακά την απόσταση που την προστάτευε από τη βία. Η φυλακή -πραγματική και συμβολική- βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου. Εκεί συμπυκνώνονται η ταξική ανισότητα, η διαφθορά, ο κώδικας τιμής, το οργανωμένο έγκλημα και η διάτρητη απονομή δικαιοσύνης. Ωστόσο ο Αριάγα αποφεύγει τον εύκολο διαχωρισμό ανάμεσα σε θύτες και θύματα. Οι ήρωές του είναι ικανοί για αγάπη και ωμότητα, τρυφερότητα και καταστροφή, αλτρουισμό και κυνισμό.
Η αφήγηση διασπάται σε διαφορετικές φωνές, χρονικά επίπεδα και οπτικές γωνίες. Η Μαρίνα αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο, ο Φρανσίσκο, αδελφός του Χοσέ, απευθύνεται στον νεκρό πατέρα του, ενώ άλλες ενότητες περνούν στην τριτοπρόσωπη αφήγηση και ανάμεσά τους παρεμβάλλονται κείμενα των κρατουμένων. Οι ιστορίες που αρχικά μοιάζουν ασύνδετες, πλησιάζουν σταδιακά η μία την άλλη, μέχρις ότου αποκαλυφθούν οι μεταξύ τους δεσμοί. Ο Αριάγα μεταφέρει έτσι στην πεζογραφία μια τεχνική παράλληλου μοντάζ, που έχουμε συναντήσει και στα σενάριά του για τις ταινίες «Βαβέλ», «Οι τρεις ταφές», «21 γραμμάρια». Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στη γλώσσα καθώς κοινωνική τάξη, μορφωτικό επίπεδο και διαφορετικοί κόσμοι έχουν τη δική τους γλώσσα και ρυθμό.
Ο χρόνος ακολουθεί την ίδια λογική. Παρελθόν και παρόν διακόπτουν το ένα το άλλο, οι αιτίες μπορεί να εμφανιστούν μετά τα αποτελέσματά τους και μια πληροφορία να αποκτήσει τη σημασία της πολλές σελίδες αφότου πρωτοεμφανίστηκε. Ο αναγνώστης δεν παρακολουθεί απλώς την εξέλιξη μιας ιστορίας, καλείται να την ανασυνθέσει. Να θυμηθεί, να συνδέσει, κάποτε και να αναθεωρήσει την πρώτη του κρίση για έναν χαρακτήρα. Η καθυστέρηση της πληροφορίας δημιουργεί μεν αγωνία, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει και κάτι πιο ουσιαστικό: καμία ζωή δεν μπορεί να γίνει κατανοητή από μία μόνο οπτική γωνία.
Το «Να σώσουμε τη φωτιά» είναι πυκνό, πολυσέλιδο, ενίοτε εξαντλητικό μυθιστόρημα καθώς ο Αριάγα επιχειρεί να χωρέσει μέσα σε μια ερωτική ιστορία ένα ολόκληρο Μεξικό: τις ταξικές αντιθέσεις, την κληρονομιά των αυτοχθόνων, την οικογένεια, τη βία, τα ναρκωτικά, την τέχνη, την επιθυμία. Και πάνω απ’ όλα θέτει το ερώτημα που διατρέχει το βιβλίο σαν υπόγεια φλόγα: τι μπορεί να σωθεί όταν κάποιος αποφασίσει να περάσει τη διαχωριστική γραμμή και να ρισκάρει τα πάντα στο όνομα ενός έρωτα;
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...