Έντονη αντιπαράθεση έχει προκαλέσει νέα Κοινή Υπουργική Απόφαση που προβλέπει αμοιβή 250 ευρώ συν ΦΠΑ «ανά κεφάλι» για δικηγόρους που παρέχουν συνεδρίες νομικής καθοδήγησης σε πρόσφυγες στο πλαίσιο της διαδικασίας διαλογής στα σύνορα, με την αμοιβή να συνδέεται με περιπτώσεις όπου ο αιτών υποβάλει αίτηση οικειοθελούς απέλασης εντός δύο μηνών από τη συνεδρία και να καταβάλλεται μετά την ολοκλήρωση της απέλασης.
Η ρύθμιση, που έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στον νομικό κόσμο, αφορά αιτούντες που χαρακτηρίζονται ως «στερούμενοι ισχυρού προσφυγικού προφίλ», δηλαδή προερχόμενους από χώρες με ποσοστό αναγνώρισης προσφύγων κάτω του 75%, και περιλαμβάνεται στην ΚΥΑ 120961/2026 των υπουργείων Οικονομίας, Δικαιοσύνης και Μετανάστευσης (ΦΕΚ 3944/Β/30-6-2026).
Παράλληλα, η ίδια ΚΥΑ προβλέπει τη δυνατότητα δωρεάν νομικής καθοδήγησης για αιτούντες άσυλο, υπό την προϋπόθεση σχετικού γραπτού αιτήματος, είτε στη φάση της διαλογής είτε το αργότερο κατά την κατάθεση της αίτησης ασύλου. Η αμοιβή για κάθε συνεδρία –είτε ατομική είτε ομαδική– ορίζεται στα 160 ευρώ, χαμηλότερη δηλαδή από το μπόνους που προβλέπεται για τις περιπτώσεις οικειοθελούς αποχώρησης.
Σύμφωνα με την ΚΥΑ, η λεγόμενη «νομική καθοδήγηση» έχει περιορισμένο εύρος: δεν περιλαμβάνει προετοιμασία για συνέντευξη, σύνταξη υπομνημάτων ή άλλων εγγράφων, ούτε εξατομικευμένες νομικές στρατηγικές. Ο δικηγόρος δεν έχει πρόσβαση στον φάκελο του αιτούντος και δεν ενεργεί εξ ονόματός του, αλλά περιορίζεται σε γενική ενημέρωση για τη διαδικασία ασύλου.
Η διάταξη έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και για τον τρόπο εφαρμογής της. Οι συνεδρίες μπορούν να πραγματοποιούνται μαζικά, με 15 έως 50 άτομα, διάρκεια έως δύο ώρες και μοναδική εφαρμογή ανά άτομο σε επίπεδο Ε.Ε. Οι ενδιαφερόμενοι ενημερώνονται έως και 24 ώρες πριν, ενώ η παρουσία μπορεί να εποπτεύεται από υπαλλήλους του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Η συμμετοχή δικηγόρων γίνεται μέσω ειδικού μητρώου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Η ρύθμιση έχει χαρακτηριστεί από την Εναλλακτική Παρέμβαση Δικηγόρων ως «όνειδος για τον υπερασπιστικό χαρακτήρα της δικηγορίας», με αναφορές σε «μπόνους – δωροδοκία» και «επαίσχυντη διάταξη». Όπως υποστηρίζεται, ο ρόλος του δικηγόρου υποβαθμίζεται σε τυπική παράθεση διατάξεων, χωρίς ουσιαστική νομική συνδρομή, γεγονός που –κατά τους επικριτές– αλλοιώνει τον ίδιο τον πυρήνα του λειτουργήματος και εγείρει ζητήματα συνταγματικότητας και συμβατότητας με τον Κώδικα Δικηγόρων.
Από την πλευρά της, η Νέα Αριστερά ζητά την απόσυρση της διάταξης για το μπόνους, κάνοντας λόγο για αντιμετώπιση των δικηγόρων ως «πλασιέ προώθησης απελάσεων», που ευτελίζει έναν ολόκληρο επαγγελματικό κλάδο και υπονομεύει τη νομιμότητα της διαδικασίας ασύλου και τις διεθνείς συμβάσεις.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η τοποθέτηση της δικηγόρου και μέλους του ΔΣΑ Ελένης Σπαθανά, η οποία κάνει λόγο για «ντροπή για τη δημοκρατία». Όπως επισημαίνει, η ΚΥΑ αφαιρεί από τον δικηγόρο την ουσιαστική του ιδιότητα, περιορίζοντάς τον σε απλό αναγνώστη νομικών διατάξεων χωρίς δυνατότητα παροχής πραγματικής συμβουλής, ενώ ταυτόχρονα εισάγει οικονομικό κίνητρο που –κατά την ίδια– υπονομεύει την αμεροληψία του λειτουργήματος και οδηγεί σε θεσμική εκτροπή της διαδικασίας.
Η ίδια τονίζει ότι η ρύθμιση όχι μόνο απαξιώνει τον ρόλο της δικηγορίας, αλλά δημιουργεί και συνθήκες αθέμιτης επιρροής μέσω οικονομικών κινήτρων, μετατρέποντας –όπως υποστηρίζει– μια διαδικασία προστασίας δικαιωμάτων σε μηχανισμό αποτροπής.
Διαβάστε περισσότερα
