Δεκαέξι χρόνια μετά την έναρξη των μνημονίων, οι αυξήσεις των τελευταίων ετών στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων δεν έχουν αποκαταστήσει τις απώλειες που καταγράφηκαν από το 2009.
Αυτό προκύπτει από μελέτη του Πανελλήνιου Συλλόγου Υπαλλήλων ΟΑΕΔ – τ. ΟΕΕ – τ. ΟΕΚ (ΠΑΝΣΥΠΟ), η οποία επιχειρεί να αποτυπώσει την πραγματική εξέλιξη του εισοδήματος των δημοσίων υπαλλήλων, συνυπολογίζοντας τον πληθωρισμό, τη φορολογία, τις κρατήσεις, την κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού, αλλά και την απώλεια μισθολογικής εξέλιξης.
Η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής: σε ονομαστικούς όρους, το καθαρό ετήσιο εισόδημα από το 2009 έως το 2025 αυξήθηκε μόλις κατά 1,5% για υπαλλήλους ΔΕ, κατά 12,2% για ΤΕ και κατά 13,2% για ΠΕ. Σε πραγματικούς όρους, δηλαδή μετά την επίδραση του πληθωρισμού, η αγοραστική δύναμη παραμένει χαμηλότερη κατά 20,4% για τους ΔΕ, 12% για τους ΤΕ και 11,2% για τους ΠΕ.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δυσμενής όταν η σύγκριση δεν γίνεται με βάση τον γενικό δείκτη τιμών, αλλά με ένα καλάθι βασικών αναγκών. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της μελέτης, οι τιμές σε Διατροφή, Στέγαση και Μεταφορές αυξήθηκαν κατά 44,8% την ίδια περίοδο. Με βάση αυτόν τον δείκτη, η απώλεια αγοραστικής δύναμης φτάνει το 29,9% για τους υπαλλήλους ΔΕ, το 22,5% για τους ΤΕ και το 21,8% για τους ΠΕ.
Δύο μισθοί που δεν υπάρχουν πλέον
Στο εισόδημα των δημοσίων υπαλλήλων εξακολουθεί, παράλληλα, να βαραίνει η κατάργηση του 13ου και του 14ου μισθού. Με τα σημερινά δεδομένα, δύο πρόσθετοι βασικοί μισθοί αντιστοιχούν σε 2.981 ευρώ για έναν υπάλληλο ΔΕ, 3.799 ευρώ για ΤΕ και 4.021 ευρώ για ΠΕ. Η σωρευτική μικτή απώλεια από την κατάργησή τους έως το 2025, σύμφωνα με το οικονομικό σενάριο της μελέτης, υπολογίζεται περίπου σε 37.000, 48.000 και 51.000 ευρώ αντίστοιχα.
Το ζήτημα αποκτά νέα πολιτική διάσταση μετά την απόφαση 1201/2026 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς η επαναφορά των δύο μισθών παραπέμπεται πλέον στη νομοθετική και δημοσιονομική επιλογή της Πολιτείας.
Στις απώλειες προστίθεται και η διετία 2016–2017, κατά την οποία είχε ανασταλεί η μισθολογική εξέλιξη. Η απώλεια, σύμφωνα με τη μελέτη, έχει ήδη μεταφραστεί σε 3.600 ευρώ για τους υπαλλήλους ΔΕ, 5.940 ευρώ για τους ΤΕ και 6.372 ευρώ για τους ΠΕ έως το τέλος του 2025. Η μισθολογική υστέρηση, μάλιστα, συνεχίζεται μέχρι να καλυφθεί η διαφορά στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια.
Υπερωρίες με «ψαλιδισμένη» αμοιβή
Ιδιαίτερη θέση στη μελέτη καταλαμβάνει η υπερωριακή εργασία. Το ανώτατο όριο απογευματινής υπερωριακής απασχόλησης έχει περιοριστεί από τις 720 ώρες ετησίως το 2009 στις 240, ενώ παράλληλα η ωριαία αποζημίωση μειώθηκε από το 1/200 στο 1/280 του βασικού μισθού.
Με βάση τα τρία μισθολογικά προφίλ που εξετάζει η μελέτη, αυτό μεταφράζεται σήμερα σε μόλις 5,49 ευρώ μικτά την ώρα για ΔΕ, 6,95 ευρώ για ΤΕ και 7,35 ευρώ για ΠΕ.
Η σύγκριση με την αμοιβή της νόμιμης υπερωρίας στον ιδιωτικό τομέα αναδεικνύει ακόμη μεγαλύτερη απόσταση. Για τους ίδιους μηνιαίους μισθούς, η αντίστοιχη ωριαία αμοιβή υπολογίζεται σε 12,92, 16,35 και 17,29 ευρώ. Με άλλα λόγια, η υπερωριακή ώρα στον δημόσιο τομέα αντιστοιχεί περίπου στο 42,5% της αντίστοιχης αμοιβής στον ιδιωτικό.
Σύμφωνα με τη μελέτη, μάλιστα, η εικόνα δεν είναι ευνοϊκή ούτε σε σύγκριση με άλλα ευρωπαϊκά δημόσια συστήματα. Στα παραδείγματα που εξετάστηκαν, οι προσαυξήσεις για υπερωριακή εργασία κυμαίνονται από 15% έως 30% στη Γερμανία, από 25% έως 27% στη Γαλλία, από 15% έως 50% στην Ιταλία και από 50% έως 100% στην Κύπρο. Στην Ισπανία, η αντιστάθμιση σε χρόνο μπορεί να φτάσει ακόμη και το 100%–150% επιπλέον.
585,5 εκατ. ευρώ για συμβουλευτικές συμβάσεις
Μέσα σε αυτή την εικόνα, ο ΠΑΝΣΥΠΟ θέτει και ζήτημα δημοσιονομικών προτεραιοτήτων, συγκρίνοντας το κόστος των μισθολογικών παρεμβάσεων με τις δαπάνες για συμβουλευτικές υπηρεσίες.
Η οριζόντια αύξηση των 30 ευρώ τον μήνα στους δημοσίους υπαλλήλους το 2025 είχε, μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές, δημοσιονομικό κόστος 215 εκατ. ευρώ. Την ίδια χρονιά, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας Consultocracy που επικαλείται η μελέτη, καταγράφηκαν 613 συμβουλευτικές συμβάσεις συνολικής αξίας 585,5 εκατ. ευρώ.
Πρόκειται για ποσό περίπου 2,72 φορές μεγαλύτερο από το συνολικό κόστος της αύξησης των 30 ευρώ. Ο ΠΑΝΣΥΠΟ διευκρινίζει ότι η σύγκριση αφορά την κλίμακα των πόρων και όχι την ταύτιση των δύο κατηγοριών δαπάνης, καθώς οι συμβουλευτικές υπηρεσίες και η ετήσια μισθολογική δαπάνη έχουν διαφορετική λογιστική φύση.
Ωστόσο, το ερώτημα που θέτει είναι εάν για κάθε εξωτερική ανάθεση υπάρχει σαφής τεκμηρίωση της ανάγκης, ποιο είναι το παραδοτέο, ποιο το μετρήσιμο αποτέλεσμα και κατά πόσο η τεχνογνωσία που αποκτάται παραμένει τελικά στις δημόσιες υπηρεσίες.
Η μελέτη καταλήγει στην ανάγκη για συνολική επανεξέταση της μισθολογικής πολιτικής στο Δημόσιο, με επίκεντρο την αναγνώριση της διετίας 2016–2017, την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού και την αναμόρφωση του τρόπου αμοιβής της υπερωριακής εργασίας.
Πάνω απ’ όλα, όμως, επιχειρεί να μετατοπίσει τη συζήτηση από τις ονομαστικές αυξήσεις στην πραγματική αγοραστική δύναμη. Γιατί μπορεί ο μισθός να αυξάνεται στα χαρτιά, όμως όταν το κόστος των βασικών αγαθών και υπηρεσιών έχει αυξηθεί πολύ περισσότερο, το τελικό αποτέλεσμα για το εισόδημα των εργαζομένων είναι διαφορετικό.
Και αυτό ακριβώς είναι το βασικό συμπέρασμα της μελέτης: οι αυξήσεις που δόθηκαν τα τελευταία χρόνια δεν έχουν αναπληρώσει τις απώλειες των προηγούμενων δεκαέξι ετών.
Δείτε τη μελέτη του ΠΑΝΣΥΠΟ:
