-Η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη προσπάθειας, αλλά από έλλειψη παραγωγικής αξίας. Ο τουρισμός φέρνει κόσμο, αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο χρήμα, πόση ποιότητα και πόση διάρκεια αφήνει πίσω του. Το Ταμείο Ανάκαμψης είναι ευκαιρία μόνο αν μετατραπεί σε τεχνολογία, εξωστρέφεια, κλίμακα και παραγωγικότητα. Η αγορά πρέπει να ακούσει την προειδοποίηση καθαρά: το μοντέλο της ποσότητας τελειώνει, η επόμενη δεκαετία ανήκει στην οικονομία υψηλής αξίας.#money-grid-35365{list-style:none;margin:0;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-35365>li{float:left;width:49%;min-width:250px;list-style:none;margin:0 1% 1% 0;;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-35365>li.last{margin-right:0;}#money-grid-35365>li.last+li{clear:both;}@media only screen and (max-width:768px) {#money-grid-35365>li{width:100%;}}
Των Δρ. Νικόλαου Αντωνακάκη και Δρ. Πέτρου Λοή
Η ελληνική οικονομία δείχνει σήμερα καλύτερη εικόνα από εκείνη που είχε στη μακρά περίοδο της κρίσης. Η χώρα έχει ξαναβρεί μακροοικονομική σταθερότητα και αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Όμως πίσω από αυτή την εικόνα υπάρχει ένα πρόβλημα που η αγορά το γνωρίζει, το ζει και το πληρώνει καθημερινά: η Ελλάδα εξακολουθεί να παράγει περιορισμένη αξία για κάθε ώρα εργασίας. Οι χαμηλοί μισθοί δεν είναι η αιτία. Είναι το αποτέλεσμα ενός παραγωγικού μοντέλου που δεν έχει αλλάξει αρκετά.
Το 2025 η οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2,1%, ταχύτερα από την Ευρωζώνη, αλλά το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παρέμεινε στα 14,1 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να προσέξει κάθε επαγγελματίας. Η χώρα μεγαλώνει, αλλά δεν παράγει ακόμη αρκετά διεθνώς εμπορεύσιμη αξία. Το παλιό μοντέλο της ανταγωνιστικότητας μέσω φθηνής εργασίας και εσωτερικής υποτίμησης έχει τελειώσει. Δεν μπορεί μια οικονομία να ζητά υψηλότερους μισθούς, καλύτερη ζωή και ισχυρή διεθνή θέση, όταν το παραγωγικό της σύστημα παραμένει εγκλωβισμένο σε χαμηλή προστιθέμενη αξία.
Η απάντηση δεν είναι περισσότερη πίεση στους εργαζόμενους. Η απάντηση είναι πιο έξυπνη παραγωγή, μεγαλύτερη κλίμακα και καλύτερη θέση στις αλυσίδες αξίας. Η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί από την οικονομία χαμηλής εξειδίκευσης και εγχώριας κατανάλωσης προς μια οικονομία υψηλής προστιθέμενης αξίας: μεταποίηση μέσης και υψηλής τεχνολογίας, ναυτιλιακές υπηρεσίες, logistics, αγροδιατροφή με διεθνές branding, φαρμακοβιομηχανία, ενεργειακές υποδομές, αμυντικές και ψηφιακές υπηρεσίες, όπως fintech και health tech. Εκεί χτίζεται εισόδημα. Εκεί χτίζεται διατηρήσιμη ανταγωνιστικότητα.
Η ανάπτυξη υπάρχει, η παραγωγικότητα μένει πίσω
Η Ελλάδα αναπτύσσεται, αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η ανάπτυξη παράγει πραγματικό εισόδημα ή απλώς περισσότερη οικονομική κίνηση χωρίς βάθος.
Η παραγωγικότητα της εργασίας είναι ο πιο καθαρός δείκτης για το αν μια οικονομία δημιουργεί πραγματική ευημερία ή απλώς κινείται γρήγορα χωρίς να αλλάζει επίπεδο. Στην Ελλάδα η εικόνα είναι διπλή. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας αυξήθηκε κατά 2,6%, πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που περιορίστηκε στο 1,4%. Αυτό είναι θετικό. Δεν αρκεί όμως. Σε σύγκριση με το 2009, η παραγωγικότητα ανά ώρα στην Ελλάδα παραμένει το 2024 χαμηλότερη κατά 14%, ενώ η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο υπολείπεται κατά 18%. Η Ελλάδα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή οικονομία που δεν έχει επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα παραγωγικότητας.
Σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης, το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 56,2% του μέσου όρου της ΕΕ27, τοποθετώντας τη χώρα στην τελευταία θέση μεταξύ των κρατών μελών. Η τελευταία συγκρίσιμη αποτίμηση της Εθνικής Επιτροπής Παραγωγικότητας δείχνει ότι το ελληνικό ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας βρίσκεται περίπου στο 49% του μέσου όρου της ΕΕ27 και στο 43% του μέσου όρου της Ευρωζώνης. Την ίδια στιγμή, ο ΟΟΣΑ καταγράφει 1.898 ώρες εργασίας ανά εργαζόμενο το 2024, από τις υψηλότερες επιδόσεις στην Ευρώπη. Άρα η διάγνωση είναι ξεκάθαρη: δεν μας λείπει η δουλειά. Μας λείπει η αξία που παράγει η δουλειά.
Διάγραμμα 1. Το παραγωγικό κενό της Ελλάδας: σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και διαχρονική υστέρηση έναντι του 2009.
Πηγή: ΟΟΣΑ, Ελληνική Εθνική Επιτροπή Παραγωγικότητας, Eurostat, ΚΕΦΙΜ.
Η υστέρηση δεν οφείλεται σε μειωμένη εργατικότητα. Είναι δομικό πρόβλημα αγοράς. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η Ελλάδα εξαρτάται δυσανάλογα από κλάδους που παραδοσιακά έχουν χαμηλότερη παραγωγικότητα: ξενοδοχεία, εστίαση, λιανικό εμπόριο και χερσαίες μεταφορές. Αντίθετα, η απασχόληση στη μεταποίηση μέσης και υψηλής τεχνολογίας φτάνει μόλις στο 1,4% της συνολικής απασχόλησης, έναντι 6,0% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και παραμένει συγκεντρωμένη στην Αττική. Αυτό δεν είναι απλή στατιστική. Είναι ο λόγος για τον οποίο η χώρα δουλεύει πολύ, αλλά δεν αμείβεται όσο θα έπρεπε.
Το παραγωγικό έλλειμμα φαίνεται στο εξωτερικό ισοζύγιο
Το εξωτερικό ισοζύγιο λέει την αλήθεια που η αγορά γνωρίζει καλά: εισάγουμε ακριβά, εξάγουμε λιγότερη αξία και κρατάμε ανοιχτή μια παραγωγική πληγή.
Το εξωτερικό ισοζύγιο δείχνει χωρίς ωραιοποίηση την πραγματική δύναμη μιας οικονομίας. Η Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραψε το 2025 έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών 14,1 δισεκατομμυρίων ευρώ, μειωμένο κατά 2,8 δισεκατομμύρια έναντι του 2024. Η μείωση στηρίχθηκε κυρίως στην αύξηση των ταξιδιωτικών εισπράξεων κατά 9,4%, οι οποίες έφθασαν τα 23,6 δισεκατομμύρια ευρώ. Όμως το ισοζύγιο αγαθών παραμένει η μεγάλη αιμορραγία. Χωρίς τα καύσιμα, οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 2,5% σε τρέχουσες τιμές, ενώ οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 3,0%.
Εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος. Η Ελλάδα δεν έχει μόνο δημοσιονομική ή εισοδηματική πρόκληση. Έχει παραγωγική πρόκληση. Όταν μια χώρα εισάγει βιομηχανικά μηχανήματα, ιατρικό εξοπλισμό και προηγμένα καταναλωτικά αγαθά, ενώ εξάγει κυρίως υπηρεσίες φιλοξενίας και αγροτικά προϊόντα χαμηλής επεξεργασίας, οι όροι του παιχνιδιού είναι δύσκολοι. Το 2025 οι καθαρές εισροές Ξένων Άμεσων Επενδύσεων έφθασαν τα 12 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό είναι ψήφος εμπιστοσύνης. Αλλά η εμπιστοσύνη πρέπει να μετατραπεί σε παραγωγική βάση, όχι απλώς σε συγκυριακή εισροή κεφαλαίων.
Πίνακας 1. Συνοπτική εικόνα της ελληνικής οικονομίας: μακροοικονομικοί και διαρθρωτικοί δείκτες.
Δείκτης
Τιμή
Έτος
Πηγή
Ρυθμός αύξησης ΑΕΠ Ελλάδας
+2,1%
2025
Τράπεζα της Ελλάδος
Ρυθμός αύξησης ΑΕΠ Ευρωζώνης
+1,4%
2025
Eurostat
Έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών
14,1 δισ. €
2025
Τράπεζα της Ελλάδος
Παραγωγικότητα ανά ώρα έναντι 2009
-14,0%
2024
Eurostat / ΚΕΦΙΜ
Παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο έναντι 2009
-18,0%
2024
Eurostat / ΚΕΦΙΜ
ΑΕΠ ανά ώρα ως ποσοστό μέσου όρου ΕΕ27
περίπου 49%
Τελευταία διαθέσιμη
Εθν. Επιτροπή Παραγωγικότητας
Ώρες εργασίας ανά εργαζόμενο
1.898
2024
ΟΟΣΑ
Μέσες ετήσιες αποδοχές πλήρους απασχόλησης
25.679,8 €
2024
ΟΟΣΑ
Εκτίμηση μέσων αποδοχών
26.563 €
2025
ΟΟΣΑ
Καθαρές εισροές Ξένων Άμεσων Επενδύσεων
12,0 δισ. €
2025
Τράπεζα της Ελλάδος
Πρόοδος εκταμίευσης «Ελλάδα 2.0»
68% (24,6 δισ. €)
2025
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Πηγές: Τράπεζα της Ελλάδος, Eurostat, ΟΟΣΑ, Ελληνική Εθνική Επιτροπή Παραγωγικότητας, ΚΕΦΙΜ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Τουρισμός: πολλά νούμερα, λιγότερη αξία
Ο τουρισμός γράφει ρεκόρ, αλλά η κρίσιμη μάχη δεν είναι οι αφίξεις, είναι το χρήμα που μένει σε κάθε προορισμό, σε κάθε επιχείρηση και σε κάθε τοπική οικονομία.
Ο τουρισμός είναι και θα παραμείνει ένας από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Το 2024 η άμεση επίπτωση του κλάδου στο ΑΕΠ ανήλθε σε 30,2 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή 12,7% του ΑΕΠ, ενώ η συνολική συνεισφορά, μαζί με τις έμμεσες και επαγόμενες επιδράσεις, προσεγγίζει το 31% του εθνικού προϊόντος. Το 2025 οι ταξιδιωτικές εισπράξεις έφθασαν τα 23,6 δισεκατομμύρια ευρώ, με αύξηση αφίξεων κατά 6,4%. Τα μεγέθη είναι εντυπωσιακά. Αλλά η αγορά δεν πρέπει να κοιτά μόνο τον όγκο. Πρέπει να κοιτά την αξία.
Η ποιοτική εικόνα του τουρισμού είναι πιο ανησυχητική από όσο δείχνουν οι τίτλοι των ρεκόρ. Η μέση κατά κεφαλή δαπάνη υποχώρησε από 603,2 ευρώ το 2023 στα 572,8 ευρώ το 2024 και στα 545,5 ευρώ το 2025. Η μέση διάρκεια παραμονής μειώθηκε από 7,0 σε 6,4 και στη συνέχεια στις 5,6 διανυκτερεύσεις. Δηλαδή οι επισκέπτες έρχονται περισσότεροι, αλλά μένουν λιγότερο και αφήνουν λιγότερα χρήματα ανά ταξίδι. Στην κρουαζιέρα η εικόνα είναι ακόμη πιο καθαρή: η μέση κατά κεφαλή δαπάνη μειώθηκε κατά 16,6% το 2024, στα 211 ευρώ. Αυτό είναι σήμα αγοράς, όχι λεπτομέρεια.
Διάγραμμα 2. Τουρισμός: η σχέση μεταξύ αυξανόμενων αφίξεων και μειούμενης δαπάνης ανά ταξίδι.
Πηγή: ΙΝΣΕΤΕ Intelligence, Τράπεζα της Ελλάδος. Στοιχεία χωρίς κρουαζιέρα.
Πίνακας 2. Διαχρονική εξέλιξη των βασικών δεικτών εισερχόμενου τουρισμού.
Δείκτης εισερχόμενου τουρισμού
2015
2023
2024
2025
Αφίξεις (χωρίς κρουαζιέρα), εκατομμύρια
26,1
32,7
36,0
38,3
Ταξιδιωτικές εισπράξεις, δισ. €
μη διαθέσιμο
19,7
20,6
23,6
Μέση δαπάνη ανά ταξίδι, €
μη διαθέσιμο
603,2
572,8
545,5
Μέση διάρκεια παραμονής, διανυκτερεύσεις
7,8
7,0
6,4
5,6
Μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση, €
73,9
86,6
89,1
μη διαθέσιμο
Πηγές: Τράπεζα της Ελλάδος, ΙΝΣΕΤΕ Intelligence 2024 και 2025. Τιμές 2025 βάσει επικαιροποιημένων στοιχείων ταξιδιωτικού ισοζυγίου.
Η συγκέντρωση της τουριστικής δραστηριότητας κάνει το πρόβλημα ακόμη πιο έντονο. Το 55% των εισπράξεων και το 52% των αφίξεων του 2024 πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά στο τρίτο τρίμηνο. Στο Νότιο Αιγαίο η τουριστική δαπάνη αντιστοιχεί στο 110% του τοπικού ΑΕΠ, στα Ιόνια Νησιά στο 75% και στην Κρήτη στο 56%. Η εικόνα είναι σαφής: ο τουρισμός είναι δύναμη, αλλά όταν λειτουργεί ως μονοκαλλιέργεια, δημιουργεί ευαλωτότητα. Η ποσότητα χωρίς αναβάθμιση της αξίας δεν αρκεί.
Η απάντηση δεν είναι να μικρύνει ο τουρισμός. Η απάντηση είναι να ανέβει επίπεδο. Η χώρα πρέπει να περάσει από το μοντέλο «περισσότερα δωμάτια, περισσότερη σεζόν» στο μοντέλο «μεγαλύτερη αξία ανά επισκέπτη». Το 87,4% των εισπράξεων του 2025 προήλθε από ταξίδια αναψυχής. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει χώρος για συνεδριακό, εκπαιδευτικό, ιατρικό, πολιτιστικό και θαλάσσιο τουρισμό, με υψηλότερη κατά κεφαλή δαπάνη και μεγαλύτερη διάχυση του πλούτου εκτός των αμιγώς τουριστικών περιοχών. Εκεί βρίσκεται η επόμενη επαγγελματική ευκαιρία της αγοράς.
Μικρή κλίμακα, χαμηλή ψηφιακή ένταση
Η ελληνική επιχείρηση δεν χρειάζεται μόνο επιδότηση, χρειάζεται μέγεθος, συμμαχίες, ψηφιακά εργαλεία και τρόπο να σταθεί σε αγορές που δεν συγχωρούν μικρή κλίμακα.
Το δεύτερο μεγάλο εμπόδιο είναι το μέγεθος των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι ενεργές επιχειρήσεις ανήλθαν σε 932.549 το 2023, με συνολικό κύκλο εργασιών 411,0 δισεκατομμυρίων ευρώ και απασχόληση 3.488.231 ατόμων. Η συντριπτική πλειονότητα βρίσκεται στην κατηγορία των πολύ μικρών επιχειρήσεων, με 1 έως 9 εργαζόμενους. Ο ΟΟΣΑ καταγράφει ότι το 47% της απασχόλησης ήταν συγκεντρωμένο σε μικροεπιχειρήσεις το 2022, ενώ οι ΜμΕ αντιστοιχούσαν στο 83% της συνολικής απασχόλησης. Αυτή η διάρθρωση έχει κοινωνική σημασία, αλλά έχει και παραγωγικό κόστος.
Στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, η παραγωγικότητα υστερεί κατά 15% έναντι του 2009, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις, άνω των 250 εργαζομένων, έχουν ανακτήσει πλήρως τα προ κρίσης επίπεδα. Το μέγεθος δεν είναι θέμα εικόνας. Είναι θέμα δυνατότητας. Μικρή κλίμακα σημαίνει λιγότερη πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό, μικρότερη δυνατότητα επένδυσης σε Έρευνα και Ανάπτυξη, περιορισμένη ψηφιακή αναβάθμιση και δυσκολία προσέλκυσης εξειδικευμένων ανθρώπων. Με απλά λόγια, πολλές επιχειρήσεις δουλεύουν σκληρά, αλλά χωρίς τα εργαλεία που αυξάνουν την αξία κάθε ώρας εργασίας.
Διάγραμμα 3. Το ψηφιακό κενό: ψηφιακή ωριμότητα ΜμΕ και ανθρώπινο κεφάλαιο, Ελλάδα έναντι ΕΕ27.
Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή SWD(2025)294, ΟΟΣΑ Economic Surveys Greece 2024.
Η ψηφιακή υστέρηση είναι επίσης καθαρή. Μόλις το 53,42% των ελληνικών ΜμΕ είχε το 2024 τουλάχιστον βασικό επίπεδο ψηφιακής έντασης, έναντι 72,91% στην ΕΕ. Μόνο το 18,75% βρισκόταν σε υψηλό ή πολύ υψηλό επίπεδο, έναντι 32,66% στην ΕΕ. Στο ανθρώπινο κεφάλαιο, μόλις το 52,4% του πληθυσμού ηλικίας 16-74 ετών είχε βασικές ψηφιακές δεξιότητες το 2023, ενώ στην ύπαιθρο το ποσοστό υποχωρεί στο 36,04%. Οι ειδικοί ΤΠΕ αντιστοιχούν μόλις στο 2,5% της απασχόλησης, στο μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου του 5,0%. Χωρίς ψηφιακή βάση, δεν υπάρχει άλμα παραγωγικότητας.
Η λύση δεν είναι να εξαφανιστούν οι μικρές επιχειρήσεις. Η λύση είναι να αποκτήσουν κλίμακα, συμμαχίες και υποδομές. Χρειάζονται επιθετικά φορολογικά και χρηματοδοτικά κίνητρα για συγχωνεύσεις, εξαγορές, συνεργατικούς σχηματισμούς, κοινές ψηφιακές πλατφόρμες και κοινοπρακτικούς εξαγωγικούς μηχανισμούς. Στην καινοτομία, η Ελλάδα παραμένει «Moderate Innovator» στο 75,8% του μέσου όρου της ΕΕ, στην 20ή θέση μεταξύ των κρατών μελών. Υπάρχει πρόοδος, αλλά όχι ακόμη το παραγωγικό άλμα που χρειάζεται η οικονομία.
Ταμείο Ανάκαμψης: όχι απορρόφηση, παραγωγικός μετασχηματισμός
Το Ταμείο Ανάκαμψης θα κριθεί όχι από τα ποσά που απορροφήθηκαν, αλλά από το αν άφησε πίσω του επιχειρήσεις πιο παραγωγικές, πιο ψηφιακές και πιο εξωστρεφείς.
Για τη μετάβαση αυτή, η Ελλάδα έχει στα χέρια της ένα ιστορικό εργαλείο: το αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το «Ελλάδα 2.0». Κινητοποιεί πόρους ύψους 30,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, με 18,4 δισ. επιχορηγήσεις και 12,7 δισ. δάνεια, περιλαμβάνει 106 επενδύσεις και 68 μεταρρυθμίσεις, και αναμένεται να κινητοποιήσει περίπου 60 δισεκατομμύρια ευρώ επενδύσεων έως το τέλος του 2026. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι η πλήρης υλοποίηση μπορεί να αυξήσει το πραγματικό ΑΕΠ κατά 7% έως το 2026, κυρίως μέσω επενδύσεων και αύξησης της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών.
Πίνακας 3. Η αρχιτεκτονική του «Ελλάδα 2.0»: πυλώνες, προϋπολογισμός και βασικές παρεμβάσεις.
Πυλώνας «Ελλάδα 2.0»
Προϋπολογισμός
Βασικές παρεμβάσεις
1. Πράσινη Μετάβαση
6,19 δισ. €
Ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, πράσινες μεταφορές, προστασία βιοποικιλότητας, νέο ενεργειακό μείγμα.
2. Ψηφιακός Μετασχηματισμός
2,17 δισ. €
Ψηφιοποίηση κράτους και επιχειρήσεων, ευρυζωνικά δίκτυα, διαλειτουργικότητα συστημάτων.
3. Απασχόληση, Δεξιότητες, Κοινωνική Συνοχή
5,18 δισ. €
Επαγγελματική κατάρτιση, ψηφιακές δεξιότητες, εκσυγχρονισμός Υγείας.
4. Ιδιωτικές Επενδύσεις και Μετασχηματισμός Οικονομίας
4,83 δισ. €
Έρευνα και Καινοτομία, ανταγωνιστικότητα και εξαγωγές, ψηφιακή δικαιοσύνη, φορολογικά εργαλεία.
Σύνολο πόρων (επιχορηγήσεις και δάνεια)
30,5 δισ. €
106 επενδύσεις και 68 μεταρρυθμίσεις. Αναμενόμενη συνολική κινητοποίηση επενδύσεων: περίπου 60 δισ. € έως το τέλος του 2026.
Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών, Αναλυτική Περιγραφή «Ελλάδα 2.0». Εκτιμήσεις πολλαπλασιαστικών επιδράσεων: Τράπεζα της Ελλάδος, υπόδειγμα QUEST.
Η Ελλάδα έχει ήδη πετύχει εισροή 24,6 δισεκατομμυρίων ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 68% του εγκεκριμένου προϋπολογισμού και στο 10,9% του ΑΕΠ του 2023. Με αυτό το μέγεθος, βρίσκεται στην πρώτη θέση μεταξύ των κρατών μελών ως προς τη σημασία των κοινοτικών εκταμιεύσεων στην εθνική οικονομία. Όμως εδώ υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος: να μπερδέψουμε την απορρόφηση με τον μετασχηματισμό. Το Ταμείο Ανάκαμψης λειτουργεί με ορόσημα και μετρήσιμους στόχους, ενώ η συγκέντρωση πόρων σε λίγες μεγάλες εταιρικές οντότητες, με 3,7 δισεκατομμύρια ευρώ σε μόλις 20 εταιρείες, απειλεί τη διάχυση των ωφελειών.
Το ζητούμενο δεν είναι να περάσουν τα κονδύλια από τα βιβλία. Το ζητούμενο είναι να αλλάξουν το παραγωγικό μοντέλο. Οι πόροι πρέπει να πάνε εκεί όπου αφήνουν μόνιμο αποτύπωμα: ψηφιοποίηση ΜμΕ, ενεργειακή αναβάθμιση της βιομηχανίας, υποδομές logistics, σύνδεση πανεπιστημίων και επιχειρήσεων μέσα από μοντέλο τριπλού έλικα καινοτομίας, και ενίσχυση εξαγώγιμων αλυσίδων αξίας. Ό,τι δεν αυξάνει παραγωγικότητα, εξωστρέφεια και τεχνολογική ικανότητα, δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι απλή διαχείριση πόρων.
Μισθοί, στέγαση και το νέο συμβόλαιο παραγωγικότητας
Οι μισθοί δεν ανεβαίνουν πραγματικά με ευχές, ανεβαίνουν όταν η παραγωγικότητα, τα κέρδη, οι δεξιότητες και η στέγαση μπουν στο ίδιο αναπτυξιακό συμβόλαιο.
Η αγορά εργασίας έχει βελτιωθεί. Σύμφωνα με τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ, ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα ξεπέρασε το ψυχολογικό φράγμα των 1.500 ευρώ. Το ποσοστό μισθωτών με μικτές αποδοχές κάτω των 1.000 ευρώ μειώθηκε από 46,3% το 2024 στο 36,5% το 2025. Η μισθωτή απασχόληση κατέγραψε ιστορικό ρεκόρ, με 4.352.366 απασχολούμενους το Δ’ τρίμηνο του 2025 και ανεργία 8,3%, δηλαδή 7,5% τον Δεκέμβριο, το χαμηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2008. Παρά ταύτα, οι μέσες ακαθάριστες ετήσιες αποδοχές πλήρους απασχόλησης ανήλθαν σε 25.679,8 ευρώ το 2024 και εκτιμώνται σε 26.563 ευρώ για το 2025, επίπεδα σαφώς χαμηλότερα από τις βορειοευρωπαϊκές οικονομίες.
Η ονομαστική βελτίωση στους μισθούς χάνει μέρος της δύναμής της λόγω της στεγαστικής κρίσης. Σύμφωνα με τη Eurostat, η Ελλάδα κατέγραψε το 2024 ποσοστό στεγαστικής υπερεπιβάρυνσης 28,9%, έναντι 8,2% στην ΕΕ, την υψηλότερη τιμή στην Ένωση. Το 2025 η χώρα είχε τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση ενοικίων στην ΕΕ, με ρυθμό +10,1% σε ετήσια βάση, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν +3,2%. Σωρευτικά, την τριετία 2022-2025 τα ενοίκια έχουν αυξηθεί κατά τουλάχιστον 40%. Το εισόδημα ανεβαίνει, αλλά το κόστος ζωής τρέχει πιο γρήγορα.
Η σχέση ενοικίου και διαθέσιμου εισοδήματος είναι πλέον ασφυκτική. Στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, το μέσο μηνιαίο ενοίκιο για διαμέρισμα με ένα υπνοδωμάτιο, μεσοσταθμικά 1.050 ευρώ, αντιστοιχεί στο 70,2% του μέσου μηνιαίου εισοδήματος. Για διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια, με μέσο ενοίκιο 1.400 ευρώ, το ποσοστό φτάνει στο 93,6%. Τα ενοίκια έχουν πλησιάσει τα ευρωπαϊκά επίπεδα, αλλά οι μισθοί όχι. Στα Νότια Προάστια, οι τιμές ενοικίασης ξεπερνούν συχνά τα 12 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, με τη μηνιαία επιβάρυνση να ξεκινά από 1.100 ευρώ. Το ευρώ είναι κοινό νόμισμα, αλλά η αγοραστική του δύναμη στην Ελλάδα της στεγαστικής κρίσης είναι πολύ μικρότερη.
Η λύση δεν είναι μια τεχνητή και οριζόντια αύξηση μισθών χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα. Αυτό θα έφερνε πληθωριστικές πιέσεις και θα έπληττε την εξωτερική ανταγωνιστικότητα. Η βιώσιμη λύση είναι ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο παραγωγικότητας. Όταν μια επιχείρηση αυξάνει κύκλο εργασιών, εξαγωγές και κέρδη μέσα από τεχνολογία και καλύτερη οργάνωση, πρέπει να επιστρέφει μέρος της επιτυχίας στους εργαζόμενους: με μισθολογικές αυξήσεις συνδεδεμένες με παραγωγικότητα, συμμετοχή στα κέρδη, bonuses απόδοσης και συλλογικές συμβάσεις που επιβραβεύουν νέες δεξιότητες.
Το κράτος, από την πλευρά του, πρέπει να αντιμετωπίσει τη στέγαση ως κεντρικό αναπτυξιακό ζήτημα, όχι ως κοινωνική υποσημείωση. Χρειάζεται αξιοποίηση αδρανούς δημόσιας ακίνητης περιουσίας, φορολογικά κίνητρα για επιστροφή ακινήτων στη μακροχρόνια μίσθωση, στοχευμένοι χωρικοί περιορισμοί σε περιοχές υπερτουρισμού και μαζική κατασκευή προσιτής κατοικίας. Χωρίς στεγαστική ανάσα, ακόμη και η αύξηση μισθών χάνει μεγάλο μέρος της πραγματικής της αξίας.
Η επιλογή είναι απλή: χαμηλό κόστος ή υψηλή αξία
Η επιλογή της χώρας είναι πλέον επιχειρηματική και όχι θεωρητική: ή θα κυνηγάμε όγκο με χαμηλή αξία ή θα χτίσουμε οικονομία που πληρώνεται ακριβά.
Τα στοιχεία οδηγούν σε ένα συμπέρασμα που η αγορά δεν μπορεί να αγνοήσει. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς περισσότερη ανάπτυξη του ίδιου τύπου. Χρειάζεται διαφορετική ανάπτυξη. Το σημερινό μοντέλο στηρίζεται υπερβολικά στην ιδιωτική κατανάλωση, στον μαζικό τουρισμό χαμηλότερης δαπάνης, στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, στις εισαγωγές αγαθών και στη φθηνή εργασία. Είναι ένα μοντέλο που μπορεί να παράγει τζίρο, αλλά δεν παράγει αρκετή αξία, τεχνολογική ισχύ και ανθεκτικότητα.
Η μετάβαση σε οικονομία υψηλής αξίας απαιτεί τέσσερις κινήσεις με πρακτικό αντίκρισμα. Πρώτον, το «Ελλάδα 2.0» πρέπει να γίνει εργαλείο τεχνολογικού και πράσινου μετασχηματισμού της παραγωγής, με έμφαση στα logistics, στη φαρμακοβιομηχανία, στην ενέργεια και στις ψηφιακές υπηρεσίες. Δεύτερον, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις πρέπει να αποκτήσουν κλίμακα μέσα από συγχωνεύσεις, συμπράξεις και κοινές ψηφιακές υποδομές. Τρίτον, ο τουρισμός πρέπει να στραφεί σε θεματικές κατηγορίες υψηλότερης δαπάνης. Τέταρτον, οι μισθολογικές αυξήσεις πρέπει να συνδεθούν οργανικά με την παραγωγικότητα, με παράλληλη αποφασιστική παρέμβαση στη στέγαση.
Η στρατηγική είναι απλή στη διατύπωση, αλλά δύσκολη στην πράξη. Απαιτεί να εγκαταλείψουμε οριστικά την άνεση του χαμηλού κόστους και να περάσουμε στην πειθαρχία της υψηλής αξίας. Η Ελλάδα έχει πόρους, σταθερότητα και ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Αυτό που χρειάζεται τώρα είναι εκτέλεση, στόχευση και καθαρή παραγωγική προτεραιότητα. Λιγότερη οικονομία ποσότητας. Περισσότερη οικονομία υψηλής αξίας.
Σημείωση για τα δεδομένα
Τα στοιχεία προέρχονται από επίσημες και θεσμικά αξιόπιστες πηγές: Τράπεζα της Ελλάδος, Eurostat, ΟΟΣΑ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΛΣΤΑΤ, Ελληνική Εθνική Επιτροπή Παραγωγικότητας, ΚΕΦΙΜ και ΙΝΣΕΤΕ. Οι πρόσφατοι μακροοικονομικοί δείκτες αφορούν κυρίως το 2025, ενώ αρκετοί διαρθρωτικοί δείκτες για την παραγωγικότητα, την απασχόληση κατά κλάδο, την ψηφιακή ωριμότητα και την επιχειρηματική διάρθρωση είναι διαθέσιμοι με χρονική υστέρηση και αφορούν τα έτη 2022 έως 2024. Η χρονική υστέρηση δεν αποδυναμώνει το επιχείρημα. Αντίθετα, βοηθά να ξεχωρίσουμε τον βραχυχρόνιο κύκλο από τα βαθύτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας.
(*) Νικόλαος Αντωνακάκης, Καθηγητής Οικονομικών και Διευθυντής της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων, University of Nicosia, School of Business, Department of Accounting, Economics and Finance, UNIC Athens
Πέτρος Λοής, Καθηγητής Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής, University of Nicosia, School of Business, Department of Accounting, Economics and Finance, Nicosia.
#money-grid-34887{list-style:none;margin:0;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-34887>li{float:left;width:49%;min-width:250px;list-style:none;margin:0 1% 1% 0;;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-34887>li.last{margin-right:0;}#money-grid-34887>li.last+li{clear:both;}@media only screen and (max-width:768px) {#money-grid-34887>li{width:100%;}}The post Από τα γεμάτα δωμάτια στην οικονομία υψηλής αξίας appeared first on ΧΡΗΜΑ & ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ money-tourism.gr.
Διαβάστε περισσότερα
