Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
Η πολιτική ιστορία δείχνει ότι οι όροι που χρησιμοποιούνται για να περιγραφούν περίοδοι σκανδάλων δεν είναι απλές λέξεις αλλά συμπυκνώσεις εμπειριών και θεσμικών κρίσεων. Όταν ο Τόμας Λαβ Πίκοκ χρησιμοποίησε, το 1829, τον όρο «kakistocracy», δεν επιχειρούσε να θεμελιώσει μια πολιτειολογική θεωρία, επιχειρούσε να σατιρίσει.
Η «κυβέρνηση των χειρότερων» («kakistocracy») στον Πίκοκ αποτελούσε ένα λογοτεχνικό σχήμα που στόχευε στην ανικανότητα και στη μικρότητα όσων κατέχουν την εξουσία. Δεν προϋπέθετε ο συγκεκριμένος όρος μια οργανωμένη διαφθορά ούτε συστημικά δίκτυα μιζών, αλλά περιέγραφε ένα ποιοτικό έλλειμμα ηγεσίας, ένα κακό πολιτικό ήθος που αναπόφευκτα οδηγεί σε αποτυχίες και υπονόμευση της εμπιστοσύνης των πολιτών. Ωστόσο, τον 19ο και 20ό αιώνα, ο όρος «kakistocracy» χρησιμοποιείται σποραδικά στον δημοσιογραφικό λόγο για να περιγράψει κυβερνήσεις που χαρακτηρίζονται από ευνοιοκρατία, ανικανότητα και θεσμική παρακμή.
Η μεταφορά αυτής της έννοιας στην ελληνική πολιτική σκηνή έχει κατά περίπτωση εγγύτητες. Η σημερινή κυβέρνηση διατηρεί μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ωστόσο, οι επικρίσεις που δέχεται επικεντρώνονται στον τρόπο άσκησης της εξουσίας, στην υπερεστίαση στο επιτελικό κράτος, στη συγκέντρωση αρμοδιοτήτων και στη διαχείριση της λογοδοσίας. Οι θεσμοί με την κυβέρνηση της ΝΔ φαίνεται ότι δεν διαθέτουν την απαραίτητη διαφάνεια και ανεξαρτησία που απαιτεί η δημοκρατία.
Ένα άλλο μοντέλο σύγκρισης με την ελληνική κυβέρνηση είναι η ιταλική εμπειρία του «Tangentopoli». Εδώ παρέχεται κάποιο σημείο σύγκρισης με τη σημερινή διακυβέρνηση της χώρας, αναφορικά πάντα με το δίκτυο διασύνδεσης του κομματικού παρακράτους και της κεντρικής εξουσίας, έτσι όπως λειτούργησε και στην ιταλική περίπτωση του «Tangentopoli». Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η Ιταλία αποκάλυψε ένα οργανωμένο σύστημα διαφθοράς, όπου οι μίζες και οι παράνομες χρηματοδοτήσεις ήταν ενσωματωμένες στον μηχανισμό της πολιτικής και δημόσιας διαχείρισης. Η έρευνα «Mani Pulite» («Καθαρά Χέρια»), που πραγματοποιήθηκε για να φέρει στην επιφάνεια το «Tangentopoli», δεν αποκάλυψε απλώς πρόσωπα, αποκάλυψε δομές και συνέπειες, και όλο αυτό οδήγησε στην κατάρρευση κομμάτων και στη ριζική αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού. Το «Tangentopoli» έδειξε πώς η διαφθορά σε όλα τα επίπεδα της διακυβέρνησης μπορεί να γίνει ένα συστημικό φαινόμενο, που διαλύει τη θεσμική σταθερότητα και υπονομεύει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας.
Στην Ελλάδα, η εικόνα των σκανδάλων δεν είναι πολύ διαφορετική και εμφανίζονται εγγύτητες σε επίπεδο θεσμικής φθοράς και εμπιστοσύνης με το ιταλικό μοντέλο «Tangentopoli». Η υπόθεση των υποκλοπών υπήρξε καταλύτης. Η παρακολούθηση πολιτικών και δημοσιογράφων μέσω λογισμικών κατασκοπείας από την ΕΥΠ έθεσε σοβαρά ερωτήματα για τα όρια του επιτελικού κράτους, δεδομένου ότι η ΕΥΠ υπάγεται απευθείας στο πρωθυπουργικό γραφείο. Το πλήγμα εμπιστοσύνης είναι ουσιαστικό, ανεξαρτήτως τελικής νομικής αξιολόγησης, διότι αναδεικνύει την επικίνδυνη δυνατότητα της εκτελεστικής εξουσίας να παρακάμπτει τους θεσμικούς ελέγχους και να δρα αυτοαναφορικά.
Ενώ στο οικονομικό πεδίο η διαχείριση των αγροτικών επιδοτήσεων από τον ΟΠΕΚΕΠΕ έγινε πεδίο έντονης αντιπαράθεσης, καταγγελίες για αδιαφάνεια, καθυστερήσεις και ευνοιοκρατία ενίσχυσαν την αίσθηση ότι η διαχείριση των δημόσιων πόρων δεν είναι πάντοτε αντικειμενική και αξιοκρατική. Πολίτες και αγρότες αισθάνονται ότι η κατανομή των χρηματοδοτήσεων επηρεάζεται από πελατειακές σχέσεις και όχι από τεκμηριωμένα κριτήρια. Στο μεταξύ, η τραγωδία των Τεμπών αποκάλυψε σοβαρές παραλείψεις στην ασφάλεια των σιδηροδρομικών υποδομών, αποδεικνύοντας ότι η έλλειψη θεσμικής φροντίδας και η προχειρότητα στον σχεδιασμό έχουν άμεσες ανθρώπινες συνέπειες. Επίσης, η υπόθεση της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ) και των αμφιλεγόμενων διαδικασιών διαχείρισης κονδυλίων ανέδειξε για μία ακόμη φορά την έλλειψη διαφάνειας και ελέγχου, παρά τις διακηρύξεις για εκσυγχρονισμό και κανονιστική συμμόρφωση.
Στην Ελλάδα, ο ΟΠΕΚΕΠΕ, τα Τέμπη, η ΓΣΕΕ, αμφιλεγόμενες δημόσιες συμβάσεις δημιουργούν μια συνεχή φθορά εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, σκηνικό που υπήρχε και στο ιταλικό μοντέλο του «Tangentopoli». Για να αποτυπωθεί η ελληνική ιδιαιτερότητα, θα μπορούσαμε να προτάξουμε τον όρο της «διαχειριστικής σκανδαλοκρατίας», που περιγράφει ένα περιβάλλον όπου τα σκάνδαλα συσσωρεύονται, η λογοδοσία παραμένει αποσπασματική έως ανύπαρκτη, η πολιτική ευθύνη σπάνια φτάνει στην κορυφή και οι θεσμοί υπολειτουργούν στα κρίσιμα σημεία ελέγχου.
Επιπλέον, η κυβέρνηση της ΝΔ έχει όλες της μορφές της «κακοδιοίκησης» («maladministration»), έτσι όπως την περιέγραψε ο Ρίτσαρντ Κρόσμαν το 1967 στο Ηνωμένο Βασίλειο, που περιλαμβάνει προκατάληψη, αυθαιρεσία και ανικανότητα, που τελικά παράγουν άφθονη αδικία. Στην Ελλάδα του 2026, με τη διακυβέρνηση της Νέα Δημοκρατίας, ο ορισμός «maladministration» έχει αποκτήσει πολιτικό βάρος. Υποθέσεις απευθείας αναθέσεων, καθυστερήσεις σε κρίσιμες υποδομές και αδιαφάνεια στη λογοδοσία έχουν ενισχύσει την αίσθηση ότι το κράτος λειτουργεί επιλεκτικά. Η επίκληση της «ψηφιακής μεταρρύθμισης» ως εκσυγχρονισμού, συχνά – πυκνά, από την κυβέρνηση της ΝΔ δεν αρκεί όταν οι πολίτες βιώνουν καθυστερήσεις, άνιση μεταχείριση και έλλειψη ευθύνης. Αν, όμως, η κακοδιοίκηση αποτελεί συστημική αδικία, τότε το ζήτημα δεν είναι τεχνικό αλλά βαθιά πολιτικό και αφορά τον πυρήνα της δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Όμως, πώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η «διαχειριστική σκανδαλοκρατία» που προτείνεται για την ελληνική περίπτωση; Τα βασικότερα χαρακτηριστικά της είναι τα συμπτώματα της δομικής δυσλειτουργίας, όπως αδιαφάνεια, πελατειακές πρακτικές, αδύναμους ελεγκτικούς μηχανισμούς και έλλειμμα λογοδοσίας, που θα μπορούσαν να επικεντρωθούν ως εξής:
I) Συγκέντρωση εξουσίας στο επιτελικό κράτος, ενισχύοντας παράλληλα και την αυτο-αναφορικότητα.
II) Περιορισμένη αποτελεσματικότητα των μηχανισμών ελέγχου.
III) Κρίσιμες αποφάσεις, που λαμβάνονται συχνά χωρίς διαφάνεια.
IV) Επικοινωνιακή διαχείριση, που προηγείται της ουσιαστικής θεσμικής αυτοκριτικής.
Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι η «διαχειριστική σκανδαλολοκρατία» θα μπορούσε να εδραιωθεί ως χαρακτηριστικό του πολιτικού συστήματος της κυβέρνησης της ΝΔ. Η συσσώρευση υποθέσεων όπως οι υποκλοπές, ο ΟΠΕΚΕΠΕ, τα Τέμπη, η ΓΣΕΕ και άλλες, μικρότερες κρίσεις δημιουργούν μοτίβο επαναλαμβανόμενων αστοχιών που αποδυναμώνουν σταδιακά την εμπιστοσύνη στο κράτος. Κάθε νέα υπόθεση ενισχύει την αίσθηση ότι η διαχείριση της εξουσίας χαρακτηρίζεται από έλλειμμα διαφάνειας, περιορισμένη θεσμική αυτοσυγκράτηση και προτεραιότητα στην επικοινωνιακή διαχείριση.
Το κρίσιμο ερώτημα θα ήταν αν η κυβέρνηση θα μετέτρεπε τις κρίσεις σε ευκαιρία ενίσχυσης των θεσμών ή θα τις αντιμετώπιζε ως επικοινωνιακές καταιγίδες. Αλλά εκείνο που τελικά απεδείχθη ήταν το δεύτερο. Όμως, η Ιστορία έχει δείξει ότι, όταν η φθορά παραμένει αδιατάρακτη, η εμπιστοσύνη υποχωρεί, η διάβρωση μπορεί να οδηγήσει σε αλυσιδωτές κρίσεις, αλλά τότε η χώρα οδηγείται σε παρακμιακή κατάσταση και σε έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών. Η ελληνική περίπτωση βρίσκεται σε σταυροδρόμι και η κατεύθυνση που θα επιλεγεί θα καθορίσει αν η σημερινή κατάσταση θα μείνει σε αναλογία με τις παραπάνω περιπτώσεις που αναλύθηκαν («kakistocracy», «Tangentopoli», «maladministration») ή αν θα εξελιχθεί σε ακόμα χειρότερη φάση.
ΤΟ ΠΑΡΟΝ
The post Απ. Αποστόλου στο “Π”: Διαχειριστική σκανδαλοκρατία appeared first on ΤΟ ΠΑΡΟΝ.
Διαβάστε περισσότερα
