Τελευταία νέα
Ο Μητσοτάκης, η καθαρίστρια στον Βόλο και ο Λαζαρίδης Μ.Χαρακόπουλος στη Διεθνή Γραμματεία της ΔΣΟ: Η παγκόσμια κοινότητα έχει εισέλθει σε ταραγμένα και αχαρτογράφητα ύδατα Παύλος Πολάκης: Η παραίτηση Λαζαρίδη χαστούκι στο παρακράτος και στην ψευτοαριστεία του Μητσοτάκη» Την Τρίτη στη Λέσβο ο Ν. Ανδρουλάκης για τα προβλήματα των κτηνοτρόφων λόγω του αφθώδους πυρετού Ηρώ Διώτη: Ακόμα και για Μητσοτάκη, εκπλήσσει το μέγεθος της εργαλειοποίησης Παραιτήθηκε ο Μακάριος Λαζαρίδης – Το παρασκήνιο της παραίτησης Άδωνις Γεωργιάδης: Διέταξα ΕΔΕ για την τραγική συκοφαντία, η Μυρτώ διασωληνώθηκε στο νοσοκομείο Κεφαλονιάς πριν πεθάνει Μ.Χρυσοχοΐδης από Ηράκλειο: «Η μάχη την οποία δίνουμε δεν έχει ούτε χρώματα, ούτε κομματική διάσταση» Γεωργιάδης: Διέταξα ΕΔΕ για την τραγική συκοφαντία, η Μυρτώ διασωληνώθηκε πριν πεθάνει Σιακαντάρης: Μέχρι τα τέλη της επόμενης εβδομάδας το “μανιφέστο” Τσίπρα- Η αιχμή στο ΠΑΣΟΚ (ηχητικό) Στο Ναύπλιο ο Δ. Κουτσούμπας για εκδήλωση μνήμης στην Ακροναυπλία Επιστολή της Ελλάδας στον ΟΗΕ για την Τουρκία: «Αναφαίρετο το δικαίωμα στα 12 μίλια»
Paron.gr

Απ. Αποστόλου στο “Π”: Η Δημοκρατία σε κρίση νοήματος: Αλλαγή πολιτειακού συστήματος ή επανίδρυση της Δημοκρατίας;

Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας

Η κρίση της δημοκρατίας έχει πάψει να είναι αφηρημένη έννοια ή θεωρητική ανησυχία πολιτικών επιστημόνων. Είναι μια καθημερινή εμπειρία, απτή και αισθητή: Στους θεσμούς που μοιάζουν να λειτουργούν τυπικά, αλλά όχι ουσιαστικά, στην υπερσυγκέντρωση εξουσίας στην εκτελεστική αρχή, στους πολίτες που αποσύρονται από τη συμμετοχή, νιώθοντας ότι η φωνή τους δεν έχει πραγματικό αντίκρισμα.
Το ερώτημα που τίθεται όλο και πιο πιεστικά είναι αν το πρόβλημα βρίσκεται στο ίδιο το πολιτειακό σύστημα ή αν η δημοκρατία, όπως την γνωρίσαμε, χρειάζεται βαθιά προσαρμογή στις κοινωνικές, οικονομικές και τεχνολογικές συνθήκες του 21ου αιώνα.
Οι θεσμοί, αν και εξακολουθούν να υπάρχουν ως μορφές, δείχνουν να έχουν χάσει τη ζωντανή τους σχέση με την κοινωνία. Η Βουλή, τα κόμματα, ακόμη και οι ανεξάρτητες αρχές συχνά δεν εκλαμβάνονται ως χώροι εκπροσώπησης και διαβούλευσης, αλλά ως απομακρυσμένοι μηχανισμοί, κλειστοί και αυτοαναφορικοί. Οι αποφάσεις λαμβάνονται σε επίπεδα δυσπρόσιτα για τον πολίτη, με γλώσσα τεχνοκρατική, συχνά αδιαφανή, που παρουσιάζει τις πολιτικές επιλογές ως αναγκαστικές και όχι ως αποτέλεσμα κοινωνικών συγκρούσεων και αξιακών προτεραιοτήτων. Έτσι, η πολιτική απογυμνώνεται από το ουσιαστικό της περιεχόμενο και μετατρέπεται σε διαχείριση.
Στο επίκεντρο αυτής της αποσύνδεσης βρίσκεται η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας. Η διακυβέρνηση μέσω πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, η συρρίκνωση του κοινοβουλευτικού ελέγχου, η επικοινωνιακή υποκατάσταση της πολιτικής λογοδοσίας δημιουργούν μια νέα κανονικότητα, όπου η κυβέρνηση εμφανίζεται ως ο μοναδικός αποτελεσματικός δρων. Η επίκληση της ταχύτητας, της αποτελεσματικότητας και της έκτακτης ανάγκης (είτε οικονομικής, είτε υγειονομικής, είτε γεωπολιτικής) λειτουργεί ως μόνιμο άλλοθι για τη μετατόπιση της ισορροπίας των εξουσιών. Ωστόσο, η δημοκρατία δεν ορίζεται από την ταχύτητα λήψης αποφάσεων, αλλά από τη δυνατότητα ελέγχου, συμμετοχής και αναθεώρησης.
Η δικαιοσύνη, από την πλευρά της, βρίσκεται συχνά εγκλωβισμένη ανάμεσα σε πολιτικές πιέσεις, θεσμικές αδυναμίες και κοινωνικές προσδοκίες που δεν μπορεί εύκολα να ικανοποιήσει. Όταν η ανεξαρτησία της αμφισβητείται έστω και έμμεσα ή όταν η καθυστέρηση απονομής δικαίου υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών, τότε πλήττεται ένας από τους βασικούς πυλώνες της δημοκρατικής ισορροπίας. Το ίδιο ισχύει και για τις ανεξάρτητες αρχές, οι οποίες συχνά γίνονται πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, αντί να λειτουργούν ως εγγυητές δικαιωμάτων και διαφάνειας.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, στοιχείο της κρίσης είναι η απομάκρυνση των πολιτών από τη δημοκρατική συμμετοχή. Η αποχή από τις εκλογές, η δυσπιστία απέναντι στα κόμματα, η γενικευμένη αίσθηση ότι «τίποτα δεν αλλάζει» συνθέτουν ένα κλίμα πολιτικής παραίτησης. Ο πολίτης μετατρέπεται από ενεργό υποκείμενο σε παθητικό καταναλωτή πολιτικών αποφάσεων, τις οποίες καλείται απλώς να αποδεχθεί ή να απορρίψει εκ των υστέρων. Η δημοκρατία, έτσι, περιορίζεται σε μια ελάχιστη διαδικασία νομιμοποίησης, αποκομμένη από την καθημερινή κοινωνική ζωή.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, επανέρχονται φωνές που θέτουν το ζήτημα της αλλαγής πολιτειακού συστήματος. Η κριτική στη δυσλειτουργία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας οδηγεί συχνά σε προτάσεις για ισχυρότερη ηγεσία, λιγότερους θεσμικούς περιορισμούς, ακόμη και σε μοντέλα που φλερτάρουν με τον αυταρχισμό στο όνομα της αποτελεσματικότητας. Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία (και όχι μόνο στην Ελλάδα) δείχνει ότι τέτοιες λύσεις δεν αντιμετωπίζουν τη ρίζα του προβλήματος. Αντίθετα, εντείνουν το έλλειμμα νομιμοποίησης και βαθαίνουν το χάσμα ανάμεσα στην εξουσία και στην κοινωνία.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν η δημοκρατία αντέχει τις σύγχρονες προκλήσεις, αλλά αν οι κοινωνίες είναι διατεθειμένες να επενδύσουν στην ανανέωσή της. Η προσαρμογή της δημοκρατίας στα νέα δεδομένα δεν μπορεί να περιοριστεί σε τεχνικές ή ψηφιακές λύσεις. Οι ηλεκτρονικές διαβουλεύσεις και οι ψηφιακές πλατφόρμες συμμετοχής έχουν νόημα μόνο αν συνοδεύονται από πραγματική δυνατότητα επιρροής στη λήψη αποφάσεων. Διαφορετικά, κινδυνεύουν να λειτουργήσουν ως άλλο ένα επικοινωνιακό άλλοθι.
Απαιτείται, πρώτα απ’ όλα, ουσιαστική ενίσχυση της συμμετοχικής δημοκρατίας. Η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να αποτελέσει πεδίο άμεσης εμπλοκής των πολιτών, αρκεί να διαθέτει αρμοδιότητες, πόρους και διαφάνεια. Οι θεσμοί λαϊκής πρωτοβουλίας, τα τοπικά δημοψηφίσματα, οι συνελεύσεις πολιτών δεν είναι πανάκεια, αλλά μπορούν να επαναφέρουν το αίσθημα συλλογικής ευθύνης και εμπλοκής. Παράλληλα, η αναβάθμιση του ρόλου του Κοινοβουλίου και ο πραγματικός έλεγχος της εκτελεστικής εξουσίας αποτελούν αναγκαία συνθήκη για την αποκατάσταση της θεσμικής ισορροπίας.
Ταυτόχρονα, δεν μπορεί να υπάρξει ζωντανή δημοκρατία χωρίς κοινωνικό περιεχόμενο. Οι κοινωνικές ανισότητες, η εργασιακή επισφάλεια, ο αποκλεισμός μεγάλων ομάδων από βασικά αγαθά και δικαιώματα υπονομεύουν την ίδια τη δυνατότητα συμμετοχής. Όταν η καθημερινή επιβίωση γίνεται πρωταρχικό άγχος, η πολιτική συμμετοχή μετατρέπεται σε πολυτέλεια. Η δημοκρατία, λοιπόν, δεν είναι ουδέτερη απέναντι στην κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά εξαρτάται από αυτήν.
Ιδιαίτερο ρόλο παίζει και η ενημέρωση. Σε ένα περιβάλλον υπερπληροφόρησης, fake news και αλγοριθμικού, φιλτραρισμένου δημόσιου λόγου, η δυνατότητα των πολιτών να σχηματίζουν τεκμηριωμένη άποψη περιορίζεται. Η ποιότητα της δημοκρατίας συνδέεται άμεσα με την ποιότητα της δημόσιας σφαίρας, με τον πλουραλισμό των μέσων, την ανεξαρτησία της δημοσιογραφίας και την πρόσβαση όλων στη γνώση.
Τελικά, το ερώτημα «αλλαγή πολιτειακού συστήματος ή προσαρμογή της δημοκρατίας;» ίσως θέτει λάθος όρους. Η δημοκρατία δεν είναι ένα κλειστό σύστημα που απλώς αντικαθίσταται, αλλά μια δυναμική διαδικασία διαρκούς διεκδίκησης και ανανέωσης. Αν δεν επανασυνδεθεί με την κοινωνία, αν δεν ξαναδώσει νόημα στη συμμετοχή και στη συλλογική κυριαρχία, τότε θα συνεχίσει να αδειάζει από περιεχόμενο, αφήνοντας χώρο σε αυταρχικές λύσεις με δημοκρατικό μανδύα.
Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι η αποτελεσματικότητα της εξουσίας, αλλά η αναζωογόνηση της δημοκρατικής ζωής. Και αυτό δεν είναι τεχνικό, αλλά βαθιά πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα.
ΤΟ ΠΑΡΟΝ
The post Απ. Αποστόλου στο “Π”: Η Δημοκρατία σε κρίση νοήματος: Αλλαγή πολιτειακού συστήματος ή επανίδρυση της Δημοκρατίας; appeared first on ΤΟ ΠΑΡΟΝ.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...