Εδώ και αρκετά χρόνια παρατηρείται ένα παρακλάδι της ευρύτερης κατηγορίας της λογοτεχνίας φαντασίας (επιστημονικής και μη) που χαρακτηρίζεται από την λεγόμενη εναλλακτική ιστορία: δηλαδή πώς θα είχε εξελιχθεί ο κόσμος αν κάποια πράγματα είχαν αλλάξει, π.χ. αν οι σύμμαχοι είχαν χάσει τον πόλεμο, αν μία τεχνολογική ανακάλυψη είχε επιτευχθεί πολύ νωρίτερα και άλλα τέτοια αντίστοιχα παραδείγματα. Το μυθιστόρημα της Ρεμπέκκα Φ. Κουάνγκ, «Βαβέλ. Μια απόκρυφη ιστορία» βασίζεται σε μία ανάλογη αρχή. Μας μεταφέρει στην πρώιμη βικτωριανή εποχή στα τέλη της δεκαετίας του 1830, στο απόγειο των αυτοκρατοριών και της ωμής αποικιοκρατίας, αλλά είναι μια εποχή εναλλακτικής πραγματικότητας, αφού οι κατακτήσεις στο πεδίο της αλχημείας έχουν οδηγήσει σε άλματα προόδου σε διάφορα πεδία εφαρμογής. Ο τίτλος παραπέμπει στο ίδρυμα μετάφρασης της Οξφόρδης που στεγάζεται σε έναν (μυθοπλαστικό) πύργο που αποκαλείται χαϊδευτικά Βαβέλ και αποτελεί το νευραλγικό κέντρο μιας αυτοκρατορίας που εκτείνεται στα πέρατα του κόσμου και περιλαμβάνει αναρίθμητες γλώσσες και πολιτισμούς. Συνεπώς το βιβλίο είναι μεν μια περιπέτεια φαντασίας που δημιουργεί μια εναλλακτική ιστορία, αλλά είναι ταυτόχρονα και ένα βιβλίο για την πολυεπίπεδη ισχύ της γλώσσας σε όλες της της μορφές. Ως εδώ όλα καλά.
Αυτό που θα έπρεπε να με έχει κάνει πιο υποψιασμένο είναι το εξής: διαβάζοντας το βιογραφικό της Κουάνγκ, και παρά τις σπουδές της σε κορυφαία πανεπιστήμια, μαθαίνω πως έγραψε αυτό το βιβλίο – ένα μυθιστόρημα 800 σελίδων με θέμα την ίδια τη γλώσσα – στην ηλικία των 25-26 ετών. Αυτό από μόνο του είναι προβληματικό και εξηγούμαι: η πεζογραφία δεν είναι ποίηση ώστε να βρίσκουμε συχνά παραδείγματα εμπνευσμένων στίχων από δεκαεννιάχρονους όπως ο Ρεμπώ ή ο Κητς. Η πεζογραφία, και ιδιαίτερα το μυθιστόρημα, θέλει χρόνια εμπειρίας, τόσο εμπειρίας ζωής όσο και εμπειρίας γραφής, χρειάζεται να ακονίσεις πολύ το ύφος σου για να κατακτήσεις κορυφές. Τα παραδείγματα των συγγραφέων των οποίων τα σπουδαία μυθιστορήματα έχουν γραφτεί σε μικρή ηλικία είναι αναλογικά ελάχιστα. Συνεπώς στην περίπτωση της Κουάνγκ δύο είναι τα τινά: ή μιλάμε για μια συγγραφέα σπάνιας ιδιοφυίας που συναντάμε μια – δυο φορές σε κάθε γενιά, ή μιλάμε για ένα μυθιστόρημα που μπορεί μεν να έλκει με τη φαντασία και την περιπετειώδη πλοκή του αλλά που δεν μπορεί να σταθεί σοβαρά ως λογοτεχνία απαιτήσεων. Περιττό να πω ότι η Κουάνγκ δεν είναι η σπάνια ιδιοφυία που συναντάμε μια δυο φορές σε κάθε γενιά…
Σε καμία περίπτωση δεν θέλω να την αδικήσω, σέβομαι απόλυτα τη δημιουργική φαντασία κάποιου που έχει τα κότσια και το όραμα να πλάσει έναν κόσμο γεμάτο λεπτομέρειες και να στήσει μια περιπετειώδη πλοκή που εκτείνεται σε εύρος τόσων σελίδων. Και η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν κάποιες ενδιαφέρουσες αλληγορικές αναλογίες με την σύγχρονη εποχή (για παράδειγμα η αλχημική πρακτική της αργυροτεχνικής μπορεί να συσχετιστεί με την τεχνητή νοημοσύνη και τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρίες που οδηγούν σε αναπόφευκτη μείωση των θέσεων εργασίας αλλά παράλληλη αύξηση της αποδοτικότητας και των κερδών, ενώ η Βρετανική Αυτοκρατορία παραλληλίζεται με τις σύγχρονες ΗΠΑ). Επίσης πρέπει να της πιστωθεί ότι η Κουάνγκ έχει κάνει καλή ιστορική έρευνα, ιδιαίτερα για τις συνθήκες γύρω από τον πόλεμο του οποίου και την πολιτική της περιόδου. Αλλά μέχρι εκεί.
Ίσως πάλι να φταίω εγώ και οι προσδοκίες που αναίτια είχα διαμορφώσει. Βλέπετε, όταν έμαθα για το βιβλίο, είχα στο μυαλό μου μια ιστορική περιπέτεια με θέμα τη δύναμη της γλώσσας και τον ρόλο που παίζει στην επιβολή της εξουσίας και όλα αυτά με το υπόβαθρο της αποικιοκρατίας. Αν και όλα τα παραπάνω ισχύουν, ισχύουν εντελώς επιδερμικά.
Το πρόβλημα με το βιβλίο είναι ότι η Κουάνγκ θίγει όλα αυτά τα θέματα με τρόπο εντελώς ρηχό και προβλέψιμο. Το ύφος της είναι σχεδόν ηθικοπλαστικό, καθώς η ίδια επιλέγει να σερφάρει στα ασφαλή κύματα της πολιτικής ορθότητας χωρίς όμως να έχει κάτι ουσιαστικό να πει. Το να κατηγορείς του κακούς ιμπεριαλιστές και αποικιοκράτες και να λες ότι ο ρατσισμός είναι κακός είναι τόσο εύκολο και ανώδυνο που δεν σημαίνει σχεδόν τίποτα, ιδιαίτερα αν δεν κάνεις τον αναγνώστη να νιώσει τις κοινότοπες αυτές παρατηρήσεις, να τις βιώσει, να τις προσεγγίσει με διαφορετική ματιά. Αντ’ αυτού η Κουάνγκ γράφει με τρόπο που πολύ δύσκολα μπορεί να σταθεί ενώπιον ενός υποψιασμένου ενήλικα αναγνώστη, με την απλοϊκά μανιχαϊκή προσέγγιση με τους κακούς λευκούς και τους καλούς Ασιάτες, τους μοχθηρούς μεσήλικες και τους επαναστάτες νέους. Είναι λες και το κοινό της αποτελεί ένα νεανικό, μετά-εφηβικό κοινό. Αν αυτό ισχύει, τότε η όλη κριτική στο μυθιστόρημα πρέπει να είναι διαφορετική και σίγουρα πιο ανεκτική, διότι αυτό υποδηλώνει άλλους στόχους και προτεραιότητες.
Επειδή όμως το μυθιστόρημα δεν πλασάρεται έτσι, οφείλει και να κριθεί με βάση τις φιλοδοξίες του. Και εκεί, δυστυχώς για την Κουάνγκ, αναδύει ανωριμότητα και πρακτικές γραφής ευπώλητων, γεμάτες ευκολίες και κλισέ. Οι αναρίθμητες υποσημειώσεις της δε, είναι σχεδόν εκνευριστικές, καθώς δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα εκτός από φλυαρία και επίδειξη γνώσεων, συνήθως ανούσιων. Όλα φιλτράρονται από την βαρετά προβλέψιμη ματιά της μετα-αποικιοκρατικής κριτικής ενώ η γλώσσα και ο τρόπος σκέψης των χαρακτήρων είναι τόσο σύγχρονος, και άρα άσχετος με την βικτωριανή εποχή, που να φαντάζει σχεδόν κωμικός.
Το βιβλίο επιδεικνύει φαντασία, ιστορική έρευνα και γλωσσολογική παιδεία, αλλά είναι τόσο βυθισμένο στην κάθε είδους απλοϊκότητα και ανωριμότητα, που τελικά δεν ξέρω κατά πόσο μπορείς να το πάρεις και τόσο στα σοβαρά, παρά τις όποιες καλές προθέσεις. Ίσως να λειτουργεί καλύτερα για νεαρούς αναγνώστες, αλλά για ένα πιο ενήλικο κοινό δεν καταφέρνει να υπερβεί τα όρια μιας ελαφριάς αλλά πολύ σοβαροφανούς ιστορικής περιπέτειας φαντασίας.
The post «Βαβέλ. Μια απόκρυφη ιστορία» της Ρεμπέκκα Φ. Κουάνγκ: Ασκήσεις ανωριμότητας appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
