Τελευταία νέα
Ερχονται μαύρες πλερέζες για τον Αδωνι – Φοβάται και προσπαθεί να εκβιάσει τους πολίτες «Νέα Αριστερά “καρφώνει” τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου: Σε εντεταλμένη υπηρεσία ο κ. Τζαβέλλας «Γαλάζιοι» βουλευτές σε ανοιχτή γραμμή κριτικής: Ρωγμές στην ΚΟ της ΝΔ για το “επιτελικό κράτος” Αλέξης Τσίπρας: Ανατροπές στους φόρους – Μεγάλες φορολογικές ελαφρύνσεις για µεσαία τάξη και εργαζόµενους Μ.Χαρακόπουλος: Χρέος μας να μην απογοητεύουμε τους πολίτες που μας εμπιστεύτηκαν Δημοσκόπηση Marc: “Κοστίζει” η ακρίβεια στην κυβέρνηση – Σταθερά δεύτερο το ΠΑΣΟΚ Κόντρα Μαρινάκη – ΠΑΣΟΚ με επίκεντρο τις ανεξάρτητες αρχές Αθηνά Λινού: Ανοικτό «παράθυρο» για ένταξη στο νέο κόμμα Τσίπρα – Τι δείχνει η δήλωσή της για τις πολιτικές εξελίξεις Θετική η Λινού σε ενδεχόμενη συμπόρευση με τον Τσίπρα Δημοσκόπηση Marc: Στο 32,2% η ΝΔ, δεύτερο με 13,5% το ΠΑΣΟΚ- Έντονη ανησυχία για την ακρίβεια Μήνυμα Γεωργιάδη για τις εκλογές με το βλέμμα στον παρελθόν: “Τον Μητσοτάκη και τα μάτια μας” Βουλή: Τη Δευτέρα αρχίζει η επεξεργασία του νομοσχεδίου για τα κρυπτοστοιχεία και τις εναλλακτικές μορφές πληρωμής και επενδύσεων
Athens.indymedia.org

[Βιβλιοθήκη] Τα παράλογα ελατήρια της υποστήριξης στον φασισμό

26/02/2026 1:54 μμ.

Ο τίτλος τα λέει όλα: το σύντομο αυτό άρθρο καταπιάνεται με το πρόβλημα, όπως περιγράφηκε στο παρελθόν από τον Wilhelm Reich, που θέτει ο παραλογισμός της ακροδεξιάς ιδεολογίας για την κριτική της, ενώ αντλεί από την δουλειά της Alice Miller και του Alain Bihr στην ανίχνευση των ψυχολογικών ριζών του με έναν όσο το δυνατόν πιο σχηματικό και ρεαλιστικό τρόπο. Tristan Lefort-Martine

Ο παραλογισμός αποτελεί ένα χαρακτηριστικό το οποίο ο ιστορικός φασισμός διεκδίκησε απερίφραστα: η σκέψη υποχρεώθηκε να παραχωρήσει την θέση της στην δράση, και η δράση αυτή δεν μπορούσε παρά να καθοδηγείται αποκλειστικά από την ερμηνεία, εκ μέρους του εμπνευσμένου ηγέτη, του «ορθού συναισθήματος του λαού». Μέχρι τις ημέρες μας, τα φερέφωνα της άκρας δεξιάς ισχυρίζονται πως «λένε βροντόφωνα αυτό που οι πάντες σκέπτονται», φανερώνοντας τα άρρητα αισθήματα τους καθώς υπερασπίζονται τα δικαιώματα τους: συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος τους να έχουν αρνητικά συναισθήματα, μιας και η ρητορική τους απορρίπτει με την ίδια περιφρονητική χειρονομία, παράλληλα προς τις τεχνικές αντιρρήσεις, την αγαθοεργή ηθική του «κόμματος του καλού». Πως όμως καταλήγει κάποιος στην απόρριψη της λογικής και των θετικών συναισθημάτων; Από που προέρχεται η αποπλανητική ισχύς της ακροδεξιάς ιδεολογίας; Μπορεί ο αντι-φασισμός να αγνοήσει τα παράλογα ελατήρια που αιτιολογούν την υποστήριξη στον φασισμό;
Το πρόβλημα αυτό τέθηκε με κάθε σαφήνεια από τον Μαρξιστή ψυχαναλυτή Wilhelm Reich στο βιβλίο του με τίτλο Η Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού, το οποίο έγραψε στην έξαρση των γεγονότων μεταξύ του 1930 και του 1933, στην κορύφωση ακριβώς του Ναζισμού. Θα ξεκινήσω κατά συνέπεια συνοψίζοντας το περιεχόμενο του βιβλίου αυτού συζητώντας την επιρροή του στην δουλειά της Alice Miller για την «τοξική παιδαγωγική». Εντούτοις, η λύση που προτείνεται μου φαίνεται υπερβολικά γενικόλογη για να είναι ικανοποιητική. Οι μελέτες του κοινωνιολόγου Alain Bihr, ανθολογημένες το 1998 υπό τον τίτλο L’Actualité d’un archaïsme[Η Σχετικότητα ενός Αρχαϊσμού], βασίζονται σε μια πολύ πιο λεπτομερή περιγραφή της ακροδεξιάς σκέψης, και προτείνει πολύ πιο συγκεκριμένες απαντήσεις.
Tο πρόβλημα της «Μαζικής Ψυχολογίας του Φασισμού»
Η ανάλυση του Wilhelm Reich ξεκινά με την εσωτερική κριτική της ανεπάρκειας των σοσιαλιστικών κινημάτων ενάντια στον φασισμό. Ο Γερμανικός σοσιαλισμός των αρχών της δεκαετίας του 1930, ειδικότερα, απέτυχε να εξηγήσει γιατί οι εξαθλιωμένες μάζες, οι οποίες υποτίθεται θα ήταν οι πλέον επικεντρωμένες στην προλεταριακή επανάσταση, στράφηκαν αντίθετα στην δεξιά κατά την διάρκεια της αναμενόμενης κρίσης του καπιταλισμού και της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Παράδοξα, είχε ήδη φανερωθεί με κάθε σαφήνεια ότι τα αιτήματα του φασισμού ήσαν αντίθετα προς τα αντικειμενικά τους συμφέροντα· γιατί λοιπόν οι διαδηλώσεις εκείνες είχαν τόσο ελάχιστη επίδραση; Η εξέλιξη αυτή φάνηκε πως αναιρούσε το σύνολο της πολιτικής θεωρίας καθώς αποδείκνυε ότι οι εθνικιστές είχαν δίκιο στην κριτική τους πως η θεωρία παρέβλεπε «το πνεύμα» από τις αναλύσεις της. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αποτύγχανε να κατανοήσει την λαϊκή υποστήριξη, δεν εξηγούσε τον τρόπο με τον οποίο ο φασισμός κατάφερε αρχικά να αντιταχθεί στα πιο εύπορα κομμάτια της μεσαίας τάξης, αδυνατώντας να τα κατανοήσει ως οτιδήποτε άλλο εκτός από τους «φύλακες του Κεφαλαίου». Αιφνιδιάστηκαν από τον χαρακτήρα του ως μαζικό κίνημα. Η συνολική απόρριψη της ιδεολογίας και ο αδιάλλακτος οικονομικός ντετερμινισμός της Μαρξιστικής ανάλυσης οδήγησε στην περιφρόνηση των ψυχολογικών παραγόντων: ο ωμός αυτός υλισμός απέτρεψε τους σοσιαλιστές από την κατανόηση του στοιχείου που καθιστά τις «ιδεολογικές» θεωρίες (όπως ο εθνικισμός) τόσο επιτυχημένες μεταξύ των μαζών. Απέτυχαν να κατανοήσουν ότι μια ιδεολογία, όταν παράγει έναν ψυχολογικό χαρακτήρα, μπορεί να εξελιχθεί σε υλική ισχύ επιδρώντας κατά συνέπεια στην ροή της ιστορίας. Ωστόσο, όταν ευρέως κοινές συνθήκες παράγουν κοινά χαρακτηριστικά σε έναν μεγάλο αριθμό ανθρώπων, μια μαζική πλέον ψυχολογία δύναται να εξηγήσει τον υποκειμενικό αυτόν παράγοντα στις ιστορικές διαδικασίες. Η μαζική ψυχολογία συμπληρώνει την κοινωνιο-οικονομική ανάλυση επεξηγώντας τις συμπεριφορές που θεωρεί παράλογες, και οι οποίες προκύπτουν από την αδράνεια των κληρονομημένων ψυχικών δομών σε σχέση με τις αλλαγές στις οικονομικές συνθήκες.
Αναπτύσσοντας την θέση του Freud ότι η σεξουαλική επιθυμία αποτελεί την βαθύτερη και γενικότερη ιθύνουσα ορμή των ψυχικών διαδικασιών, ο Reich αναζήτησε την καταγωγή της παράλογης συμπεριφοράς στην καταπίεση των σεξουαλικών επιθυμιών από την παιδική ηλικία και αργότερα, αρχικά στην αυταρχική οικογένεια, και στην συνέχεια στην θρησκευτική κοινότητα. Το επιχείρημα του αναπτύσσεται έτσι προς δυο κατευθύνσεις: από την μια πλευρά, ο Reich θέλει να δείξει ότι η σεξουαλική αναστολή παράγει έναν χαρακτήρα ο οποίος είναι γενικά αρνητικός προς την εξέγερση· από την άλλη, ότι ο φασισμός προτείνει μια διεστραμμένη επίλυση των καταπιεσμένων αυτών επιθυμιών. Από την χειραγωγημένη υποτακτικότητα προς τον αυταρχικό πατέρα ως την υποταγή στον πολιτικό ηγέτη που αναπαράγει τον ίδιο ρόλο, η νοοτροπία παραμένει η ίδια: η πατριαρχική εξουσία εντός της οικογένειας αποτελεί κατά συνέπεια την πρωταρχική υποστήριξη προς τον κρατικό αυταρχισμό. Η υπεροχή αυτή του πατέρα στην οικογένεια εκφράζεται πιο συγκεκριμένα μέσω του ελέγχου που ασκεί στην σεξουαλικότητα της συζύγου και των παιδιών του, με την υποστήριξη της θρησκείας, η οποία συνδέει την σεξουαλικότητα με συναισθήματα ενοχής. Αντίστροφα, ο εθνικιστικός μύθος κινητοποιεί την φαντασία που γεννιέται από την σεξουαλική καταπίεση: η προσκόλληση των ανδρών στην «μητέρα πατρίδα» αναπαράγει την προβληματική προσκόλληση του αγοριού στην μητέρα του, ενώ στην αναπαράσταση του Δυτικού πολιτισμού στο πρόσωπο της Αθηνάς που απειλείται με βιασμό από Ανατολίτες σατράπηδες αναπαράγει την συγκρουσιακή κατάσταση στην οποία το ιδανικό της απόλυτης αποχής απειλείται διαρκώς από ανιμαλιστικές επιθυμίες. Στον ανταγωνισμό μεταξύ σοσιαλιστών και φασιστών να προσεγγίσουν τις «απολίτικες» μάζες, τα οικονομικά επιχειρήματα των πρώτων, όσο τεκμηριωμένα κι αν είναι, έρχονται αντιμέτωπα με το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι αρνούνται πεισματικά να πάρουν θέση επειδή τους απασχολούν πιο ζωτικά προβλήματα, προβλήματα που είναι μόνο «προσωπικά» στην επιφάνεια, μιας και σχετίζονται με την οικογενειακή και την ερωτική ζωή. Ο φασισμός, από την άλλη πλευρά, όσο σαθρός κι αν είναι στις οικονομικές του προτάσεις, δεν προτείνει καμία λύση στα σεξουαλικά αυτά προβλήματα, αλλά μια μορφή εξιδανίκευσης, με τον τρόπο της θρησκείας.
Έχω περιοριστεί στην σύνοψη της γενικής συνάφειας του επιχειρήματος του Reich, αποφεύγοντας την λεπτομερή ανάλυση του, η οποία κατά την γνώμη μου είναι σε μεγάλο βαθμό ανόητη. Μια άλλη παρεμφερής ερμηνεία (και λιγότερο υπερβολική στις δευτερεύουσες αναλύσεις της) έχει πιο πρόσφατα προταθεί από μια άλλη ψυχαναλυτικά εκπαιδευμένη θεραπεύτρια, την Alice Miller. Στο βιβλίο της For Your Own Good [Για το Δικό σου το Καλό], η Miller υποστηρίζει ότι οι χαρακτήρες των Ναζί ηγετών, όμοια με την λαϊκή υποστήριξη που κατάφεραν να συσπειρώσουν, προέκυψαν από την «μαύρη/σκοτεινή παιδαγωγική» στην οποία τα παιδιά στην Γερμανία εκτέθηκαν και συνεχίζουν να εκτίθενται σε καθημερινή βάση. Ανόμοια προς τον Reich, η Miller δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά στην σεξουαλική καταπίεση, αλλά διευρύνει την κριτική της προς όλες τις μορφές απάνθρωπης, βίαιης και περιφρονητικής μεταχείρισης εντός της πατριαρχικής οικογένειας. Δεν πρόκειται απλά για μια παιδαγωγική η οποία είναι στην ολότητα της σαφέστατα σχεδιασμένη ώστε να κάμψει την βούληση του παιδιών, να τους απαγορεύσει οποιοδήποτε συναίσθημα ή ανεξάρτητη σκέψη, αλλά παράγει όντα που τρέμουν να σκέφτονται για τους εαυτούς τους και θα τείνουν εύκολα να υποταχθούν σε κάποιον δικτάτορα που θα αναλάβει τον ρόλο του πατέρα καθώς μιμείται ακόμη και τα πιο ακατανόητα ξεσπάσματα του. Το πληγωμένο παιδί, στο οποίο έχει απαγορευθεί να εκφράζει την οργή του και το μίσος του, πόσο μάλλον να κατανοεί τα συναισθήματα του αυτά, τα καταπιέζει χωρίς να τα επιλύει ποτέ: ως ενήλικες θα δελεαστούν στην υποκατάσταση τους με κάποιο αντικείμενο στο οποίο θα τα κατευθύνουν χωρίς να διαρρηγνύουν το ταμπού. Οι άνθρωποι που βιώνουν ήδη διακρίσεις εντός της κοινωνίας, και τους οποίους μπορεί κάποιος να μισεί χωρίς τον φόβο της κρίσης, γίνονται έτσι τα εύκολα εξιλαστήρια θύματα. Τυπικά, θα τους αποδωθούν τα ίδια χαρακτηριστικά της πανουργίας και της μιαρότητας που το παιδί έχει μάθει να αποστασιοποιεί από τον εαυτό του καθώς εσωτερικεύει την αδιάλλακτη κρίση των γονιών του. Η επιδημική φύση της «μαύρης/σκοτεινής παιδαγωγικής» εξηγεί γιατί η πλειοψηφία του πληθυσμού της Γερμανίας, συμπεριλαμβανομένων των διανοούμενων της, συναίνεσε με την «λύση» που επινόησαν κάποιοι λίγοι άνδρες που είχαν κακοποιηθεί έντονα στην παιδική τους ηλικία, χωρίς να έχουν ποτέ συνειδητοποιήσει τον παραλογισμό της.
Χωρίς να αφαιρώ από την αξία των ψυχαναλυτικών αυτών θεωριών, μου φαίνεται προφανές ότι η λύση που προτείνουν είναι υπερβολικά γενικόλογη: όμοια με την σεξουαλική καταπίεση, η καταπίεση των παιδιών είναι διαχρονική, και τα χαρακτηριστικά που αυτή παράγει θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν ως βάση για οποιαδήποτε μορφή αυταρχισμού. Ο φασισμός, από την άλλη πλευρά, είναι συγκεκριμένος στην εποχή του, και αποτελεί μια συγκεκριμένη μορφή εθνικισμού.
Τρία παράλογα ελατήρια για την υποστήριξη του φασισμού
Στο L’Actualité d’un archaïsme, ο Alain Bihr υποστηρίζει ότι η ακροδεξιά σκέψη, περιγράφεται συχνά από τους επικριτές της ως αρχαϊκή και παρανοϊκή, διαθέτει για την ακρίβεια μια πρωτότυπη λογική η οποία θα μπορούσε να έχει προκύψει με την «κρίση της νεωτερικότητας». Μειώνει την κοινή σε όλες τις εκφράσεις της ακροδεξιάς ιδεολογίας δομή σε τρία βασικά στοιχεία. Το πρώτο, ότι η ακροδεξιά σκέψη επαληθεύει την ύπαρξη μιας αιώνιας και ιερής συλλογικής ταυτότητας. Η θέση κάθε ατόμου στην κοινότητα τους είναι αδιαπραγμάτευτη· η ζωή τους έχει νόημα μόνον εφόσον ενσαρκώνουν τις αξίες της κοινότητας τους. Κάθε διαφορά, είτε εξωτερική είτε εσωτερική, πρέπει να ερμηνευθεί ως μια απειλή, και η απειλή είναι κατά συνέπεια διαρκής. Το δεύτερο, εκπροσωπούν όλοι το σύμπαν ως μια ιεραρχική τάξη ανισότητας, όπου όχι μόνο οι ισχυροί κυριαρχούν στους αδυνάμους, αλλά όπου είναι καλό πως έχουν έτσι τα πράγματα. Η αναγνώριση της διαφοράς οδηγεί αναπόφευκτα στην θεμελίωση της πρωταρχικότητας της μιας πλευράς επί της άλλης. Το τρίτο, περιγράφουν όλοι τους την ζωή ως έναν διαρκή αγώνα υπεράσπισης της ταυτότητας τους και της υπεροχής τους υπερ άνω άλλων. Είναι μέσω του πολέμου που οι δυνατοί φανερώνουν την αξία τους εις βάρος των αδύναμων. Ένα όραμα της φύσης, όπου κάθε οργανισμός επιδιώκει την διατήρηση του στην ύπαρξη με τον μέχρι θανάτου ανταγωνισμό με τους άλλους, και ο οποίος μπορεί να αξιολογηθεί σε μια αποκλειστική κλίμακα των όντων σύμφωνα με την επιτυχία τους, συγκροτώντας έτσι το επαναλαμβανόμενο μοντέλο στο οποίο τα τρία αυτά στοιχεία ενοποιούνται. Από αυτά προκύπτει ο τυπικός άξονας της ακροδεξιάς πολιτικής, κυρίως η απαίτηση πως το κράτος πρέπει να υπερασπιστεί την απειλούμενη εθνική ταυτότητα από τους εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς της, εξαρτώντας τον ορισμό της ταυτότητας αυτής από μια και μόνο βούληση. Οι εχθροί της είναι επίσης προσδιορισμένοι με σαφήνεια: ο φιλελευθερισμός, για την έμφαση του στην ατομική ελευθερία εις βάρος των κοινοτικών αξιών· ο σοσιαλισμός, για την υποστήριξη του στην ισότητα που επιτυγχάνεται μέσω του αγώνα εντός της κοινότητας· και τέλος, ο ανθρωπισμός, για την υποστήριξη του στην οικουμενική αδελφοσύνη πέραν των ορίων της κοινότητας. «Αντιτίθεται στην δημοκρατική τριάδα της «ελευθερίας, της ισότητας, της αδελφοσύνης» με την δική του τριάδα: «ταυτότητα, ανισότητα, αντιδικία». Είναι κατανοητό ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα απαιτεί όπως οι συγκεκριμένες καλές προθέσεις τεθούν στα περιθώρια. Ποιά είναι όμως η έλξη που ασκεί μια τέτοια κοσμοθεώρηση; Τα ακόλουθα κεφάλαια ανιχνεύουν την σκέψη της άκρας δεξιάς: ο Bihr αναλύει με την σειρά την έντονα αυτοβιογραφική νουβέλα του Γάλλου φασίστα Drieu La Rochelle, τις πολιτικές ομιλίες του πρώην προέδου του Εθνικού Μετώπου Jean-Marie Le Pen, την ρητορική του εμπνευστή της Action Française, Maurice Barrès, και τις κοινωνικές και ψυχολογικές συνθήκες της υποδοχής των λόγων αυτών. Δεν θα συνοψίσω κάθε μια από τις εν λόγω μελέτες, αν και θεωρώ ότι έχω καταφέρει να εντοπίσω τρία παράλογα ελατήρια για την υποστήριξη του φασισμού.
Αρχικά, η μοναξιά του ατόμου στην σύγχρονη κοινωνία. Η διαμόρφωση των μεγάλων εθνών έχει αλλοτριώσει την ζωή τόσο στις επαρχιακές κοινότητες όσο και απονοηματοδοτήσει τις σημαίνουσες μορφές σκέψης, ειδικότερα τις θρησκευτικές. Τις έχει αντικαταστήσει με μεγαλύτερη ανωνυμία, κινητικότητα, και την προοπτική της ατομικής ευτυχίας, της συχνά ταυτισμένης με την εξαπλουστευμένη υλική άνεση. Στην οδύνη της ψυχικής μοναξιάς προστίθεται το συναίσθημα του παράλογου των προσπαθειών που απαιτούνται. Η αντίστοιχη ψυχολογική απάντηση έγκειται στην επιθυμία της συμμετοχής σε μια θερμή κοινότητα εντός της οποίας η ζωή έχει νόημα, και στην ιδέα της παρακμής της σύγχρονης κοινωνίας. Η απάντηση αυτή εξελίσσεται σε αληθινά παράλογη καθώς από τις κοινωνίες που αποτελούνται από χιλιάδες ατόμων απαιτείται να εκπληρώσουν τον ρόλο αυτόν της εθνικής, φυλετικής ή περιφερειακής κοινότητας. Επιδεινωμένος, ο κοινοτισμός αυτός μπορεί να παράξει την ιδέα πως η σωτηρία μπορεί να βρεθεί μόνο στην αυτο-θυσία για την ανάπτυξη ή την υπεράσπιση της κοινότητας αυτής. Καμία απόκλιση ή συνειδητή αντίρρηση προς τις αξίες της κοινότητας δεν μπορεί να γίνει ανεκτή.
Δεύτερον, η ανασφάλεια των ανδρών για την αρρενωπότητα τους. Οι άνδρες μαθαίνουν να καταπιέζουν την έκφραση των συναισθημάτων τους και την κατανόηση των συναισθημάτων των άλλων, να επικεντρώνονται στην εργασία τους εις βάρος των συναισθηματικών τους σχέσεων: ένας εξαναγκασμός που μπορεί μόνο να επιδεινώσει την μοναξιά τους. Αντίστροφα, το ακατόρθωτο της ιδανικής αρρενωπότητας, συνδεδεμένο με την κοινωνική επιτυχία, παραμένει μια διαρκής πηγή ταπείνωσης για τους περισσότερους. Η αντίστοιχη ψυχολογική απάντηση είναι πως φαντασιώνονται κάποια ιδανική κοινότητα βασισμένη στο Σπαρτιάτικο πρότυπο, όπου οι άνδρες αναγνωρίζονται μεταξύ τους στην κοινή τους αρρενωπότητα. Ο παραλογισμός της απάντησης αυτής, ακόμη πιο φανερός απ’ όσο στην προηγούμενη περίπτωση, συντίθεται στην αναζήτηση της θεραπείας του κακού. Επιδεινωμένος, ο ματσισμός αυτός μπορεί να παράξει την ιδέα ότι οι άνδρες πρέπει να είναι πολεμιστές, και οι γυναίκες, μητέρες και σύζυγοι πολεμιστών. Καμία αναπηρία, ούτε οποιαδήποτε απόκλιση από τους παραδοσιακούς έμφυλους ρόλους δεν μπορεί να γίνει ανεκτή.
Τρίτον, η ενοχή που προκαλεί το λευκό προνόμιο. Οι λευκοί άνθρωποι γνωρίζουν ότι μέρος των ανέσεων τους προέρχεται από την αποικιακή εκμετάλλευση και τις συνέπειες της. Η αντίστοιχη ψυχολογική απάντηση έγκειται στην απόκρυψη της αδικίας αυτής από τους ίδιους τους εαυτούς τους απαξιώνοντας τους ανθρώπους και τις κουλτούρες που σχετίζονται με τις αποικιοκρατούμενες χώρες. Αλλά η αναπαράσταση αυτή επισκιάζεται από τα προηγούμενα στοιχεία. Για μια κοινότητα πολεμιστών, οι ξένοι είναι εχθροί, αποφασισμένοι να τους κατακτήσουν. Στους Αφρικανούς ή Ανατολικής καταγωγής βάρβαρους αποδίδεται μια εξωπραγματική αρσενική ισχύς, και στους άλλους μια ασύδοτα λάγνα θηλυπρέπεια. Τέλος, η φιγούρα του Εβραίου προσλαμβάνει μια ιδιαίτερη σπουδαιότητα μέσω της πραγματικής ή φανταστικής του σχέσης με διανοητικούς ή οικονομικούς κύκλους: αναδεικνύεται σε ενσάρκωση της ψυχρής αφαίρεσης της σύγχρονης κοινωνίας. Επιδεινωμένος, ο ρατσισμός αυτός μπορεί να παράξει την ιδέα ότι η κοινότητα πρέπει να παραμείνει άσπιλη και, αν αυτό κριθεί απαραίτητο, να εξαγνιστεί από τα ξένα εθνοτικά στοιχεία. Κανένα μέλος ή πολιτισμική επιρροή εκτός της κλειστής ομάδας δεν μπορούν να γίνουν ανεκτά.
Αν η ανάλυση αυτή είναι σωστή, το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι άλλο από το ότι όσοι εργάζονται σήμερα για την διεύρυνση της μικρής κλίμακας εγκαρδιότητας και της αποδόμηση των στερεότυπων της αρρενωπότητας και λευκότητας στο προσωπικό επίπεδο συμβάλλουν ουσιαστικά στον αντι-φασιστικό αγώνα. Για την ακρίβεια, αναγνωρίζοντας την σπουδαιότητα της σφαίρας της εγγύτητας, επιτυγχάνουν σε αυτό που οι σοσιαλιστές του 1930 απέτυχαν. 
Tristan Lefort-Martine: The irrational springs of the support for fascism | Autonomies
~ ~ ~ ~
Η Φασιστική Βαναυσότητα ως Ηδονή και Πολιτική
Η εμμονή του Trump με την βία φανερώνει περισσότερα από μια γκροτέσκα εμμονή με την εξουσία και την τραχύτητα· συνοψίζει ένα σχόλιο για την πολιτική ως ψυχοπαθολογία, ένα ζοφερό θέατρο στο οποίο ο αυταρχισμός φανερώνει την ενδόμυχη λογική του. Αυτό που προτείνει δεν είναι διακυβέρνηση αλλά η μέθη της καταστροφής, ο φετιχισμός της βαναυσότητας, και η θεατρικότητα της βίας ως τελετουργικό. Στο ατομικό επίπεδο, πρόκειται για την γκροτέσκα επίδειξη ενός παρανοϊκού νου ο οποίος μπορεί να αισθανθεί ζωντανός μόνο μέσω της αναπαραγωγής του τρόμου, τον οποίο ανακαλύπτει μόνο στην γλώσσα της απειλής και του αφανισμού. Αυτό γίνεται όλο και πιο φανερό στο Τεχνητής Νοημοσυνης μιμίδιο στο Truth Social,με το οποίο στοχοποιεί το Σικάγο απειλώντας ότι θα κηρύξει «ΠΟΛΕΜΟ» στην πόλη. Η εικόνα που δημοσιεύθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου «τον απεικόνιζε ως τον χαρακτήρα του Robert Duvall ως αντισυνταγματάρχη Bill Kilgore στο Αποκάλυψη Τώρα».
Στην κατασκευασμένη εικόνα, ο Trump δεν προβάλλει τον εαυτό του μόνο ως το κινηματογραφικό είδωλο της στρατικοποιημένης παραφροσύνης, αλλά την συνοδεύει και με έναν απειλητικό υπότιτλο. Η δημοσίευση ανακάλεσε το σχέδιο του να εξαπολύσει την Εθνοφρουρά στο Σικάγο, αντηχώντας την παλιότερη στρατικοποίηση της Ουάσινγκτον, ενώ τόνισε την επιθυμία του να μετονομάσει το Υπουργείο Άμυνας σε «Υπουργείο Πολέμου». Η πιο χαρακτηριστική στιγμή του υπότιτλου πάντως ήταν η γκροτέσκα παρωδία της δύσφημης ατάκας του Duvall από την ταινία. Μετατρέποντας το «Λατρεύω την μυρωδιά του ναπάλμ το πρωϊνό» σε «Λατρεύω την μυρωδιά των απελάσεων το πρωϊνό»,ο Trump συμπύκνωσε την κινηματογραφική πολεμική φαντασία στην συνεχιζόμενη αντιμεταναστευτική εκστρατεία τρόμου, μετατρέποντας την γλώσσα της μαζικής οδύνης σε ατάκα αυταρχικής μαγκιάς.
Εκείνο που προκύπτει από το θεάμα αυτό είναι κάτι πολύ περισσότερο από πρόκληση· είναι μια διακήρυξη πως η βαναυσότητα είναι εξίσου ηδονή και πολιτική, μια εύθυμη παραδοχή πως η κρατική βία έχει μετατραπεί σε θέατρο, και ότι η πολιτική καθαυτή έχει εκφυλιστεί σε νεκροπολιτική: ένα καθεστώς στο οποίο η κυριαρχία υπολογίζεται από την εξουσία της απόφασης του ποιός υποφέρει, ποιός εκτοπίζεται, και ποιός εγκαταλείπεται στον θάνατο. Η γκροτέσκα αυτή παράσταση εκθέτει τον παθολογικό πυρήνα της αυταρχικής πολεμικής κουλτούρας, όπου η βαναυσότητα μεταμορφώνεται σε ηδονή, η βία αναδεικνύεται σε συντακτικό της συνενοχής, ενώ η πολιτική μειώνεται σε μια παράσταση παραφροσύνης. Στα χέρια του Trump, οι απελάσεις ξεγυμνώνονται από την γραφειοκρατική τους μεταμφίεση και επαναδιατυπώνονται ως εκστατική τελετουργία αποκλεισμού — έναν εορτασμό της κακοήθους επιθετικότητας που φανερώνει το φασιστικό υποκείμενο στην πιο γυμνή του μορφή, καθώς ανακαλύπτει την χαρά μόνο στην πρόκληση του πόνου.
Η ιστορία του φασισμού έχει παράξει έναν αριθμό σχολιασμών για την φασιστική προσωπικότητα και το υποκείμενο της. Κάποιοι σχολιασμοί από τον Wilhelm Reich, τον Theodor Adorno, και τον Freud είναι σχετικοί εδώ. Ο Reich προ πολλού στην Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού επέμενε ότι ο φασισμός αναπτύσσεται από την «ανορθολογική χαρακτηροδομή» στην οποία τα καταπιεσμένα ένστικτα μεταμορφώνονται σε υπακοή, μίσος, και την διεστραμμένη ικανοποίηση της βαναυσότητας. Ο Adorno στην Αυταρχική Προσωπικότητα εμβάθυνε σε αυτή την διαπίστωση, σημειώνοντας ότι ο φασίστας δημαγωγός ερωτοποιεί την βία, προσφέροντας στους οπαδούς του την παραισθησιακή εικασία ότι η βαναυσότητα αποτελεί πηγή συλλογικής ηδονής. Ο Freud είχε ήδη προειδοποιήσει στο έργο του Ο Πολιτισμός και οι Δυσφορίες του ότι η επιθετικότητα είναι συνυφασμένη με τις ανθρώπινες ορμές, μια δύναμη που αναζητεί έκφραση στην ταπείνωση, την εκμετάλλευση, και την καταστροφή όταν παραμένει ανεξέλεγκτη από την κουλτούρα και την συνείδηση. Ο Trump στην φωτογραφία αυτή και τον σχολιασμό της καθιστά σαφές ότι ο εκ μέρους του ενστερνισμός της βίας συνδέει την βαναυσότητα με την ηδονή. Ο Erich Fromm αργότερα όξυνε την ανάλυση αυτή με την έννοια του της «κακοήθους επιθετικότητας». Ο Fromm προτείνει ότι μια τέτοια βία δεν είναι αμυντική αλλά εκστατική, ένα πάθος για καταστροφή που βιώνεται μεθυστικά. Η δημοσίευση του Trump ενσαρκώνει αυτήν ακριβώς την κακοήθη επιθετικότητα, μετατρέποντας την κρατική βία σε πορνογραφική απόλαυση και συνενοχή, μια τελετουργική παράσταση στην οποία η στρατικοποιημένη βαναυσότητα καθαυτή αναδεικνύεται σε πεδίο αυτενέργειας.
Αυτό που προκύπτει εδώ δεν είναι η νηφάλια αλλά κάποιες φορές βάναυση γλώσσα της διακυβέρνησης υπό τον γκανγκστερικό καπιταλισμό, αλλά η παραληρηματική αναπαράσταση του θεαματικοποιήμενου σαδισμού, όπου η βία αναδεικνύεται σε αυτοσκοπό και σε αποκλειστική τροπικότητα της κρατικής εξουσίας. Ο κομπασμός του Trump είναι πολύ περισσότερα από ένα γκροτέσκο γλωσσικό ολίσθημα· πρόκειται για την έκφραση ενός εκτροχιασμένου νου για τον οποίο η βαναυσότητα αποτελεί το μοναδικό συναισθηματικό μητρώο, και ο τρόμος το μοναδικό ιδίωμα της εξουσίας. Πρόκειται για την πολιτική που έχει μεταμορφωθεί σε ψυχοπαθολογία, μια εγκληματογενής τροπικότητα εξουσίας που κανονικοποιεί την ανομία και μια νεκροπολιτική τάξη που ανυψώνει την διαχείριση του θανάτου και της οδύνης σε αρχή ακριβώς της κυριαρχίας. Εδώ, η διακυβέρνηση μειώνεται σε σκηνοθεσία του αφανισμού, και το κράτος αποκαθίσταται ως ένας μηχανισμός τρόμου η νομιμότητα του οποίου έγκειται στην ικανότητα του να προκαλεί πόνο, ταπείνωση, και αναλωσιμότητα.
Η δημοσίευση του Trump δεν αντανακλά μόνο την κτηνωδία της εποχής αλλά και την εξέλιξη μιας ειδικά Αμερικανικής πολιτικής παραφροσύνης. Στην πρώϊμη δημόσια περσόνα του, ενσάρκωνε την καρικατούρα του άπληστου καπιταλιστή — μια κλοουνίστικη, διογκωμένη εκδοχή του Gordon Gekko στην ταινία Wall Street, φτιασιδωμένη από τον θεατρινίστικο του ρόλο στο τηλεοπτικό σόου The Apprentice. Ως πρόεδρος, η συμπεριφορά του ανέλαβε την χειριστική σκληρότητα της Νοσοκόμας Ratched στην ταινία Η Φωλιά του Κούκου, επιδεικνύοντας την εμμονή του με τον έλεγχο και το θέαμα της εξουσίας του. Τώρα, στην φανέρωση του, καθρεφτίζει τον Patrick Bateman από την ταινία American Psycho, τον χαρακτήρα του εκτροχιασμένου τραπεζίτη επενδύσεων που υποδύεται ο Christian Bale, η επιδεικτική εμφάνιση του οποίου συγκαλύπτει την ακόρεστη όρεξη του για βία και καταστροφή. Ο Trump έχει μεταμορφωθεί σε κάτι ακόμη πιο σκοτεινό: ένας ξεσαλωμένος Darth Vader της Αμερικανικής πολιτικής, παρακινημένος από την εμμονή, την εκδικητικότητα, και την βαναυσότητα, τρομακτική καθώς είναι στην δυνατότητα της να μεταμορφώσει την διακυβέρνηση σε ένα θέατρο του σαδισμού.
Η ιστορική τροχιά της γενοκτονικής βίας στο μυθιστόρημα του Conrad Η Καρδιά του Σκότους στο οποίο περιγράφεται το ολοκαύτωμα στο Κονγκό και την προσαρμογή του από τον Coppola στην ταινία Αποκάλυψη Τώρα με το όραμα του για την παραφροσύνη που ήταν ο πόλεμος στο Βιετνάμ, ως την άνοδο του Αμερικανικού φασισμού υπό τον Trump, καθιστά σαφή την ζοφερή αλληλουχία. Κατά μήκος των αφηγήσεων, η βία δεν αποτελεί απλά ένα εργαλείο κυριαρχίας αλλά ένα τελετουργικό υπεροχής και καθυπόταξης, μια παράσταση που μετατρέπει την βαναυσότητα σε πεπρωμένο και τον αφανισμό σε διακυβέρνηση. Αυτό που ενώνει τις στιγμές αυτές είναι η μεταμόρφωση της βίας τόσο σε ηδονή όσο και σε πολιτική, όπου ο τρόμος κανονικοποιείται και η οδύνη αναδεικνύεται σε κεφάλαιο της εξουσίας. Η καυχησιά του Trump για την «αγάπη του για τις απελάσεις το πρωϊνό» τον τοποθετεί ευθέως σε αυτή την γενεαλογία. Είναι το σύγχρονο πρόσωπο μιας νεκροπολιτικής λογικής που μεταχειρίζεται τα ανθρώπινα όντα ως αναλώσιμα καθώς μετατρέπει την μαζική οδύνη σε θέαμα εθνικής ισχύος.
“I Love the Smell of Napalm in the Morning”: Fascist Cruelty as Pleasure and Policy – Class Autonomy
 
Ιστορία 
Jean Baudrilliard 
Το σπουδαίο γεγονός της περιόδου, το μεγάλο τραύμα της, έγκειται στην παρακμή των ισχυρών αναφορικών, εκείνων των ωδίνων θανάτου του πραγματικού και του λογικού που ανοίγονται προς την εποχή της προσομοίωσης. Ενόσω τόσες και τόσες γενιές, και ειδικότερα η τελευταία, ζούσαν στο κατευόδιο της ιστορίας, στην ευφορική ή καταστροφική προσδοκία της επανάστασης – σήμερα έχει κανείς την εντύπωση ότι η ιστορία έχει υποχωρήσει, αφήνοντας πίσω της ένα αδιάφορο νεφέλωμα που διασχίζεται από τάσεις, ενώ παραμένει κενό αναφορικών. Είναι σε αυτό το κενό που υπαναχωρούν τα φαντάσματα της παρελθούσας ιστορίας, η πανοπλία των γεγονότων, οι ιδεολογίες, οι ρέτρο μόδες – όχι πια τόσο πολύ επειδή οι άνθρωποι πιστεύουν σε αυτά, αλλά απλά για να αναστήσουν την περίοδο όταν τουλάχιστον υπήρχε ιστορία, τουλάχιστον υπήρχε βία (ακόμη και αν ήταν φασιστική), όταν τουλάχιστον το διακύβευμα αφορούσε την ζωή και τον θάνατο. Τα πάντα εξυπηρετούν την απόδραση από αυτό το κενό, αυτή την λευχαιμία της ιστορίας και της πολιτικής, αυτή την αιμορραγία των αξιών – είναι σε αναλογία προς αυτή την αγωνία που κάθε περιεχόμενο μπορεί να ανακληθεί συγκεχυμένα, ώστε κάθε προηγούμενη ιστορία να αναστηθεί στο σύνολο της – καμία ελεγκτική ιδέα δεν μπορεί να επιλέξει πια, η νοσταλγία μόνο συσσωρεύει ατελείωτα: ο πόλεμος, ο φασισμός, η θεαματικότητα της belle époque, ή των επαναστατικών αγώνων, τα πάντα εξισώνονται και αναμιγνύονται αδιάκριτα στην ίδια θλιβερή και πένθιμη ανάταση, στην ίδια ρέτρο σαγήνη. Υφίσταται ωστόσο η προνομιακή προτίμηση για την αμέσως προηγούμενη εποχή (του φασισμού, του πολέμου, της περιόδου που ακολούθησε αμέσως μετά τον πόλεμο – τις αναρίθμητες ταινίες που παίζουν με αυτά τα θέματα ώστε να έχουμε εμείς μια κοντινότερη, πιο διεστραμμένη, πιο συμπυκνωμένη, περισσότερο συγκεχυμένη ουσία). Μπορεί να την εξηγήσει κάποιος με την ανάκληση της Φροϋδικής θεωρίας του φετιχισμού (ίσως μια ακόμη ρέτρο εικασία). Το τραύμα αυτό (της απώλειας των αναφορικών) είναι παρόμοιο με την ανακάλυψη της διαφοράς μεταξύ των φύλων από τα παιδιά, εξίσου σοβαρό, εξίσου βαθύ, εξίσου μη-αναστρέψιμο: η φετιχοποίηση κάποιου αντικειμένου παρεμβαίνει στην συσκότιση αυτής της αφόρητης ανακάλυψης, αλλά ακριβώς, λέει ο Φρόϋντ, το αντικείμενο αυτό δεν είναι απλά οποιοδήποτε αντικείμενο, είναι συχνά το τελευταίο αντικείμενο που γίνεται αντιληπτό πριν την τραυματική ανακάλυψη. Έτσι η φετιχοποιημένη ιστορία θα είναι κατά προτίμηση εκείνη που προηγήθηκε αμέσως της «στερημένης αναφορικών» εποχής μας. Από εκεί και η πανταχού παρουσία του φασισμού και του πολέμου ως ρέτρο – μια σύμπτωση, μια συγγένεια που δεν είναι καθόλου πολιτική· είναι αφελές να συμπεράνουμε ότι η ανάκληση του φασισμού σημασιοδοτεί ένα ρεύμα ανανέωσης του φασισμού (είναι ακριβώς επειδή κανείς δεν είναι πια εκεί, επειδή κάποιος βρίσκεται σε κάτι άλλο, το οποίο είναι ακόμη λιγότερο διασκεδαστικό, ο λόγος για τον οποίο ο φασισμός μπορεί να γίνει σαγηνευτικός ξανά στην φιλτραρισμένη κτηνωδία του, την αισθητικοποιημένη από το ρέτρο). Ο φασισμός, το μυστήριο της εμφάνισης και της συλλογικής του ενέργειας, το οποίο καμία ερμηνεία δεν έχει καταφέρει να περιγράψει οριστικά (ούτε η Μαρξιστική της πολιτικής χειραγώγησης από τις κυρίαρχες τάξεις, ούτε η Ραϊχιανή της σεξουαλικής καταπίεσης των μαζών, ούτε και η Ντελουζιανή της δεσποτικής παράνοιας), μπορεί ήδη να ερμηνευθεί ως η «παράλογη» κατάχρηση των μυθικών και πολιτικών αναφορικών, η άλογη εντατικοποίηση της συλλογικής αξίας (αίμα, φυλή, λαός, κτλ), της επανεισαγωγής του θανάτου, μιας «πολιτικής αισθητικής του θανάτου» σε μια περίοδο όταν η διαδικασία της απομάγευσης της αξίας και των συλλογικών αξιών, της ορθολογικής εκκοσμίκευσης και της μετατροπής όλης της ζωής σε μονοδιάστατη φαινομενικότητα, της εργαλειοποίησης όλης της κοινωνικής και ατομικής ζωής, γίνεται ήδη έντονα αισθητή στην Δύση. Κι όμως, τα πάντα φαίνεται πως αποδρούν της καταστροφής αυτών των αξιών, αυτής της εξουδετέρωσης και εξειρήνευσης της ζωής. Ο φασισμός είναι η αντίδραση σε αυτό, ακόμη και αν πρόκειται για μια επιφανειακή, παράλογη, παράφρονα αντίδραση, και δεν θα ειχε αντλήσει απο την μαζική αυτή ενέργεια εάν δεν είχε υπάρξει ως αντίθεση σε κάτι πολύ χειρότερο. Η κτηνωδία του φασισμού, ο τρόμος του βρίσκεται στο επίπεδο αυτού του άλλου τρόμου που είναι η σύγχυση του πραγματικού με το λογικό, η οποία βάθυνε στην Δύση, και αποτελεί μια απάντηση σε αυτό.
Η ιστορία έχει κάνει έτσι την θριαμβευτική της είσοδο στον κινηματογράφο, μεταθανάτια (ο όρος ιστορικότητα εχει υποβληθεί στο ίδιο πεπρωμένο: η ιστορική στιγμή, το μνημείο, το συνέδριο, η μορφή) κατ’ αυτόν τον τρόπο σχεδιασμένα ως απολιθώματα. Η επαναφορά της δεν έχει καμία αξία ως συνειδητή γνώση παρά μόνο ως χαμένο αναφορικό.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...