Οι αγορές εκδήλωσαν την ανεπιτήδευτη αγαλλίασή τους για τη νίκη του υιού Μπολσονάρο, Φλάβιο, στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Βραζιλία με άνοδο στο Χρηματιστήριο του Ρίο. Πριν από αυτό, τίμησαν με την εμπιστοσύνη τους τον ακροδεξιό με το αλυσοπρίονο πρόεδρο της Αργεντινής Χαβιέ Μιλέι. Στην εν εξελίξει κοινωνική εξέγερση στην Ευρώπη εκφράζουν σαφώς την ευαρέσκειά τους προς την Ιταλία της Μελόνι παρά στη «χαοτική» Γαλλία. Απόδειξη; Η Ιταλία, αν και με το μακράν υψηλότερο χρέος στην Ευρώπη, έχει καλύτερη «μεταχείριση» από τις αγορές σε σχέση με τη Γαλλία.
Αν η Ακροδεξιά σε όλη την Ευρώπη αλλά και διεθνώς ομνύει στη δημοσιονομική προσαρμογή, η Τζόρτζια Μελόνι την κάνει πράξη στην Ιταλία, επιτυγχάνοντας πλέον πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα – και οι αγορές συνηθίζουν να επιβραβεύουν τις «καλές πρακτικές» δημοσιονομικής λιτότητας απ’ όπου και αν προέρχονται και να θεωρούν κίνδυνο για τη δημοσιονομική σταθερότητα τις εκδηλώσεις λαϊκής διαμαρτυρίας…
Γαλλία – Ιταλία
Τα γαλλικά ομόλογα δέχονται επίθεση από τις αγορές. Το σενάριο τρόμου όμως, βάσει του οποίου η κοινωνική αναταραχή οδηγεί τη Γαλλία σε κρίση χρέους ανάλογη με της Ελλάδας το 2010, δεν επιβεβαιώνεται από τα δεδομένα. Οπως δείχνουν οι παρατιθέμενοι πίνακες, η εκτίναξη των αποδόσεων των γαλλικών ομολόγων συνέβη κατά το πολύ μεγάλο ποσοστό της από την αρχή του 2026 και μέχρι πριν το ξέσπασμα των πρόσφατων λαϊκών κινητοποιήσεων. Αντίθετα, από τη Δευτέρα 12 μέχρι και χθες Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, που περιλαμβάνει την περίοδο των κινητοποιήσεων, η διεύρυνση του spread (διαφορά απόδοσης) σε σχέση με το γερμανικό 10ετές ομόλογο αναφοράς είναι ελάχιστη.
Διεθνώς, από την αρχή του έτους μέχρι και σήμερα, οι αγορές των ομολόγων γνώρισαν ένα διαρκές sell off, με πρωτοπόρο μάλιστα σε αυτό το sell off την αγορά ομολόγων των ΗΠΑ. Ο λόγος δεν είναι ιδιαίτερα γαλλικός, αλλά αφορά το σύνολο των χωρών του G-7: όλες οι χώρες του γκρουπ είναι υπερχρεωμένες και αναμένεται να διατηρήσουν υψηλά ελλείμματα που θα συνεχίσουν να αυξάνουν το χρέος τους και τα επόμενα χρόνια, κυρίως λόγω των διαρκώς αυξανόμενων στρατιωτικών δαπανών.
Παρ’ όλο όμως το «κακό» της υπερχρέωσης και της κρίσης στην αγορά ομολόγων που αυξάνει πολύ το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, είναι εμφανής μια «εστίαση» των αγορών ειδικά στη Γαλλία, παρότι η Ιταλία είναι αυτή που έχει το μακράν υψηλότερο χρέος στην Ευρώπη.
Ποιο πλεονέκτημα αναγνωρίζουν στην Ιταλία οι αγορές; Οτι παράγει πλέον, οριακά έστω, πρωτογενή πλεονάσματα και ότι η στιβαρή ηγεσία της Μελόνι εξασφαλίζει συνέπεια στη «δημοσιονομική προσαρμογή», δηλαδή στη λιτότητα στις κοινωνικές δαπάνες. Ωστόσο, η Ιταλία ξεκινάει από πολύ υψηλότερα επίπεδα χρέους (138,5% του ΑΕΠ, έναντι 118,1% της Γαλλίας) και το χρέος της συνεχίζει να αυξάνεται παρά τα πρωτογενή πλεονάσματα. Υπ’ αυτούς τους όρους, θα χρειαστεί πάνω από μία δεκαετία, υπό τις καλύτερες για την Ιταλία προϋποθέσεις, ώστε το ιταλικό χρέος να προσεγγίσει τα επίπεδα του γαλλικού.
Δείκτης… ευθραυστότητας
Υπάρχει λοιπόν εδώ υπερβολή στην τιμολόγηση του λεγόμενου «πολιτικού ρίσκου» αλλά και υπερβολή στη σχετική αποτίμηση των δύο χωρών (Γαλλίας και Ιταλίας). Σε κάθε περίπτωση, το φόβητρο μιας νέας κρίσης χρέους στην ευρωζώνη ανάλογης της περιόδου 2012-13 είναι πολιτική υπερβολή που σκοπό έχει να πειθαναγκάσει τις κοινωνίες, με πρώτη απ’ όλες τη γαλλική, να παραιτηθούν από αιτήματα και αντιδράσεις ενάντια στη λιτότητα και τη φτώχεια.
Οι Financial Times ανέφεραν την προηγούμενη εβδομάδα ότι ορισμένοι μεγάλοι διαχειριστές κεφαλαίων θεωρούν υπερβολικές τις ανησυχίες για νέα κρίση χρέους στην ευρωζώνη και αναζητούν ευκαιρίες αγοράς στα κρατικά ομόλογα των οποίων οι τιμές έχουν υποχωρήσει.
Την υπερβολή στην τιμολόγηση του «πολιτικού κινδύνου» (ή πολιτικού ρίσκου) υπογραμμίζει και ανάλυση της Allianz τον περασμένο Ιούλιο, που διαπίστωνε ότι με τις εκλογές σε Γαλλία, Ισπανία, Ελλάδα και Ιταλία το 2027 να πλησιάζουν, οι αγορές θα μιλούν όλο και περισσότερο πολιτικά, υπερβάλλοντας στην τιμολόγηση του «πολιτικού κινδύνου». Μάλιστα, βάσει ενός Δείκτη Πολιτικής Ευθραυστότητας (PFI), η Ευρώπη προβλέπεται να βρεθεί σε κατάσταση κορύφωσης της πολιτικής αστάθειας… Ο PFI βασίζεται σε δεδομένα δημοσκοπήσεων για τέσσερις παράγοντες: κατακερματισμός, δυσαρέσκεια, πόλωση και διακυβέρνηση.
Από τη μία ο Μακρόν με τον «νόμο και τάξη», από την άλλη οι αγορές με τον «πολιτικό κίνδυνο», στρώνουν τον δρόμο στη Λεπέν…
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
