Το εγχείρημα να μεταφράσεις στα ελληνικά ένα έργο του Δάντη τόσο σημαντικό όπως το «De vulgari eloquentia» είναι αναμφισβήτητα δύσκολο και θα έλεγα επικίνδυνο για πιθανές παρερμηνείες ή λανθασμένες επιλογές, από τη στιγμή που ακόμη και σήμερα, μετά από επτά αιώνες από την πιθανολογούμενη δημοσίευσή του (1303), οι έρευνες και οι προσεγγίσεις των διαφόρων μελετητών παγκοσμίως προσφέρονται για εμβάθυνση και ερμηνείες.
Ας δούμε όμως το περίφημο «De vulgari eloquentia» («Η ευγλωττία της κοινής γλώσσας») κατά την προσεγμένη μετάφραση του Νίκου Κούρκουλου, από τις εκδόσεις «Ωκυτόκια», 2025.
Είναι αλήθεια, και με ποια έννοια, η κοινή έκφραση που αποκαλεί τον Δάντη «πατέρα της ιταλικής γλώσσας» ή η άλλη λιγότερο ισχυρή, αλλά όχι λιγότερο τιμητική, με την οποία ο Πετράρχης τον αποκάλεσε dux nostri eloquii vulgaris (οδηγό της λαϊκής μας γλώσσας); Οπου όμως ο ορισμός «γλώσσα», με την έννοια «γλώσσα ικανή για όλες τις χρήσεις, λογοτεχνικές και αστικές», αναμφισβήτητα ανήκει στον Δάντη.
Σε αρκετές περιπτώσεις ο Δάντης εξέφρασε τις απόψεις του για τη δημοτική γλώσσα, με σύντομες αναφορές στη «Vita Nuova», εκτενώς στο «De vulgari eloquentia» και στο «Convivio», καθώς και στη «Θεία Κωμωδία». Οι μελετητές του Δάντη έχουν επανειλημμένα ασχοληθεί με τη θεωρία του Αλιγκιέρι για τη γλώσσα γενικά και για τη δημοτική γλώσσα ειδικότερα, εστιάζοντας ιδιαίτερα σε εκείνα τα σημεία (μεγαλύτερη ευγένεια της λατινικής έναντι της δημοτικής, μεταβλητότητα της γλώσσας) στα οποία στα διάφορα έργα του οι θέσεις του δεν συμπίπτουν ή δεν φαίνεται να συμπίπτουν.
Το «De vulgari eloquentia» και το «Convivio» είναι σχεδόν σύγχρονα. Πιθανώς η συγγραφή των κεφαλαίων που έχουμε στη λατινική πραγματεία είναι του 1303 και έχουν την εμφάνιση μιας πρώτης ημιτελούς γραφής. Οταν έγραψε το «Convivio», δηλαδή, όπως πιστεύουμε, τα έτη 1303-1307, ο ποιητής προέβλεπε να ολοκληρώσει και να δημοσιεύσει το «De vulgari eloquentia», που μόλις είχε συντάξει. Τότε όμως όλος ο χρόνος και ο ενθουσιασμός του αφιερώθηκαν στη «Θεία Κωμωδία» και τα δύο θεωρητικά γραπτά έμειναν στην άκρη ημιτελή.
Αν στο «Convivio» μιλά για την ιταλική καθομιλουμένη γενικά, στο «De vulgari eloquentia» το πρόβλημα είναι αλλού ευρύτερο και αλλού πιο περιορισμένο. Στα πρώτα επτά κεφάλαια του πρώτου βιβλίου ο Δάντης παρουσιάζει την ανθρώπινη γλώσσα γενικά, θίγοντας επίσης ορισμένα ερωτήματα που τώρα μας φαίνονται λίγο απλοϊκά (μίλησε πρώτα ο άνδρας ή η γυναίκα;), αλλά που ανήκαν στην κουλτούρα της εποχής. Στα κεφάλαια 8-10 ασχολείται με τις γλώσσες της Ευρώπης και ιδιαίτερα της Ιταλίας. Ο Δάντης χωρίζει αυτές τις γλώσσες σε τρεις κλάδους, την ελληνική, τη γερμανο-σλαβική και το τριπλό ρομανικό ιδίωμα που χωρίζεται στη γαλλική, την προβηγκιανή και την ιταλική. Οσο για τα λατινικά, είναι μια προσέγγιση του τρίμορφου ιδιώματος, που καθορίζεται από την κοινή χρήση πολλών λαών και μοιάζει περισσότερο με τα ιταλικά παρά με τις άλλες δύο γλώσσες.
Αφού συγκρίνει τα πλεονεκτήματα της γαλλικής, της προβηγκιανής και της ιταλικής σύμφωνα με την αξία των αντίστοιχων λογοτεχνιών τους, περιορίζεται στην ανάλυση της καθομιλουμένης στην Ιταλία και σκιαγραφεί τη γνωστή διαίρεση των ιταλικών διαλέκτων σε δεκατέσσερις ενότητες, χωρίς να υπολογίζει τις αναρίθμητες δευτερεύουσες παραλλαγές.
Εχοντας φτάσει στο ενδέκατο κεφάλαιο, ο Δάντης ξεκινά μια συζήτηση που, αν και στενά συνδεδεμένη με τον διαχωρισμό που προηγείται, είναι αρκετά διαφορετική. Μέχρι αυτό το σημείο είχε μιλήσει μόνο για γλώσσα, είχε μιλήσει, θα λέγαμε σήμερα, ως γλωσσολόγος. Τώρα αρχίζει να ασχολείται με ένα πρόβλημα ύφους ως άνθρωπος των γραμμάτων και εδώ αρχίζει πραγματικά την «πραγματεία για την τέχνη του λόγου στη δημοτική γλώσσα» («De vulgari eloquentia»). Αναζητά την πιο εύγλωττη καθομιλουμένη σε όλη την Ιταλία και ξεκινά εξαλείφοντας τις χειρότερες, κατά την άποψή του, διαλέκτους (της Ρώμης, του Μιλάνου, των Μάρκε, του Φριούλι, του Καζεντίνο και τέλος της Σαρδηνίας). Εξετάζοντας όμως τη Σικελική, ο Δάντης τη διαχωρίζει και σημειώνει ότι είχε επιφανείς ποιητές (βλ. «Η ποιητική σχολή της Σικελίας», Νησίδες, 13-14.6.2026)
Οσο για τη γλώσσα της Τοσκάνης (κεφ. 13), είναι ανώφελο να διεκδικεί κανείς για την περιοχή του το προνόμιο της επιφανούς καθομιλουμένης («Volgare illustre»). Ο Guittone d’Arezzo, ο Bonagiunta da Lucca, ο Brunetto Latini και άλλοι έχουν γράψει βέβαια σημαντικούς στίχους σ’ αυτή τη γλώσσα.
Πουθενά στην Ιταλία ο ποιητής δεν μπόρεσε να βρει (κεφ. 16) τον «πάνθηρα» που είχε κυνηγήσει, δηλαδή την ένδοξη καθομιλουμένη. Τώρα η ένδοξη καθομιλουμένη είναι αυτή που υπάρχει σε κάθε ιταλική πόλη και φαίνεται να μην κατοικεί σε καμία.
Τι θα έπρεπε να περιέχουν τα επόμενα βιβλία το γνωρίζουμε μόνο από διάφορες παραπομπές του: ίσως στο 3ο θα είχε ασχοληθεί με την πρόζα, στο 4ο ο Δάντης θα αναφερόταν στη μέτρια και ταπεινή δημοτική, και φυσικά δεν γνωρίζουμε αν θα ολοκλήρωνε την πραγματεία του με το 4ο βιβλίο.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
