Ηρθε από τα κάτω, από τα Μανιάτικα, τις εργατικές γειτονιές, τις χειρωνακτικές δουλειές στο λιμάνι, το μεροκάματο, το ποδόσφαιρο, τους τσαμπουκάδες, τα λούμπεν στέκια, την «πινακοθήκη» της νύχτας, τα γλέντια και τα πιώματα. Και στους από τα κάτω, τους ανυπότακτους και τους «ξυπόλητους» όπως έλεγε ο ίδιος, την ελληνική εκδοχή των sans culottes, αφιερώθηκε η σχέση του με τη γραφή.
Οι ήρωές του, μυθιστορηματικοί, θεατρικοί ή πραγματικοί, ήταν αν όχι αποσυνάγωγοι, πάντως οι ανυπάκουοι της Ιστορίας και της κοινωνίας, εκείνοι που χαλούν την επιβεβλημένη «αρμονία» του συμβιβασμού, την κακώς εννοούμενη αριστεία, την αποστασιοποίηση από κάθε τι γνήσια λαϊκό. Αν υπάρχει πεζογραφικό αντίδοτο σε ό,τι ονομάσαμε ακραίο κέντρο στον πολιτικό χώρο, ο Διονύσης Χαριτόπουλος το εκπροσώπησε παθιασμένα, εμμονικά, με την τρικυμιώδη ζωή του, την πυρετώδη αρθρογραφία του, με την περίφημη βιογραφία του Αρη Βελουχιώτη και των ανδρών του, με τις ιστορίες του ΕΛΑΣ και των οδυνών του Εμφυλίου, με το θέατρό του, με τις μελέτες του. Κι έχει βέβαια εξαιρετικό ενδιαφέρον ότι το πεζογραφικό του έργο είναι ποικίλο και αταξινόμητο και παρ’ όλα αυτά απόλυτα αναγνωρίσιμο από τη γραφή, τα θέματα, τα πρόσωπα και τη συνέπεια με ό,τι περιλάμβανε ο ίδιος: από τον Πειραιά των νεανικών του χρόνων, στην πινακοθήκη μιας Αθήνας φιλτραρισμένης από την προσωπικότητα της Μαλβίνας κι από εκεί μέχρι το Μικρό Χωριό της Ευρυτανίας, απ’ όπου ξεκίνησαν και όπου κατέληξαν όλα. Στον Διονύση Χαριτόπουλο, που πέθανε την Παρασκευή στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν το τελευταίο διάστημα αντιμετωπίζοντας σοβαρό πρόβλημα υγείας, κάπως ταίριαζε το στερητικό α- της αντίδρασης: ακατάτακτος, αταξινόμητος (κι αυτόνομος), έγραψαν οι Εκδόσεις Τόπος, οι εκδόσεις του. Ατακτος που είχε γράψει κι ο ίδιος για τον Αρη και τους άντρες του. Ασυμβίβαστος. Και τα αρκετά τελευταία χρόνια αναχωρητής.
Δύσκολος άνθρωπος, αρκετά περίκλειστος, σκοτεινός και μοναχικός αν βρισκόταν σε παρέες που δεν ήταν του γούστου του. Κάπως βαρύς κι απρόσιτος σε τέτοιες περιστάσεις, με ένα διαρκώς φλεγόμενο πνεύμα, βαφτισμένο στην Αριστερά και στο αντάρτικο, κατεργασμένο από τη ζωή στις υποβαθμισμένες συνοικίες του Πειραιά, στα μεθύσια και στους έρωτες κι ευλογημένο από το ταλέντο της παρατήρησης -πέρα από τα oποιαδήποτε πλαίσια- και φυσικά της συγγραφής.
Στα Μανιάτικα
Γεννημένος το 1947 στον Πειραιά, με καταγωγή από τη Μέσα Μάνη από την πλευρά του πατέρα του και από την πλευρά της μητέρας του από το Μικρό Χωριό Ευρυτανίας, περίφημο βέβαια για τη μάχη του ΕΛΑΣ με επικεφαλής τον Αρη Βελουχιώτη με δυνάμεις της ιταλικής κατοχής τον Δεκέμβριο του ’42. «Η ξαδέλφη της μάνας του, η Ναυσικά Φλέγκα, με απολυτήριο από τις Καλόγριες και προίκα ζηλευτή, έγραψε το “Τραγούδι του Αρη”. Οι συγγενείς του Μανιάτη πατέρα του, από περιβάλλον βασιλικών, βγήκαν στο βουνό όταν τα κατοχικά στρατεύματα απλώθηκαν στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι/ες και από τις δύο γενιές έφτασαν να κρύβονται στον Πειραιά μετά την Απελευθέρωση και κάποιοι/ες φυλακίστηκαν στα Βούρλα και στις Γυναικείες Φυλακές Κάστορος», έγραφε η Μικέλα Χαρτουλάρη στην «Εφ.Συν.» όταν του πήρε συνέντευξη με αφορμή την έκδοση των «Ατάκτων» (Τόπος, 2022). Σε αυτόν τον κόσμο μεγάλωσε ο Διονύσης Χαριτόπουλος. Στα Μανιάτικα, σε μια γειτονιά που τότε κάθε άλλο παρά μια εξιδανικευμένη εικόνα της μεταπολεμικής Ελλάδας εκπροσωπούσε. «Μια ελληνική φαβέλα», την περιέγραφε ο ίδιος σε συνέντευξή του στον Γιάννη Πανταζόπουλο και στη Lifo. Μαχαιρώματα, σκληρές παρέες, λαθρέμποροι, βεντέτες, πορνεία, δρόμοι χωρίς πεζοδρόμια και φωτισμό. Εκεί όπου, όπως έλεγε, «η μόνη αξία ήταν η δύναμη».
Τα πρώτα είκοσι χρόνια της ζωής του τα πέρασε δουλεύοντας στο λιμάνι, σε μηχανουργεία, χυτήρια και επισκευές πλοίων. Κουβαλούσε σίδερα και τσουβάλια προτού αρχίσει να κουβαλά ανθρώπινες ιστορίες στις σελίδες του. Το λιμάνι, έλεγε, ανοίγει ορίζοντες και δρόμους διαφυγής, σε μαθαίνει τη ζωή πολύ πιο γρήγορα. Η δική του λογοτεχνία θα κρατούσε πάντα κάτι από αυτή την πρώιμη μαθητεία: την αίσθηση ότι ο άνθρωπος δεν καθορίζεται από όσα δηλώνει αλλά από όσα έχει ζήσει. Η σχέση του με την ανάγνωση και το γράψιμο άρχισε νωρίς, σχεδόν τυχαία. Το πρώτο βιβλίο που έπεσε στα χέρια του ήταν η «Γέφυρα των Στεναγμών» του Μισέλ Ζεβακό, ξεχασμένο από έναν ναυτικό σε ένα σπίτι της Τρούμπας. Το διάβασε και, στα δεκατρία του χρόνια, αποφάσισε ότι αυτό ήθελε να κάνει στη ζωή του. «Το γράψιμο είναι αναπόδραστο στοιχείο της ζωής μου», έλεγε αργότερα. «Δεν γίνεται αλλιώς».
Αφησε ημιτελείς δύο απόπειρες σπουδών, στην Αθήνα και στο Λονδίνο, και εργάστηκε για χρόνια στη διαφήμιση, μέχρι το 1990, όταν εγκατέλειψε οριστικά κάθε βιοποριστική δραστηριότητα. Το πρώτο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Δανεικιά Γραβάτα» («Εξάντας»), κυκλοφόρησε το 1976. Ακολούθησαν πεζογραφήματα, νουβέλες, διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και δοκίμια. Από τη «Δανεικιά γραβάτα» και το «525 τάγμα πεζικού» μέχρι «Τα παιδιά της Χελιδόνας» (που τα μετέφερε συγκλονιστικά στη μεγάλη οθόνη ο Κώστας Βρεττάκος), τη «Δέσποινα», «Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι», την εκπληκτική του τριλογία για τον Πειραιά, το «Εναντίον του Marlboro», τον -εμπνευσμένο από τη συνύπαρξή του με τη Μαλβίνα- «Ανεμο κουβάρι», τον «Κόκκινο καθηγητή», ο Χαριτόπουλος διαμόρφωσε μια γραφή που δεν υπάκουε στις επιταγές ενός και μόνου λογοτεχνικού είδους ή κάποιας λογοτεχνικής σχολής. Ηταν ακατάτακτος, αταξινόμητος, αυτόνομος, όπως τον περιέγραψαν η κριτική αλλά και οι Εκδόσεις Τόπος, που επισήμαναν επίσης πως «από το πρώτο του βιβλίο το 1976, ο Διονύσης Χαριτόπουλος είχε εξασφαλίσει τον έπαινο των κριτικών του πνευματικού κόσμου και ιδίως των αναγνωστών, αλλά και την αδυναμία τους να τον κατηγοριοποιήσουν».
Ο Αρης Βελουχιώτης και η επιστροφή στη μνήμη
Το 2008, η επανέκδοση του περίφημου «Εγχειριδίου βλακείας», με τους αφορισμούς του για την ανθρώπινη συμπεριφορά, παρέμεινε επί οκτώ μήνες στις πρώτες θέσεις των ευπώλητων. Η παρατήρηση, η αιχμηρή διατύπωση και η δυσπιστία απέναντι στην ανθρώπινη ματαιοδοξία ήταν στοιχεία της γραφής του. Δεν είχε ιδιαίτερη υπομονή με τις μεγάλες διακηρύξεις, ιδίως όταν δεν συνοδεύονταν από πράξεις.
Το έργο που σφράγισε βέβαια τη δημόσια παρουσία του ήταν ο «Αρης, ο αρχηγός των ατάκτων», η τεκμηριωμένη ιστορική βιογραφία του Αρη Βελουχιώτη που έγινε best seller και συνεχίζει ακόμα να πουλάει. Ο Χαριτόπουλος δεν αντιμετώπισε τον θρυλικό καπετάνιο του ΕΛΑΣ ως ακόμη ένα πρόσωπο της εμφυλιακής αντιπαράθεσης. Τον προσέγγισε ως μια προσωπικότητα που υπερέβαινε, κατά τη δική του ανάγνωση, την κομματική της ταυτότητα. Τον ενδιέφερε ο πατριδολάτρης και οραματιστής, ο άνθρωπος που διάβαζε, άκουγε μουσική, τραγουδούσε και πήγαινε στην όπερα, αλλά είχε και αδυναμίες που τον οδήγησαν σε λάθη.
Το βιβλίο κυκλοφόρησε σε νέα έκδοση το 2009 και συνέβαλε αποφασιστικά στην αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τον Βελουχιώτη. Το 2022 ακολούθησαν «Οι Ατακτοι», ένα ιστορικό συμπλήρωμα που συγκέντρωνε νέα στοιχεία και πληροφορίες για πρόσωπα και γεγονότα τα οποία είχαν μείνει στη σκιά του αρχηγού. Ο Χαριτόπουλος είχε επιλέξει να ερευνήσει όχι μόνο τον πρωταγωνιστή αλλά και εκείνους που η Ιστορία συχνά αφήνει στο περιθώριο. Η δική του πολιτική τοποθέτηση ήταν σαφής, χωρίς να μετατρέπεται σε άκριτη υπεράσπιση της Αριστεράς και των φορέων της – αντιθέτως συχνά ήταν σκληρός σε κριτική. Ελεγε ότι ψήφιζε ΚΚΕ υπερασπιζόμενος κυρίως την ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ταυτόχρονα, δεν χαριζόταν σε όσους χρησιμοποιούσαν την πολιτική ταυτότητα ως άλλοθι για προσωπικά οφέλη. «Το ζήτημα είναι τι κάνεις στην πράξη», επέμενε. Και όταν μιλούσε για τους σημερινούς ήρωες, δεν αναζητούσε πρόσωπα της εξουσίας ή της δημόσιας προβολής. Ηρωες, έλεγε, είναι οι μεροκαματιάρηδες που παλεύουν για να επιβιώσουν οι οικογένειές τους.
Ερωτες και μεθύσια, όσα «θα θυμάσαι στη ζωή»
Οι σχέσεις του με τις γυναίκες υπήρξαν καθοριστικές στη ζωή του, όπως ο ίδιος παραδεχόταν. Παντρεύτηκε δύο φορές, απέκτησε δύο γιους από τον πρώτο του γάμο και συνδέθηκε με δύο γυναίκες που, όπως έλεγε, τον διαμόρφωσαν με διαφορετικούς τρόπους.
Η πρώτη σύζυγός του, Ελένη, καθηγήτρια Γερμανικής Φιλολογίας, ήταν για εκείνον το πρόσωπο που τον εξημέρωσε. Οταν γνωρίστηκαν, έλεγε, ήταν αγρίμι και δεν τον πλησίαζες εύκολα. Η δεύτερη ήταν η Μαλβίνα Κάραλη, μια αστραφτερή βέβαια προσωπικότητα που τον έφερε σε επαφή με έναν διαφορετικό, πιο αθηνοκεντρικό κόσμο και του πρόσφερε νέα ερεθίσματα. Παρότι εκείνη παραδόθηκε στον ρόλο της συζύγου του Χαριτόπουλου για χρόνια, η παθιασμένη και οριακή σχέση τους δεν είχε καλή κατάληξη. Συνοδεύτηκε μάλιστα από φήμες για βίαια επεισόδια μεταξύ τους με ευθύνη δική του…
Το «συγγνώμη» του ήρθε μετά τον θάνατό της με το «Ανεμος κουβάρι». Αλλά στις μετέπειτα συνεντεύξεις του ανέλαβε τις ευθύνες του. «Και τις δύο φορές που χώρισα η αιτία ήμουν εγώ. Τις αδίκησα», παραδεχόταν στον Πανταζόπουλο. Απέδιδε όμως κυρίως τη δυσαρμονία στην αφοσίωση στο γράψιμο. «Με κάθε νέο βιβλίο χάνω κι έναν έρωτα», έλεγε, περιγράφοντας την αδυναμία του να είναι διαρκώς παρών στις σχέσεις του όταν κλεινόταν μερόνυχτα στο γραφείο.
Η μητέρα του ήταν, όπως υπογράμμιζε, ο πιο επιδραστικός άνθρωπος της ζωής του. Περήφανη, δυναμική, ανυποχώρητη, στάθηκε δίπλα του ακόμη και όταν αποβλήθηκε από τα δημόσια σχολεία, βρίσκοντας τρόπο να συνεχίσει τη μόρφωσή του σε ιδιωτικό. Τη θαύμαζε μέχρι τέλους.
Ο Πειραιάς παρέμεινε η μεγάλη του αναφορά. Μαζί του κι ο Ολυμπιακός, στο γήπεδο του οποίου μπήκε για πρώτη φορά το 1953, όταν ακόμη το «Καραϊσκάκη» λεγόταν Ποδηλατοδρόμιο. Το ποδόσφαιρο ήταν για εκείνον η ανάσα μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης, η χαρά της εβδομάδας για ανθρώπους που δεν είχαν πολλές άλλες διεξόδους.
Στο «Εκ Πειραιώς» (2012) και στην τριλογία που συμπλήρωσαν τα «Πειραιώτες» (2016) και «Πειραιάς βαθύς» (2018), επέστρεψε στη γενέθλια πόλη, καταγράφοντας την ανθρωπογεωγραφία της περιόδου 1947-1967. Στο «Ερωτες στη Μεταπολίτευση» (2019) έστρεψε το βλέμμα σε μια άλλη εποχή, ενώ το 2024 κυκλοφόρησε το «Πολλά Μικρά Απλά». Την ίδια χρονιά επανεκδόθηκε, σε επετειακή έκδοση για τα εκατό χρόνια του Ολυμπιακού, το «Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι».
«Θα είμαι πάντα με τους ξυπόλυτους»
Ο Χαριτόπουλος δεν πίστευε στη διαρκή ευτυχία. Πίστευε στις στιγμές, στα πάθη, στην ανάγκη της μοναχικότητας, στην ελευθερία να ζεις χωρίς να υποτάσσεσαι στις απαιτήσεις των άλλων. Δεν έκρυβε τις αντιφάσεις του, ούτε διεκδικούσε το αλάθητο. «Μετάνιωσα για πολλά, αλλά είμαι σίγουρος ότι με τα μυαλά που είχα θα έκανα ξανά τις ίδιες μαλακίες», έλεγε εντίμως. Η αυτογνωσία του δεν είχε τίποτε από την αυτάρεσκη σοβαροφάνεια εκείνων που παρουσιάζουν μια ζωή υποδειγματική. Κι αυτό ήταν ένα από τα πολύ γοητευτικά του στοιχεία.
Τον Οκτώβριο του 2022, με την έκδοση των «Ατάκτων» και αργότερα με το «Πολλά Μικρά Απλά», συνέχισε να επιστρέφει στα πρόσωπα, στα βιώματα και στις ιδέες που τον απασχολούσαν σε όλη του τη διαδρομή. Η γραφή του παρέμεινε συνδεδεμένη με τους ανθρώπους που γνώρισε στον δρόμο, στο λιμάνι, στις γειτονιές, στα γήπεδα και στα ταβερνεία. Εκεί όπου, μακριά από τις επίσημες αφηγήσεις, πίστευε ότι βρίσκεται η πραγματική ανθρωπογνωσία.
Στο άνοιγμα του τελευταίου του βιβλίου είχε επιλέξει να παραθέσει τους στίχους που συμπύκνωναν ίσως καλύτερα την πολιτική και ηθική του στάση:
«Θα είμαι πάντα με τους ξυπόλυτους,
έξω απ’ τα Χειμερινά Ανάκτορα, ακόμη κι αν είναι χειρότεροι
απ’ τους μέσα, γιατί αυτοί έχουν το δίκιο με το μέρος τους».
Δεν χρειάζεται να συμφωνεί κάποιος με όλες τις απόψεις του για να του αναγνωρίσει τη συνέπεια με την οποία υπερασπίστηκε τον δικό του τρόπο να βλέπει τον κόσμο. Ο Διονύσης Χαριτόπουλος δεν ενδιαφέρθηκε να γίνει αρεστός σε όλους, ούτε να εξασφαλίσει μια θέση σε κάποια λογοτεχνική ή πολιτική αυλή. Προτίμησε να παραμείνει έξω από τις κατηγορίες, με τις αντιφάσεις, τις αδυναμίες και τις εμμονές του. Προκαλούσε βέβαια οξείες αντιπαλότητες αλλά όπως έλεγε στη Μικέλα Χαρτουλάρη «δεν είχα ποτέ εχθρούς. Αν συγκρουστώ με κάποιον, το επόμενο πρωί το έχω ξεχάσει, έχει σβηστεί από μέσα μου. Και φυσικά, δεν θεωρώ εχθρούς όσους πιστεύουν τα εντελώς αντίθετα από μένα, από πολιτικά έως ποδοσφαιρικά. Τώρα, αν κάποιος με θεωρεί εχθρό του, εγώ δεν το ξέρω κι ούτε με ενδιαφέρει να το μάθω».
Αν κάτι μένει από τη διαδρομή του, πέρα από τα βιβλία του, είναι η επιμονή του ότι η ζωή δεν συνδέεται με την καριέρα, τα χρήματα ή το κυνήγι της υστεροφημίας. «Ηρθαμε για να ζήσουμε», έλεγε. «Και να αφήσουμε τον κόσμο λίγο καλύτερο απ’ ό,τι τον βρήκαμε για όσους θα ακολουθήσουν».
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
