Τα 98α Όσκαρ απονεμήθηκαν λοιπόν, ας ανακατέψουμε τώρα το υλικό που μας έδωσε η τελετή, φτιάχνοντας επτά ζευγάρια ανθρώπων, χωρών ή περιεχομένου, προκειμένου να δούμε μεταξύ τους κοινά στοιχεία ή διαφορές.
ΙΣΩΣ ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ
ελc news
Όσκαρ 2026: Μεγάλος νικητής το “One Battle After Another” του Πολ Τόμας Άντερσον
ελc team
Γκόλντι Χον – Έιμι Μάντιγκαν. 80 στα 81 η Γκόλντι Χον, 75 στα 76 η βραβευθείσα με Όσκαρ Β’ Γυναικείου, Έιμι Μάντιγκαν. Η Μάντιγκαν, με τις ρυτίδες στο λαιμό και το πρόσωπό της, δεν απωθεί και δεν αρνείται τίποτα, η Γκόλντι Χον από το τράβηγμα και το φούσκωμα φέρνει στο νου εκείνη την παλιά τηλεοπτική σειρά, την «Πεντάμορφη και το Τέρας», όχι όμως την Λίντα Χάμιλτον, αλλά τον παραμορφωμένο λιονταρόμορφο συμπρωταγωνιστή της. Καταλαβαίνω βέβαια ότι η συγκεκριμένη συζήτηση μόνο καινούργια και πρωτότυπη δεν είναι κι ότι μάλλον κακογερασμένη είναι με τη σειρά της, καταλαβαίνω επίσης ότι τα γηρατειά δεν είναι ευχάριστα για κανέναν άνθρωπο, ότι είναι το μεγαλύτερο απ’ όλα τα σκάνδαλα κι ότι όπως τους αντιστέκεται κανείς θεμιτό είναι, καταλαβαίνω ότι το βλέμμα τσιτώνει και πάλι περισσότερο με τις γυναίκες παρά με τους άνδρες (παράδειγμα ας πούμε ο Λάιονελ Ρίτσι), καταλαβαίνω ότι ακόμα και αυτό βάζει τις γυναίκες σε θέση κρινόμενου και κατηγορούμενου και τους υποβάλλει εντολές στο πώς πρέπει να είναι ή να μην είναι, μόνο που εδώ είναι και αλληλοαντικρουόμενες μεταξύ τους, με αποτέλεσμα το τέλειο lose – lose. Ωστόσο το να καταλαβαίνεις κάτι δεν σημαίνει κι ότι παύεις αυτομάτως να το κάνεις. Κι ύστερα σκεφτόμουν ότι η άλλη όψη του τραβήγματος είναι αυτό με τα μακριά φουστάνια που είχαν οι νεότερες και απαστράπτουσες σταρ, που για να κάνουν πέντε βήματα στη σκηνή έπρεπε να τα κρατάνε ώστε να μην τα πατήσουν, φάνε μια χύμα και γίνουν παντοτινό meme, ενώ κανείς άντρας δεν αντιμετώπισε παρόμοιο πρόβλημα με τα δικά του ρούχα για να φανεί απαστράπτων.
Ρωσία – Αμερική. Ο Ντέιβιντ Μπόρενσταϊν βραβεύεται με Όσκαρ Ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους για το «Ο κύριος Κανένας εναντίον του Πούτιν» και στην ευχαριστήρια ομιλία του μας λέει ότι η ταινία του δείχνει τη διαδικασία με την οποία χάνει κανείς την ίδια του τη χώρα. Δεν την χάνει μεμιάς αλλά με αμέτρητες μικρές παραχωρήσεις και συνενοχές, που αρχίζουν και εδραιώνουν μια κατάσταση: μια κυβέρνηση δολοφονεί ανθρώπους στους δρόμους των μεγάλων πόλεών της, οι ολιγάρχες παίρνουν τα μίντια στα χέρια τους και ελέγχουν την παραγωγή και την κατανάλωση του περιεχομένου. Κι ο καθένας μας έχει απέναντι σε όλο αυτό μια ηθική επιλογή και ευθύνη. Μιλώντας προφανέστατα για τις αναλογίες ανάμεσα στη Ρωσία του Πούτιν και τις ΗΠΑ του Τραμπ, σε κάνει να σκέφτεσαι ότι το να χωριζόμαστε (και δη άνευ όρων) σε στρατόπεδα τύπου Δύση – υπόλοιπος κόσμος δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ανταποκρινόμαστε στην μεγάλη εικόνα. Ότι η μεγαλύτερη, η συνεπέστερη και η μη αντιφατική εικόνα δεν είναι να είσαι είτε με αυτούς είτε με τους άλλους, κάνοντας τα στραβά μάτια στα κακώς κείμενα αυτών ή των άλλων, αλλά αντίθετα να είσαι πάντα και σε κάθε τόπο, με τον αγώνα των ανθρώπων ενάντια στην ασυδοσία της εξουσίας.
No to War – Free Palestine. Δεν είναι ασήμαντο να δηλώνει κανείς την εναντίωσή του στον πόλεμο, τουλάχιστον όταν το κάνει μέσα σε μέρες πολέμου και σε μια χώρα που έχει ξεκινήσει έναν ακόμα πόλεμο (ανεξάρτητα αν δεν τον βαφτίζει έτσι). Αλλά δεν είναι κι ακριβώς ρηξικέλευθο. Είναι κάτι που μπορεί να ειπωθεί. Και έχει και μια ειρηνιστική χροιά που γενικά γίνεται δεκτή ευμενώς από τα περισσότερα αυτιά. Και όσο κι αν έχει ζορίσει η κατάσταση στις ΗΠΑ, όταν πάντως τα βάζεις με τον Τραμπ στα Όσκαρ παίζεις εντός έδρας. Αλλά το περαιτέρω βήμα που κάνει ο Χαβιέ Μπαρδέμ, προσθέτοντας το Free Palestine, κάνει τη διαφορά ενόψει του χώρου που το λέει και του φόρουμ που το λέει. Φεύγει από κάθε τόπο συναινέσεων και κοινών παραδοχών, παίρνει ξεκάθαρη θέση, επιλέγει λόγο ξεκάθαρο, με συγκεκριμένο πρόσημο. Αν το έλεγε σε κάποιο φεστιβάλ στην πατρίδα του θα ήταν άλλου είδους πράξη. Πολύ πιο εύκολη. Εδώ μετράει πολλαπλά αλλιώς.
Τα βίντεο του Κόναν – Η ζωντανή παρουσία του. Τα σινεφιλικά – οσκαροφιλικά βιντεάκια στην αρχή και στο τέλος της τελετής ήταν απολαυστικότατα. Ειδικά το του ξεκινήματος, με τον Κόναν βαμμένο και ντυμένο σαν την Έιμι Μάντιγκαν στο “Weapons” να παρεμβαίνει σε κρίσιμες σκηνές άλλων υποψηφίων ταινιών, είναι από τα καλύτερα έβερ, ενώ η κορύφωση με τα παιδιά να τρέχουν αλαφιασμένα μέσα στο θέατρο έφερε κι έναν διαφορετικό και φουλ καλοδεχούμενο αέρα. Δεν είναι ότι ο ζωντανός Κόναν ήταν κακός, αλλά δε νομίζω ότι ξεπέρασε και κανέναν πήχη εκεί.
Αστειάκια παρουσιαστών – Παρουσίαση του “Sinners”. Μου προκαλεί άπειρα χρόνια τώρα μεγάλη απορία πώς γίνεται να συνεχίζεται αυτή η παράδοση (όχι μόνο στα Όσκαρ, αλλά και σε άλλες τελετές) με τα γραμμένα πειράγματα μεταξύ των παρουσιαστών. Ό,τι πιο κριντζ, φέρνει στο νου ραδιοφωνικές διαφημίσεις, που μέσα σε σαράντα δευτερόλεπτα πρέπει δυο συνομιλητές να υποδυθούν ρόλους, οι οποίοι μάλιστα στην πορεία αλλάζουν κιόλας, καθώς σταματάει το κλείσιμο του ματιού. Γέλασε άραγε ποτέ κανείς με αυτά; Τι νόημα έχουν; Στον αντίποδα, η συμπίεση του χρόνου λειτουργεί εντελώς δημιουργικά στο επί σκηνής μουσικοχορευτικό νούμερο με το οποίο παρουσιάστηκε η υποψηφιότητα του “Sinners”. Mέσα σε λιγότερο από τέσσερα λεπτά δημιουργήθηκε ένα καταπληκτικό θέαμα και ακρόαμα. Σου πέφτει το σαγόνι απ’ το τόσο ταλέντο.
Ρέντφορντ, Κίτον, Ράινερ – Nτιβάλ. Από τις χρονιές με τα πιο γεμάτα και πιο συγκινητικά in memoriam. Πολύ ευχάριστη έκπληξη το εκτενές και ανά στιγμές συγκινητικό αφιέρωμα στον Ρομπ Ράινερ (ειδικά όταν εμφανίστηκαν επί σκηνής πρωταγωνιστές των ταινιών του), δυσάρεστη ότι ενώ έγινε ξεχωριστή αναφορά στην Ντάιαν Κίτον και τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, ο Ρόμπερτ Ντιβάλ καταχωρήθηκε μάλλον σαν μικρότερο μέγεθος. Εν πάση περιπτώσει, τώρα πια το “The Way We Were” από τα χείλη της Μπάρμπαρα Στράιζαντ είναι σαν να μιλά λιγότερο για μια σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων που έπαψε να υπάρχει και περισσότερο για τα ίδια τα νιάτα, για το πώς ήμασταν κάποτε.
Γιόακμ Τρίερ – Πολ Τόμας Άντερσον. Όσο κι αν εμείς οι απ’ έξω αγαπάμε τις ταινίες, τις αγαπάμε ως το τελικό τους αποτέλεσμα. Ως ένα παραδομένο σε μας σύνολο εικόνων, ως μια συνολική αφήγηση που κάτι μας είπε, κάπως μας συγκίνησε, με έναν τρόπο συνδεθήκαμε μαζί της. Είμαστε εμείς και η ταινία ως μια αυτόνομη οντότητα. Για τους ανθρώπους όμως που τις δημιουργούν είναι πολλά περισσότερα. Στις ευχαριστήριες ομιλίες τους ο Γιόακιμ Τρίερ και ο Πολ Τόμας Άντερσον δεν χρησιμοποιούν μόνο την ίδια ακριβώς λέξη (home) για τις ταινίες τους, αλλά αναφέρονται και οι δύο στους ανθρώπους με τους οποίους τις φτιάχνουν μαζί. Μιλούν για την αλληλεπίδραση και την αλληλεξάρτηση, ο Τρίερ λέει ότι στα κρέντιτς της «Συναισθηματικής Αξίας» υπάρχουν 1.072 άνθρωποι, διαφόρων ειδικοτήτων και ιδιοτήτων, ο Άντερσον λέει ότι το καλύτερο κομμάτι μιας ταινίας είναι να βρίσκεσαι μαζί με ανθρώπους στην προετοιμασία και τα γυρίσματά της. Χρειαζόμαστε, προσθέτει, ο ένας τον άλλο. Και τι περίεργο τελικά και τι ωραίο: ειδωλοποιούμε εμείς οι απ’ έξω τους δημιουργούς, κι εκείνοι, τη στιγμή της πιο μεγάλης τους αναγνώρισης, έρχονται να μιλήσουν όχι για τις ιδέες τους και τις εικόνες τους, αλλά για άλλους ανθρώπους.
The post Επτά αφορμές των φετινών Όσκαρ appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
