Ο κύκλος των δημοσκοπήσεων, μετά τη ΔΕΘ, έδειξε μικρές μεταβολές, που δεν αλλάζουν τους πολιτικούς συσχετισμούς. Μια «σταθερότητα» για τη ΝΔ, μια μικρή πτώση για την ΕΛΑΣ, με το ΠΑΣΟΚ να καταγράφει οριακά κέρδη. Εντυπωσιάζει η δημοσκοπική κατάρρευση της κ. Καρυστιανού, αλλά αυτό δεν αλλάζει τη διάταξη δυνάμεων, που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την απάντηση στο ερώτημα, εάν φτάσουμε έτσι στις κάλπες πώς θα κυβερνηθεί ο τόπος την επόμενη μέρα. Στη δημοσκόπηση της GPO σχετικό ερώτημα αποτυπώνεται μια φαινομενικά διαφορετική προσέγγιση από την καταγραφή ότι οι επτά στους δέκα πολίτες επιθυμούν πολιτική αλλαγή. Συγκεκριμένα, το 49,6%, δηλαδή ο ένας στους δύο, επιθυμεί αυτοδύναμη κυβέρνηση, ακόμα και αν χρειαστούν και δεύτερες εκλογές. Στην αντίπερα όχθη, το 47,6% επιθυμεί κυβέρνηση συνεργασίας.
Πώς μεταφράζεται η «ανθεκτικότητα» της λύσης της αυτοδυναμίας μέσα σε ένα εξαιρετικά ρευστό πολιτικό περιβάλλον; Για πολλούς, είναι μια γενική προτίμηση υπέρ της καθαρότητας και σταθερότητας, όχι απαραίτητα ταυτόσημη με την ψήφο υπέρ του σημερινού πρώτου κόμματος. Παράλληλα, μπορεί κάποιος να λέει «θέλω αλλαγή» αλλά ταυτόχρονα να φοβάται και τις «ασταθείς» συνεργασίες. Δεν είναι απολύτως παράλογο. Βέβαια, αν υπάρχει ένα κόμμα που διατηρεί πιθανότητες για αυτοδυναμία στις δεύτερες εκλογές, είναι η ΝΔ καθώς με 30% και με το υπάρχον εκλογικό σύστημα δεν υπάρχουν ελπίδες για την πρώτη κάλπη. Το θέμα είναι πως για την προσέγγιση του στόχου της αυτοδυναμίας από το κυβερνών κόμμα δεν χρειάζεται απλώς συσπείρωση δυνάμεων αλλά και σημαντική μετακίνηση ψηφοφόρων από άλλους πολιτικούς χώρους. Χρειάζεται δηλαδή μια υπέρβαση. Όλες, πάντως, οι παραλλαγές προσέγγισης του στόχου από τη ΝΔ είναι δύσκολες. Ας τις δούμε μια-μια.
Πρώτη περίπτωση: Η ΝΔ παραμένει πρώτη αλλά χωρίς αυτοδυναμία. Τότε μιλάμε αναγκαστικά είτε για δεύτερη εκλογική αναμέτρηση-αμφίβολο αν και τότε ξεκαθαρίσει το τοπίο-, είτε για δύσκολες διαπραγματεύσεις συνεργασίας χωρίς εύκολη πλειοψηφία. Δεύτερη περίπτωση: Η ΝΔ ανεβαίνει, αλλά όχι όσο χρειάζεται για την πολυπόθητη αυτοδυναμία. Εκεί το δίλημμα στις δεύτερες εκλογές θα τεθεί πιο έντονα. Θα προταχθεί η ανάγκη σταθερότητας και η απαίτηση να κυβερνηθεί ο τόπος, αλλά θα μετρήσει και η κόπωση των ψηφοφόρων. Βέβαια, αυτή η δυσκολία συμπληρώνεται και από τους φιλόδοξους στόχους των άλλων κομμάτων να πλασαριστούν σε μια καλή θέση στην πρώτη εκλογική αναμέτρηση και… ό,τι ήθελε προκύψει στη δεύτερη. Το ΠΑΣΟΚ επιμένει για πρωτιά έστω και με μια ψήφο, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας διατείνεται πως η ΕΛΑΣ δεν έχει πιάσει «ταβάνι», όπως καταγράφουν οι μετρήσεις, και ποντάρει σε πρώτη και δυναμική πορεία στις δεύτερες εκλογές. Η ελπίδα ποτέ δεν πεθαίνει.
Την ίδια ώρα ωστόσο, το αίτημα για πολιτική αλλαγή της τάξης του 70% δεν συμβαδίζει με την περιορισμένη απήχηση που έχει δημοσκοπικά το σενάριο της κυβέρνησης συνεργασίας ή της «προοδευτικής διακυβέρνησης»-που καταγράφεται στη GPO στο 43,6% των προτιμήσεων. Η αλήθεια είναι πως το σενάριο συνεργασιών, ρεαλιστικά, σκοντάφτει όχι μόνο στην αριθμητική, αλλά και στις πολιτικές αποστάσεις. Αν υποθέσουμε ότι το δεύτερο και τρίτο κόμμα αθροιστικά φτάνουν γύρω στο 30%, και πάλι δεν συνιστά πλειοψηφία «αλλαγής». Κυρίως όμως η κοινή γνώμη αντιλαμβάνεται ότι πολιτικά υπάρχουν αγεφύρωτες (;) διαφορές στρατηγικής και ηγεσίας. Γι’ αυτό το λόγο σήμερα βλέπουμε το παράδοξο, ναι μεν κοινωνική επιθυμία για αλλαγή αλλά όχι καθαρό εναλλακτικό κυβερνητικό σχήμα ή πόλο για να την εκφράσει. Ίσως το βαθύτερο πρόβλημα να είναι πως το κομματικό σύστημα δεν έχει προσαρμοστεί στη διάθεση της κοινωνίας. Δεν αρκεί να υπάρχει πλειοψηφικό ρεύμα δυσαρέσκειας. Πρέπει να υπάρχει και πλειοψηφικό κοινό πρόγραμμα, κοινά αποδεκτή ηγεσία, και αυτό σήμερα δεν φαίνεται. Ίσως η πιο ακριβής διατύπωση είναι ότι σήμερα υπάρχει πλειοψηφία υπέρ της αλλαγής, αλλά όχι πλειοψηφία υπέρ ενός συγκεκριμένου εναλλακτικού κυβερνητικού σχήματος.
Εδώ βρίσκεται η ουσία: μπορεί να υπάρχει πλειοψηφία εναντίον μιας κυβέρνησης χωρίς να υπάρχει πλειοψηφία υπέρ μιας άλλης. Και αυτό είναι ίσως το βαθύτερο πολιτικό αδιέξοδο. Μια κοινωνία που ξέρει τι δεν θέλει, αλλά όχι τι μπορεί ρεαλιστικά να το αντικαταστήσει. Η Ελλάδα μπαίνει σε μια φάση όπου η κοινωνική πλειοψηφία μπορεί να μην επιθυμεί άλλο το υπάρχον, αλλά το κομματικό άθροισμα δεν παράγει το επόμενο. Και αυτό σημαίνει ότι το ερώτημα των επόμενων εκλογών δεν θα είναι απλώς «αυτοδυναμία ή συνεργασία». Θα είναι αν υπάρχει πειστική κυβερνητική πρόταση που να ενώνει περισσότερους από όσους απλώς διαμαρτύρονται. Χωρίς αυτό, ο κίνδυνος είναι να οδηγηθούμε σε μια κάλπη που δεν δίνει εύκολα ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Με άλλα λόγια, μπορεί και η λύση της αυτοδυναμίας και της πιθανής συνεργασίας να μην αποδώσει το ποθούμενο που είναι η ανάγκη σταθερότητας και η απαίτηση να κυβερνηθεί ο τόπος. Στην περίπτωση αυτή, ίσως ανοίξει ο κύκλος μιας παρατεταμένης αστάθειας, με αποδυναμωμένα κυβερνητικά σχήματα-είτε αυτοδύναμα είτε συνεργατικά-, που δύσκολα θα ορίσουν παραγωγική πολιτική ατζέντα και μάλιστα σε δύσκολους καιρούς διεθνούς αστάθειας και αβεβαιότητας. Αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα πίσω από τους αριθμούς.
The post Η αντοχή της αυτοδυναμίας και το “φάντασμα” των κυβερνήσεων συνεργασίας appeared first on The Indicator.
Διαβάστε περισσότερα
Indicator.gr
