Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» συγκαταλέγεται στα μεγαλύτερα εξοπλιστικά προγράμματα που έχουν σχεδιαστεί τα τελευταία χρόνια για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και έχει παρουσιαστεί ως ένα από τα σημαντικότερα βήματα για τη δημιουργία ενός σύγχρονου αντιαεροπορικού και αντιπυραυλικού δικτύου. Ωστόσο, το ζήτημα του πηγαίου κώδικα του συστήματος διοίκησης και ελέγχου (Command and Control – C2) έχει προκαλέσει σημαντική συζήτηση σχετικά με το επίπεδο της τεχνολογικής αυτονομίας που αποκτά τελικά η Ελλάδα.
Η αντιπαράθεση εντάθηκε μετά τις δηλώσεις του Μοσέ Πατέλ, διευθυντή του οργανισμού Αντιπυραυλικής Άμυνας του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας. Σε ερώτηση της «Καθημερινής» σχετικά με το εάν η Ελλάδα θα αποκτήσει πρόσβαση στον source code που αφορά τις δυνατότητες διοίκησης και ελέγχου, ο Ισραηλινός αξιωματούχος απάντησε ότι ο πηγαίος κώδικας δεν περιλαμβάνεται στην άδεια χρήσης της συμφωνίας. Παράλληλα, σημείωσε ότι το Ισραήλ θα παρέχει υποστήριξη, συντήρηση και κάθε απαραίτητη βοήθεια στο μέλλον.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δημιούργησε εύλογα ερωτήματα, καθώς ήρθε σε αντίθεση με την εικόνα που είχε δημιουργηθεί στην Ελλάδα για την απόκτηση του ελέγχου του συστήματος. Το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας προχώρησε στη συνέχεια σε διευκρινίσεις, επιχειρώντας να αποσαφηνίσει ότι οι δύο πλευρές αναφέρονται σε διαφορετικά επίπεδα λογισμικού.
Σύμφωνα με τη διευκρίνιση του ισραηλινού υπουργείου, στο πλαίσιο της συμφωνίας προβλέπεται μεταφορά τεχνογνωσίας στις ελληνικές επιχειρήσεις που συμμετέχουν στο πρόγραμμα. Η μεταφορά αυτή αφορά τόσο την επιχειρησιακή εμπειρία που έχει αποκτηθεί από το Ισραήλ μέσα από δεκαετίες ανάπτυξης και λειτουργίας συστημάτων αεράμυνας όσο και την τεχνολογική υποστήριξη προς τις ελληνικές εταιρείες.
Το κρίσιμο σημείο της ισραηλινής τοποθέτησης είναι ότι το κεντρικό λογισμικό διοίκησης και ελέγχου που θα χρησιμοποιηθεί στην ελληνική αρχιτεκτονική δεν αποτελεί απλώς μεταφορά του υφιστάμενου ισραηλινού λογισμικού. Αντίθετα, σύμφωνα με το υπουργείο Άμυνας του Ισραήλ, προβλέπεται η ανάπτυξη εξειδικευμένου ελληνικού κώδικα, ο οποίος θα δημιουργηθεί με ισραηλινή τεχνολογική υποστήριξη και θα προσαρμοστεί στις ανάγκες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Η ισραηλινή πλευρά υποστηρίζει επίσης ότι ο κώδικας που θα αναπτυχθεί για την Ελλάδα, καθώς και οι μελλοντικές τροποποιήσεις και προσθήκες σε αυτόν, θα παραμείνουν υπό ελληνικό έλεγχο. Παράλληλα, αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων καταβλήθηκε προσπάθεια ώστε η τεχνολογία και η τεχνογνωσία να μεταφερθούν σε ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες θα συμμετέχουν στην ανάπτυξη και παραγωγή της αρχιτεκτονικής που θα εγκατασταθεί στην Ελλάδα.
Επομένως, σύμφωνα με την ισραηλινή εκδοχή, άλλο πράγμα είναι ο πηγαίος κώδικας των επιχειρησιακών συστημάτων που χρησιμοποιούν οι ίδιες οι ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις και άλλο το ελληνικό λογισμικό C2 που θα αναπτυχθεί ειδικά για την ελληνική αρχιτεκτονική. Οι ισραηλινές διευκρινίσεις υποστηρίζουν ότι η συμφωνία αφορά το δεύτερο και όχι την παράδοση του κώδικα των επιμέρους ισραηλινών οπλικών συστημάτων.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω των όσων είχε δηλώσει ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας στις 23 Ιουλίου 2026, μετά τη συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ. Ο υπουργός είχε θέσει ως βασική αρχή για τα εξοπλιστικά προγράμματα ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις δεν πρέπει να αποκτούν συστήματα χωρίς να διαθέτουν, κατά κανόνα, τον αντίστοιχο πηγαίο κώδικα.
Ειδικά για τα συστήματα διοίκησης και ελέγχου, ο Δένδιας είχε χαρακτηρίσει την πρόσβαση στον source code κομβικό ζήτημα για την εθνική ασφάλεια. Το σκεπτικό είναι ότι ένα κράτος δεν μπορεί να εξαρτά την εξέλιξη, την προσαρμογή και τη λειτουργία ενός τόσο κρίσιμου συστήματος αποκλειστικά από τον κατασκευαστή ή από μια ξένη κυβέρνηση.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο υπουργός είχε αναφερθεί και στη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, υποστηρίζοντας ότι στόχος δεν είναι μια απλή αγορά έτοιμων συστημάτων από το Ισραήλ. Η επιδίωξη, όπως είχε περιγραφεί, είναι η δημιουργία παραγωγικής δραστηριότητας στην Ελλάδα, η συνεργασία ισραηλινών και ελληνικών εταιρειών και, σε βάθος χρόνου, η δυνατότητα εξαγωγής προϊόντων που θα έχουν αναπτυχθεί ή παραχθεί στη χώρα.
Στην καρδιά της συζήτησης βρίσκεται το εθνικό C2. Πρόκειται ουσιαστικά για τον μηχανισμό που συνδέει τα διαφορετικά στοιχεία της αεράμυνας και επιτρέπει τη συγκέντρωση και επεξεργασία των πληροφοριών που προέρχονται από τα ραντάρ και τους υπόλοιπους αισθητήρες. Μέσω αυτού δημιουργείται η ενιαία επιχειρησιακή εικόνα, αξιολογούνται και ιεραρχούνται οι απειλές και υποστηρίζεται η διαδικασία επιλογής και κατανομής των κατάλληλων μέσων αντιμετώπισης.
Το έργο ανάπτυξης του ελληνικού C2 έχει αναλάβει η Scytalys, εταιρεία του ομίλου EFA. Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δημοσιευθεί, η απαίτηση για ανάπτυξη εθνικού λογισμικού C2 αποτέλεσε ένα από τα σημεία που επηρέασαν τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την ισραηλινή πλευρά.
Η ουσία είναι ότι η Ελλάδα φαίνεται να επιδιώκει να αποκτήσει δικό της λογισμικό στο επίπεδο του κεντρικού συστήματος διοίκησης και ελέγχου, ώστε αυτό να λειτουργεί ως ενδιάμεσος και συνδετικός μηχανισμός μεταξύ διαφορετικών αισθητήρων και οπλικών συστημάτων. Έτσι, θεωρητικά, θα μπορεί στο μέλλον να εντάξει στην ίδια αρχιτεκτονική και άλλα συστήματα, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά η πλήρης εμπλοκή του αρχικού κατασκευαστή.
Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η Ελλάδα αποκτά τον πηγαίο κώδικα όλων των επιμέρους συστημάτων που θα ενταχθούν στην «Ασπίδα του Αχιλλέα». Πρόκειται για κρίσιμη διάκριση. Άλλο είναι το ελληνικό λογισμικό που διαχειρίζεται τη διασύνδεση και τη συνολική εικόνα της αεράμυνας και άλλο ο εσωτερικός κώδικας ενός συστήματος όπως το SPYDER, το BARAK MX ή το David’s Sling.
Η διαφορά αυτή έχει πρακτική σημασία. Ένα σύστημα διασύνδεσης μπορεί να επιτρέπει σε διαφορετικά οπλικά συστήματα να ανταλλάσσουν δεδομένα και να λειτουργούν μέσα σε ένα κοινό επιχειρησιακό περιβάλλον. Η κατοχή όμως του source code ενός επιμέρους οπλικού συστήματος θα μπορούσε να προσφέρει πολύ ευρύτερες δυνατότητες τροποποίησης και εξέλιξής του.
Ακόμη και η κατοχή του πηγαίου κώδικα, πάντως, δεν αρκεί από μόνη της για την επίτευξη πλήρους τεχνολογικής ανεξαρτησίας. Για να μπορεί ένας χρήστης να τροποποιεί, να συντηρεί και να αναπτύσσει ένα σύνθετο σύστημα χωρίς εξάρτηση από τον αρχικό κατασκευαστή απαιτούνται και άλλα στοιχεία: πλήρης τεχνική τεκμηρίωση, δικαιώματα τροποποίησης και αναβάθμισης, πρόσβαση σε εργαλεία ανάπτυξης, δεδομένα και προδιαγραφές διεπαφών, καθώς και σαφείς συμβατικοί όροι για τα δικαιώματα που αποκτά κάθε πλευρά.
Επιπλέον, σε ορισμένα συστήματα μπορεί να υπάρχουν περιορισμοί που συνδέονται με την τεχνολογία, την κρυπτογραφία ή τις άδειες τρίτων χωρών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η διασύνδεση του David’s Sling με συστήματα άλλων χωρών ή του ΝΑΤΟ, για την οποία έχει αναφερθεί ότι απαιτείται ειδικός σχεδιασμός ενσωμάτωσης και σχετική αμερικανική έγκριση. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν υπάρχει ελληνικό C2, ορισμένες δυνατότητες των επιμέρους συστημάτων μπορεί να εξακολουθούν να εξαρτώνται από τους αρχικούς κατασκευαστές ή από τρίτες κυβερνήσεις.
Παράλληλα, ερωτήματα έχουν διατυπωθεί και για το οικονομικό σκέλος του προγράμματος. Η συνολική αξία που έχει αναφερθεί ανέρχεται περίπου στα 3,035 δισ. ευρώ, χωρίς να έχει γίνει δημόσια αναλυτική κατανομή του ποσού ανά επιμέρους σύστημα και υπηρεσία. Δεν είναι επομένως γνωστό ποιο μέρος αφορά το David’s Sling, ποιο το BARAK MX και το SPYDER, ποιο τα ραντάρ, ποιο το C2 και ποιο την προμήθεια πυραύλων, την εκπαίδευση, τα ανταλλακτικά και την υποστήριξη.
Η διάκριση αυτή έχει σημασία επειδή η αρχική συμβατική αξία ενός εξοπλιστικού προγράμματος δεν ταυτίζεται με το συνολικό κόστος που θα προκύψει κατά τη διάρκεια ζωής του. Η συντήρηση, η τεχνική υποστήριξη, οι αναβαθμίσεις, η αναπλήρωση πυραύλων και η επιχειρησιακή χρήση μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τη συνολική δαπάνη σε βάθος χρόνου.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το κόστος των αναχαιτιστών. Σε περίπτωση πραγματικής επιχειρησιακής εμπλοκής, η οικονομική επιβάρυνση δεν θα περιοριστεί στην αρχική αγορά των συστημάτων, αλλά θα εξαρτηθεί και από τον αριθμό και τον τύπο των πυραύλων που θα χρησιμοποιηθούν και θα πρέπει στη συνέχεια να αναπληρωθούν.
Ανάλογα ερωτήματα έχουν τεθεί για τη συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Η κυβέρνηση έχει αναφερθεί σε συμμετοχή άνω του 25%, με περίπου 19 ελληνικές επιχειρήσεις και έργα συνολικής αξίας περί τα 750 εκατ. ευρώ. Το ποσό αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί επιστροφή χρημάτων στο Δημόσιο, αλλά τμήμα της συνολικής δαπάνης του προγράμματος που κατευθύνεται σε ελληνικές εταιρείες.
Η οικονομική σημασία της συμμετοχής εξαρτάται επομένως από το τι ακριβώς περιλαμβάνει. Το ύψος των συμβάσεων προς ελληνικές επιχειρήσεις δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με την καθαρή εγχώρια προστιθέμενη αξία. Μια σύμβαση μπορεί να περιλαμβάνει σημαντικές εισαγωγές εξαρτημάτων ή τεχνολογίας, με αποτέλεσμα μόνο ένα μέρος της ονομαστικής αξίας της να παραμένει πραγματικά στην ελληνική οικονομία.
Για τον λόγο αυτό, κρίσιμο ζήτημα είναι όχι μόνο πόσα χρήματα θα κατευθυνθούν σε ελληνικές επιχειρήσεις, αλλά ποια παραγωγική ικανότητα, τεχνογνωσία και πνευματική ιδιοκτησία θα παραμείνουν στη χώρα μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος. Εξίσου σημαντικό είναι αν η ελληνική συμμετοχή αφορά ανάπτυξη προϊόντων και τεχνολογίας ή περιορίζεται σε εργασίες υπεργολαβίας και συναρμολόγησης.
Το ίδιο ισχύει και για το ποσοστό του 25%. Η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στο ποσοστό που ανακοινώνεται, αλλά στο εάν αυτό αποτελεί δεσμευτικό συμβατικό όρο, με συγκεκριμένο τρόπο υπολογισμού, χρονοδιάγραμμα, μηχανισμό ελέγχου και συνέπειες σε περίπτωση μη επίτευξης των συμφωνημένων στόχων.
Έτσι, η αντιπαράθεση γύρω από την «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αφορά αποκλειστικά το εάν η Ελλάδα αποκτά ή όχι έναν source code. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιο ακριβώς επίπεδο ελέγχου αποκτά η χώρα πάνω στο συνολικό σύστημα, ποια δικαιώματα έχει επί του λογισμικού που θα αναπτυχθεί, τι δυνατότητες θα διαθέτει για μελλοντικές τροποποιήσεις και αναβαθμίσεις και σε ποιο βαθμό θα εξακολουθεί να εξαρτάται από τους ξένους κατασκευαστές.
Η διάκριση ανάμεσα στον ελληνικό κώδικα του εθνικού C2 και στον πηγαίο κώδικα των επιμέρους ισραηλινών οπλικών συστημάτων είναι επομένως καθοριστική. Οι δύο πλευρές δεν φαίνεται να περιγράφουν ακριβώς το ίδιο αντικείμενο όταν μιλούν για «πηγαίο κώδικα». Η ισραηλινή πλευρά αναφέρεται στον κώδικα των δικών της επιχειρησιακών συστημάτων, ενώ η ελληνική πλευρά υποστηρίζει ότι εξασφαλίστηκε η ανάπτυξη ενός νέου, ελληνικού C2.
Η τελική εικόνα θα εξαρτηθεί συνεπώς από τους ακριβείς συμβατικούς όρους: ποια δικαιώματα αποκτά η Ελλάδα, ποια τεχνικά δεδομένα παραδίδονται, ποια δικαιώματα τροποποίησης και αναβάθμισης προβλέπονται, ποιο μέρος της τεχνολογίας παραμένει ελληνικό και ποιο εξακολουθεί να βρίσκεται υπό τον έλεγχο των αρχικών κατασκευαστών.
Σε ένα τόσο σύνθετο εξοπλιστικό πρόγραμμα, η διαφορά ανάμεσα στην ονομαστική αξία της σύμβασης και στην πραγματική επιχειρησιακή, τεχνολογική και βιομηχανική αξία της συμφωνίας θα κριθεί τελικά από αυτές ακριβώς τις λεπτομέρειες.
Διαβάστε περισσότερα
