Η συζήτηση για την ασφάλεια των δημόσιων υποδομών επανέρχεται κάθε φορά που συμβαίνει ένα περιστατικό, για να ξεχαστεί μόλις περάσει η επικαιρότητα. Το πρόσφατο πόρισμα για τη διακοπή των επικοινωνιών στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» δεν ήταν απλώς μια τεχνική αναφορά, ήταν μια αποτύπωση του τρόπου με τον οποίο το ελληνικό κράτος αντιλαμβάνεται τις κρίσιμες λειτουργίες του: Ως αντικείμενο διαχείρισης και όχι ως στρατηγική προτεραιότητα.
Του
ΜΑΝΟΥ ΚΡΑΝΙΔΗ
Πολιτικού Μηχανικού ΕΜΠ, MSc,
CEO «Krama Property» (www.kramaproperty.com),
Γραμματέα Ενημέρωσης ΠΟΜΙΔΑ, Δημοτικού Συμβούλου Χαλανδρίου
Το πόρισμα αποκλείει κυβερνοεπίθεση ή δολιοφθορά και καταλήγει σε κάτι απλό και ανησυχητικό: Το σύστημα βασίζεται σε παρωχημένη τεχνολογία, η οποία δεν υποστηρίζεται πλέον από τους κατασκευαστές της και δεν παρέχει εγγυήσεις λειτουργίας. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν ήταν έκτακτο αλλά δομικό. Και τα δομικά προβλήματα είναι πάντοτε πολιτικά.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο η ηλικία των συστημάτων, αλλά το γεγονός ότι οι προειδοποιήσεις υπήρχαν εδώ και χρόνια. Και όμως η ουσιαστική αναβάθμιση μετατίθεται για το 2028. Δηλαδή, το κράτος παραδέχεται ότι λειτουργεί με τεχνολογία ξεπερασμένη, αλλά αποδέχεται να συνεχίσει έτσι για μια ακόμη τετραετία, μεταφέροντας το ρίσκο στους πολίτες.
Το πρόβλημα, βεβαίως, δεν περιορίζεται στο αεροδρόμιο. Στον σιδηρόδρομο, η έλλειψη σύγχρονων συστημάτων σηματοδότησης και ελέγχου δεν αποτελεί θεωρητικό ζήτημα, έχει ήδη πληρωθεί με πολλές ανθρώπινες ζωές. Στην ακτοπλοΐα, η κατάσταση των πλοίων και των λιμενικών υποδομών συχνά στηρίζεται περισσότερο στον επαγγελματισμό των πληρωμάτων παρά σε σύγχρονα μέσα επιτήρησης και πρόληψης. Στο οδικό δίκτυο, η συντήρηση παραμένει αποσπασματική και τα τροχαία δυστυχήματα εξακολουθούν να συγκαταλέγονται στα υψηλότερα της Ευρώπης.
Κοινός παρονομαστής όλων αυτών είναι ότι η ασφάλεια των υποδομών αντιμετωπίζεται ως επιμέρους αρμοδιότητα υπηρεσιών και όχι ως κεντρική πολιτική επιλογή. Δεν υπάρχει εθνικό σχέδιο ασφάλειας υποδομών, με σαφείς στόχους, χρονοδιαγράμματα και λογοδοσία. Υπάρχουν μόνο παρεμβάσεις εκ των υστέρων, όταν το πρόβλημα έχει ήδη εμφανιστεί.
Η τεχνοκρατική προσέγγιση λέει κάτι απλό: Η ασφάλεια δεν είναι θέμα αντίδρασης αλλά πρόληψης. Αυτό σημαίνει συνεχή έλεγχο, καταγραφή δεδομένων, αξιολόγηση κινδύνων, συστήματα ασφαλείας, σταθερή χρηματοδότηση και στελέχωση με επάρκεια και όχι με λογική εξυπηρετήσεων. Σημαίνει, επίσης, ότι οι επενδύσεις στην ασφάλεια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως κόστος αλλά ως επένδυση και προϋπόθεση λειτουργίας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πολιτική ευθύνη. Από το 2019 μέχρι σήμερα, η κυβέρνηση επέλεξε να επενδύσει περισσότερο στην εικόνα των έργων και λιγότερο στην αθέατη αλλά κρίσιμη πλευρά τους: Στην αντοχή, στη συντήρηση και στην ασφάλεια. Οι εξαγγελίες χωρίς άμεση υλοποίηση απλώς μεταθέτουν το πρόβλημα στο μέλλον. Το συμπέρασμα είναι σαφές: Η ασφάλεια των υποδομών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μία ακόμη ευθύνη της διοίκησης. Είναι η απόλυτη προτεραιότητα κάθε σοβαρού κράτους. Όσο αυτό δεν γίνεται πράξη, κάθε πόρισμα θα αποτελεί απλώς υπενθύμιση ότι το επόμενο πρόβλημα δεν είναι θέμα τύχης αλλά χρόνου.
ΤΟ ΠΑΡΟΝ
The post Η ασφάλεια των δημόσιων υποδομών δεν είναι μια απλή ευθύνη, είναι απόλυτη προτεραιότητα appeared first on ΤΟ ΠΑΡΟΝ.
Διαβάστε περισσότερα
