Ο Θωμάς Σίδερης -όπως ξέρετε- παρουσιάζει στην εφημερίδα μας, κάθε εβδομάδα, το καταπληκτικό podcast «Αφύλακτη Διάβαση». Επειδή τώρα βρίσκεται σε διακοπές αλλά τα γεγονότα τρέχουν, έγραψε ένα κείμενο που σε νορμάλ συνθήκες θα γινόταν podcast, οπότε με τιμή τού παραχωρώ τη στήλη αυτού του Σαββάτου.
Ο Εβρος και η Θέουτα απέχουν περισσότερα από 3.000 χιλιόμετρα. Ωστόσο, στον ευρωπαϊκό δημόσιο λόγο λειτουργούν ως δύο όψεις του ίδιου συνόρου. Το πρώτο βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, στα σύνορα Ελλάδας-Τουρκίας. Το δεύτερο αποτελεί ισπανικό θύλακα στη βόρεια Αφρική, περικλειόμενο από το Μαρόκο.
Παρά τις διαφορετικές ιστορικές και γεωπολιτικές τους συνθήκες, τα δύο αυτά σημεία συνδέονται από μια κοινή πολιτική και κοινωνική γεωγραφία. Αποτελούν ένα νοητό σημείο τομής όπου η μετανάστευση παρουσιάζεται ως απειλή, η ασφάλεια υπερισχύει της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ο ακροδεξιός αντιμεταναστευτικός λόγος αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη επιρροή.
Η κρίση του Μαρτίου του 2020 στον Εβρο αποτέλεσε σημείο καμπής. Μετά την ανακοίνωση της Τουρκίας ότι δεν θα εμποδίζει πλέον τις μετακινήσεις προσφύγων και μεταναστών προς την Ευρώπη, χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στην ελληνοτουρκική μεθόριο. Η ελληνική κυβέρνηση απάντησε με στρατιωτικοποίηση των συνόρων, προσωρινή αναστολή της υποβολής αιτήσεων ασύλου και εκτεταμένη ανάπτυξη αστυνομικών και στρατιωτικών δυνάμεων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαρακτήρισε την Ελλάδα «ασπίδα της Ευρώπης», υιοθετώντας μια ρητορική που συνέδεσε τη φύλαξη των συνόρων με την ίδια την επιβίωση της Ενωσης. Ηταν η εποχή που παράνομες ομάδες πολιτοφυλάκων που οπλοφορούσαν, με την ανοχή των αστυνομικών και διοικητικών αρχών, είχαν μετατραπεί σε κυνηγούς κεφαλών, παραμόνευαν στα περάσματα, συνελάμβαναν μετανάστες και τους παρέδιδαν στις τοπικές αστυνομικές αρχές. Συγκλονιστικά ντοκουμέντα από τη δράση των πολιτοφυλακών έχουν ενσωματωθεί στο ντοκιμαντέρ μου «Το θολό ποτάμι του Μπαασίμ».
Την ίδια περίοδο, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη υιοθέτησε ολοένα και περισσότερο μια ρητορική που συνέδεε την προστασία των συνόρων με την εθνική ασφάλεια, μετατοπίζοντας τον δημόσιο λόγο προς θέσεις που μέχρι τότε εκφράζονταν κυρίως από την Ακρα Δεξιά.
Από τότε και μετά επιταχύνθηκε η επέκταση του μεταλλικού φράχτη στον Εβρο. Από περίπου 38 χιλιόμετρα το 2020, το μήκος του ξεπέρασε τα 75 χιλιόμετρα το 2023 και στη συνέχεια επεκτάθηκε περαιτέρω με στόχο την κάλυψη πολύ μεγαλύτερου τμήματος των χερσαίων συνόρων. Η συμβολική νομιμοποίηση αυτής της πολιτικής αποτυπώθηκε και στην εικόνα της τότε Προέδρου της Δημοκρατίας, Κατερίνας Σακελλαροπούλου, να φωτογραφίζεται μπροστά στον φράχτη του Εβρου.
Στη δυτική Μεσόγειο, η Θέουτα ακολουθεί μια αντίστοιχη πορεία. Οι διπλοί και τριπλοί φράχτες, ύψους έως δέκα μέτρων σε ορισμένα σημεία, η συνεχής ηλεκτρονική επιτήρηση και οι ενισχυμένες δυνάμεις της Guardia Civil συγκροτούν ένα από τα πιο αυστηρά συνοριακά καθεστώτα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Η νέα αυτή πολιτική γεωγραφία συνοδεύεται από σημαντική αύξηση των ευρωπαϊκών επενδύσεων στη φύλαξη των συνόρων. Η Frontex έχει εξελιχθεί στον μεγαλύτερο οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με προϋπολογισμό που ξεπερνά το ένα δισεκατομμύριο ευρώ ετησίως και με στόχο τη δημιουργία μόνιμου σώματος 10.000 συνοροφυλάκων.
Στην Ελλάδα, ακροδεξιά μορφώματα και συσσωματώσεις έχουν αναδείξει τον Εβρο σε κεντρικό σύμβολο της πολιτικής τους ταυτότητας, παρουσιάζοντας τον φράχτη ως εμβληματικό έργο εθνικής κυριαρχίας. Στην Ισπανία, το κόμμα VOX χρησιμοποιεί συστηματικά τη Θέουτα και τη Μελίγια ως παραδείγματα «αποτυχημένης μεταναστευτικής πολιτικής».
Ωστόσο, η σημαντικότερη εξέλιξη δεν είναι μόνο η ενίσχυση των ακροδεξιών κομμάτων. Είναι η σταδιακή υιοθέτηση μέρους της ακροδεξιάς αντιμεταναστευτικής πολιτικής από παραδοσιακά κόμματα της Δεξιάς, ακόμα και του Κέντρου. Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να ερμηνευτεί και η ανάθεση του χαρτοφυλακίου της Μετανάστευσης στον Θάνο Πλεύρη. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο, αλλά τη σταδιακή ενσωμάτωση στοιχείων του ακροδεξιού αντιμεταναστευτικού λόγου στον λόγο της κυβερνητικής εξουσίας.
Ο Εβρος και η Θέουτα μετατρέπονται σταδιακά σε πολιτικά εργαστήρια, όπου δοκιμάζονται νέες μορφές αποτροπής, επιτήρησης και εξαίρεσης, αλλά και κανονικοποιείται ένας δημόσιος λόγος που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής Ακρας Δεξιάς. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο ισχυρή είναι σήμερα η Ακροδεξιά στην Ευρώπη. Είναι σε ποιον βαθμό οι βασικές της παραδοχές για τη μετανάστευση και τα σύνορα έχουν ήδη ενσωματωθεί στις πολιτικές και στη ρητορική των κυβερνήσεων της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Διαβάστε περισσότερα
