Τελευταία νέα
Ρένα Δούρου στη Βουλή: Σφοδρά πυρά για Ρούμπιο, Κάθετο Διάδρομο και «ΙΧ εξωτερική πολιτική» Ρούμπιο σε ερώτηση για το δημοσίευμα της WSJ: «Δεν γνωρίζω πως να απαντάω σε ερωτήσεις που βασίζονται στο λάθος κάποιου» Ρούμπιο από την Αμερικανική Πρεσβεία: «Μία από τις πιο εντυπωσιακές και ιστορικές» Ο ιδανικός φθινοπωρινός προορισμός για την εκδρομή του Σαββατοκύριακου ΕΦΚΑ: Νέα πλατφόρμα για καταγγελίες, ερωτήσεις και αναφορές – Πότε τίθεται σε λειτουργία Γεωργιάδης για Μαζωνάκη: «Μια κυρία με τον σύζυγό της παραβίασαν τον νόμο – Υπάρχουν και απατεώνες» Σπηλιωτόπουλος για Σαμαρά: «Εκφράζει την ψυχή της παράταξης» Ρούμπιο προς Δένδια: ΗΠΑ και Ελλάδα αντιμετωπίζουν μοναδικές προκλήσεις, αλλά και ευκαιρίες για το μέλλον Γκράβα: H ελλιπής ενημέρωση κορυφώνει την αγωνία γονέων και μαθητών Σπηλιωτόπουλος για Σαμαρά: Αντλεί ψηφοφόρους από την ψυχή της παράταξης της ΝΔ Υπεγράφη η συμφωνία μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων και της Εθνοφρουράς της Φλόριντα Η ενόχληση Ρούμπιο σε ερώτηση για το δημοσίευμα της WSJ: «Δεν ξέρω καν για τι πράγμα μιλάτε»
Efsyn.gr

Η εθνικά αδιέξοδη νεοφιλελεύθερη κυβερνητική πολιτική

Τα κύρια πολιτικο-οικονομικά δεδομένα που τίθενται εκ των πραγμάτων προς κριτική αξιολόγηση εκ μέρους των πολιτικών κομμάτων σε κάθε προεκλογική περίοδο είναι α) αν η δομή και η αποτελεσματικότητα του εθνικού παραγωγικού συστήματος εξασφαλίζει σε επιθυμητό βαθμό τη μελλοντική αναπτυξιακή προοπτική της χώρας και β) αν η ασκηθείσα γενικά συνολική πολιτική από την εκάστοτε εν ενεργεία κυβέρνηση ανταποκρίθηκε στις ζωτικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας συνολικά.
Είναι προφανές ότι η κρινόμενη προεκλογικά κυβέρνηση υποχρεούται να δικαιολογήσει το έργο της απέναντι στο εκλογικό σώμα και να απαντήσει στην ενδεχόμενη κριτική της αντιπολίτευσης τόσο για τα κυβερνητικά της πεπραγμένα όσο και τις προτάσεις της για την παραμονή της στην εξουσία. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης οφείλουν, με τη σειρά τους, να παρουσιάσουν στους πολίτες ψηφοφόρους τα εναλλακτικά τους προγράμματα διακυβέρνησης και να τα θέσουν προς ελεύθερη συζήτηση.
Η κυβέρνηση έχει ήδη προ πολλού επιλέξει τη νεοφιλελεύθερη θεωρία και ειδικά την αμερικανική εκδοχή των «Οικονομικών της Προσφοράς (Reaganomics)» ως βάση άσκησης της οικονομικής της πολιτικής. Η θεωρία αυτή απορρίπτει, ως γνωστόν, την κεϊνσιανή προγραμματική και επεμβατική οικονομική λειτουργία του κράτους, γι’ αυτό και η βελτίωση της αποδεδειγμένα προβληματικής δομής και αναποτελεσματικότητας του εθνικού παραγωγικού συστήματος αφέθηκε στην αυτόματη επίδραση του μηχανισμού της ελεύθερης αγοράς. Αποτέλεσμα αυτής της απόφασης είναι να συνεχίζεται η αυξητική τάση του εμπορικού ελλείμματος και της αδυναμίας προσφοράς παραγωγικής και ικανοποιητικά αμειβόμενης απασχόλησης, ιδιαίτερα στους νέους επιστήμονες.
Από τις βασικές επιλογές της κυβέρνησης κατά τη διάρκεια της 7ετούς θητείας της υπήρξε α) η μέσω του τρόπου διάθεσης του πακτωλού των εισρεόντων από το εξωτερικό χρημάτων, ιδίως του ΤΑΑ, ικανοποίηση πελατειακών πρωτίστως σχέσεων και β) η μέσω αύξησης των έμμεσων κυρίως φορολογικών εσόδων δημιουργία υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων με κύρια σκοπό τη μείωση του ποσοστού χρέους/ΑΕΠ και τη διάθεση ενός σχετικά μικρού μέρους τους με τη μορφή επιδόματος σε οικονομικά ευάλωτους πολίτες. Η βασικά νεοφιλελεύθερη αυτή πολιτική της κυβέρνησης επιδοκιμάζεται μεν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αντιμετωπίζεται ευνοϊκότερα από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, επιταχύνει όμως τη διαδικασία εμβάθυνσης της τεχνικο-οικονομικά εξαρτημένης ανάπτυξης και περαιτέρω φτωχοποίησης μεγάλου τμήματος των Ελλήνων πολιτών.
Η οφθαλμοφανής παρακμιακή κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην Ελλάδα, δηλαδή α) η κοινωνικά προκλητική ανισοκατανομή του εισοδήματος, β) η απαξίωση και οικονομική υποβάθμιση των τομέων της δημόσιας υγείας, παιδείας και συγκοινωνιών, γ) η ερήμωση της υπαίθρου και η φυγή των νέων, κυρίως επιστημόνων, στο εξωτερικό, δ) η ανησυχητική εξέλιξη του δημογραφικού προβλήματος και, τέλος, ε) η τάση απομάκρυνσης από τους δείκτες μέσων όρων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης των υπόλοιπων χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, προδικάζει τη ζοφερή μελλοντική προοπτική που επιφυλάσσει για την ελληνική κοινωνία η ενδεχόμενη συνέχιση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της κυβέρνησης και μάλιστα υπό τις δρομολογούμενες αρνητικές πολιτικο-οικονομικές εξελίξεις στην Ε.Ε. αλλά και την ανησυχητική διεθνή πολιτική αβεβαιότητα.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αντί να συνειδητοποιήσουν την κρισιμότητα της σημερινής πολιτικής κατάστασης και να συσπειρώσουν τις δυνάμεις τους απέναντι στην απειλούμενη συνέχιση της κοινωνικο-οικονομικά αδιέξοδης κυβερνητικής πολιτικής, ερίζουν για την ιδεολογική κυρίως ορθότητα των προγραμματικών τους θέσεων. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η εσπευσμένη αναβίωση του «αντι-Τσίπρα μετώπου» και η επιστράτευση κουραστικά πλέον επαναλαμβανόμενων ιστορικών ανακριβειών, ακόμα και προσωπικών ύβρεων, εκ μέρους κυβερνητικών παραγόντων έχει υιοθετηθεί πλήρως και από τα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Τα περισσότερα από αυτά επιτίθενται συχνά με ανοίκειους χαρακτηρισμούς εναντίον του κ. Τσίπρα προσωπικά και του κόμματος της ΕΛΑΣ, του οποίου ηγείται. Είναι εν τούτοις προφανές ότι ο κ. Τσίπρας διαθέτει την πολιτική εμπειρία και τα αναγκαία ηγετικά προσόντα για να ηγηθεί της αντινεοφιλελεύθερης προεκλογικής εκστρατείας εναντίον της παραπαίουσας κυβέρνησης. Από την προσεκτική δε ανάγνωση της «Ιθάκης» και του κυβερνητικού προγράμματος της ΕΛΑΣ προκύπτει αναμφισβήτητα η πολιτική ωριμότητα του πρώην πρωθυπουργού.
Ας σημειωθεί, δε, εν κατακλείδι, ότι το κόμμα της ΕΛΑΣ κατέχει δημοσκοπικά τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, του, κατά τεκμήριο δηλαδή, πολιτικά πιο υπολογίσιμου προεκλογικού αντιπάλου της κυβέρνησης.
*Ομότιμος καθηγητής Παν/μίου Πατρών

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...