Τελευταία νέα
Εξώδικο Δουδωνή στον διευθυντή του ΣΚΑΙ 100.3- Ρουσφετολογικές αναφορές Bloomberg: Ελλάδα και Γαλλία ανανεώνουν για 5 χρόνια την αμυντική τους συμφωνία Ένταση στον αέρα: η επίπληξη Κυρανάκη προς την Καραμήτρου για τους μορφασμούς (βίντεο) Συνάντηση Μητσοτάκη με τον Αντιπρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής Hussein al-Sheikh ΚΚΕ: Υποκριτικές οι δηλώσεις του Α. Γεωργιάδη και όσων εδώ και χρόνια έχουν φορέσει φωτοστέφανο στην ΕΕ Μητσοτάκης: Προτεραιότητα μια βιώσιμη και μακροπρόθεσμη λύση για τη Γάζα Ξανά στον Ευαγγελισμό για τον Μυλωνάκη ο Μητσοτάκης Συνάντηση Κ. Μητσοτάκη με τον αντιπρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής Μητσοτάκης: Ανάγκη το Ορμούζ να παραμείνει ανοιχτό χωρίς τέλη διέλευσης ή άλλα εμπόδια Οι εξελίξεις με τα Στενά του Ορμούζ στη συνάντηση Μητσοτάκη με τον αντιπρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής 131 επιτεύγματα στα χρόνια που κυβέρνησε ο ΣΥΡΙΖΑ 2015-2019 Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και πάλι στον «Ευαγγελισμό» για τον Γιώργο Μυλωνάκη
Elculture.gr

Η εκπαιδευτικός Σταυρούλα Π. Αλπίτση μιλάει για την προετοιμασία των Πανελλαδικών εξετάσεων και την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης στο παιδί

«Ο ιδανικός δάσκαλος είναι εκείνος που γίνεται γέφυρα για να περάσει αντίπερα ο μαθητής του κι όταν πια του έχει διευκολύνει το πέρασμα, αφήνεται χαρούμενα να γκρεμιστεί, ενθαρρύνοντας το μαθητή του να φτιάξει δικές του γέφυρες», έχει πει ο Νίκος Καζαντζάκης και όσο ακούω τη σειρά των podcast «Ανοιχτά Μικρόφωνα» με την εκπαιδευτικό Σταυρούλα Π. Αλπίτση, τα συγκεκριμένα λόγια νιώθω ότι ταιριάζουν ιδανικά και αυτά. «Οικοδέσποινα» στα «Ανοιχτά Μικρόφωνα» η Σταυρούλα Π. Αλπίτση συζητά με εφήβους και νέους ανθρώπους γύρω από ζητήματα που απασχολούν τη νέα γενιά. 25 χρόνια στον χώρο της ιδιωτικής εκπαίδευσης, διδάσκει το μάθημα της Νεοελληνικής γλώσσας και Λογοτεχνίας στις τάξεις του Γενικού Λυκείου. «Πονήματα» αυτών των ετών αποτελούν έμπρακτα τα βιβλία της «Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία: Κατανοώ κείμενα & Εκθέτω τις απόψεις μου» και «Περνώντας από τη θεωρία στην πράξη» που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις αξία και σκοπό έχουν να βοηθήσουν τους υποψηφίους και τις υποψήφιες στην άρτια προετοιμασία τους για τις Πανελλαδικές εξετάσεις.

Μιλήσαμε με την Σταυρούλα Π. Αλπίτση για τον ιδανικό ρόλο του εκπαιδευτικού, τις σκέψεις της για την τόσο φορτισμένη περίοδο των παιδιών κατά την προετοιμασία των Πανελλαδικών εξετάσεων και της ζητήσαμε να μοιραστεί εκείνα που πιστεύει ότι βοηθούν τα παιδιά να πετύχουν τον στόχο τους. Πριν παραθέσω τη συζήτηση, θα ήθελα να μοιραστώ ότι είναι πραγματικά όμορφο κι ελπιδοφόρο να αισθάνεσαι ότι εκεί έξω υπάρχουν εκπαιδευτικοί που στις σχολικές αίθουσες επιτελούν το έργο τους με τόση αγάπη, φροντίδα και πηγαία ειλικρίνεια κάνοντας καθημερινά θαύματα που θα «γράψουν» στις ζωές των νέων και μετέπειτα των ίδιων πιο μεγάλων ανθρώπων.
Διδάσκεις Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία στις σημαντικές -κατά γενική ομολογία- τάξεις του Λυκείου, κατά τις οποίες τα παιδιά προετοιμάζονται για τις Πανελλαδικές εξετάσεις. Πώς αισθάνεσαι ή αντιλαμβάνεσαι τη φόρτιση αυτών των περιόδων και πώς τις διαχειρίζεσαι εσύ ως εκπαιδευτικός;
Προσωπικά, προσπαθώ πάντα να θυμάμαι πώς αισθανόμουν εγώ στην ηλικία τους και να βρίσκω ευκαιρίες να τους ενθαρρύνω, να μαντεύω τυχόν δυσκολίες που έχουν και φοβούνται να τις ομολογήσουν και να τους δίνω λογικές «ανάσες». Τους λέω, για παράδειγμα, συχνά την ιστορία μιας παλιάς μου μαθήτριας που είχε ακολουθήσει την οικονομική κατεύθυνση, αλλά δεν μπορούσε, όσο και να προσπαθούσε, να αποδώσει στα μαθηματικά. Μολαταύτα, αποδείχτηκε πολύ ψύχραιμη και λογική. Θυμάμαι μου είχε πει: «Στα άλλα μαθήματα θα γράψω καλά, γιατί έχω μελετήσει. Στα μαθηματικά δεν θα αποδώσω, αλλά δεν εγκαταλείπω. Λύνω όσο πιο πολλές ασκήσεις μπορώ. Τώρα γράφω 07/20. Έστω μία μονάδα να ανέβω ακόμη, θα κερδίσω πολύτιμα μόρια». Τελικά το 07 έγινε 11. Αυτή η ιστορία λειτουργεί πολύ ενθαρρυντικά για τους μαθητές και τις μαθήτριες που συχνά είναι έτοιμοι/έτοιμες να εγκαταλείψουν κάποιον στόχο όταν δυσκολεύονται να ανταποκριθούν επαρκώς σε κάποιο μάθημα.
Ειδικά τα μαθήματα που διδάσκεις έχουν περιεχόμενο που πυροδοτούν την ελευθερία και τη φαντασία, καθώς και τον άμεσο προβληματισμό για κοινωνικοπολιτική παρατήρηση. Με ποια εκπαιδευτικά «εργαλεία» ή τρόπους προσπαθείς να «οχυρώσεις» την ευεργετική αυτή «πρώτη ύλη» σε σχέση με το άγχος, την αγωνία, την αποστήθιση του εκπαιδευτικού μας συστήματος και το αρνητικό πλαίσιο με το οποίο πολλές φορές και σε σημεία βιώνουμε το ελληνικό σχολείο;
Η σφαιρική ενημέρωση κι η κριτική αντιμετώπιση των κειμένων είναι ο μεγάλος «πλούτος» του μαθήματος της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας, γιατί δίνει την ευκαιρία στους νέους να αντιληφθούν με ελεύθερο πνεύμα όσα συμβαίνουν γύρω τους. Όλα αυτά, όμως, απαιτούν διδακτικό χρόνο που το κυνήγι των Πανελλαδικών εξετάσεων συρρικνώνει, γιατί ένας τεράστιος όγκος ύλης πρέπει να αφομοιωθεί σε μία σχολική χρονιά. Προσωπικά προσπαθώ να προ-οργανώνω τα στάδια του μαθήματος εντάσσοντας τα παιδιά στη διδακτική διαδικασία. Τους αναθέτω, για παράδειγμα, «διαγωνισμούς φιλαναγνωσίας». Η διαδικασία είναι προαιρετική. Τους τονίζω ότι μπορούν να διαβάσουν ένα ή και περισσότερα κείμενα για ένα θέμα. Φροντίζω, όμως, πάντα να τους δίνω ένα κίνητρο: αυτό της ευκαιρίας να συμμετάσχουν στον διάλογο στην τάξη την επόμενη φορά, όχι ως παθητικοί αποδέκτες, αλλά ως καθοδηγητές/καθοδηγήτριες που με τις απόψεις τους θα προσδιορίσουν όσα σημαντικά έχουμε να πούμε για ένα θέμα. Έτσι, η αποστήθιση αντικαθίσταται από μία δημιουργική κατάθεση προτάσεων των ίδιων των παιδιών, που έπειτα είναι πολύ πιο δεκτικά να μελετήσουν στο σπίτι. Ακόμη, τους λέω πάντα ότι οι εξετάσεις θα έρθουν, θα περάσουν και μαζί με αυτές και η ανάμνηση του βαθμού που έγραψαν. Όμως, η διάθεση να ερευνούν και να σκέφτονται ελεύθερα θα παραμείνουν πολύτιμα εφόδια στη ζωή τους.

Μίλησέ μου για τα δύο συγγράμματά σου: «Νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία Γ΄ γενικού λυκείου – Περνώντας από τη θεωρία στην πράξη» & «Νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία Γ’ λυκείου – Κατανοώ κείμενα και εκθέτω τις απόψεις μου, θεματικοί κύκλοι και κριτήρια αξιολόγησης». Τι έχεις επιχειρήσει στο καθένα;
Αυτά τα βιβλία είναι γεννήματα μιας διαφορετικής ανάγκης. Το πρώτο είναι ένα βιβλίο που καλύπτει τη θεωρία της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στη Γ΄ Γενικού Λυκείου. Ο λόγος που το έγραψα ήταν γιατί ήθελα να παρουσιάσω το πιο «βαρετό» για τους νέους κομμάτι του μαθήματος με έναν τρόπο διαφορετικό, πιο σύγχρονο και παιγνιώδη. Το δεύτερο βιβλίο κλείνει μέσα του ένα κομμάτι της ψυχής μου: την αγάπη για τα «γράμματα». Ήθελα να τους δώσω την ευκαιρία να ξεφυλλίσουν ένα βιβλίο με πολλά και διαφορετικά κείμενα, δείγματα παλαιότερης, αλλά και πιο σύγχρονης γραφής, και να ανακαλύψουν πόσο ενδιαφέρουσα είναι η ανάγνωση. Είναι πια πολύ παρωχημένο να υπαγορεύουμε στους νέους ανθρώπους τι να γράψουν στις εκθέσεις τους. Ονειρεύομαι να κρατήσουν το βιβλίο στα χέρια τους, να «σπουδάσουν» τα θέματα που θίγονται στο μάθημα και, μέσα από τη συγκριτική μελέτη, να κατασταλάξουν στις απόψεις τους, να συνθέσουν κείμενα που θα τα πιστεύουν, εξού και ο τίτλος: «Κατανοώ κείμενα και εκθέτω τις απόψεις μου».
Με αυτά τα δύο συγγράμματα επιγραμματικά θα ήθελα να μου πεις τα σημεία που θα βοηθήσουν πρακτικά τη μελέτη των παιδιών στα μαθήματα της Νεοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας.
Στο πρώτο βιβλίο τα σχήματα και οι πίνακες θα βοηθήσουν τα παιδιά να οργανώσουν στη σκέψη τους την πολλή θεωρία του μαθήματος. «Έπαιξα» με τις ασκήσεις, για να τους βοηθήσω να εμπεδώσουν τη δύναμη του λόγου σε διαφορετικές περιστάσεις επικοινωνίας. Επιπλέον, θα βρουν ολιγόλεπτα τεστ αυτό-αξιολόγησης, για να επαναλάβουν και να εμπεδώσουν κάθε υπο-ενότητα της διδακτέας ύλης.
Στο δεύτερο βιβλίο οι μαθητές και οι μαθήτριες της Γ’ Γενικού Λυκείου, ανεξάρτητα από το επίπεδό τους, θα βρουν κείμενα ενδιαφέροντα που συνοδεύονται από ερωτήσεις ανατροφοδότησης και οξύνουν την κρίση τους. Επιπλέον, το βιβλίο περιλαμβάνει κριτήρια αξιολόγησης απόλυτα προσαρμοσμένα στις οδηγίες του ΙΕΠ και στις απαιτήσεις της Τράπεζας θεμάτων που προσομοιώνουν τις Πανελλαδικές εξετάσεις. Μάλιστα γι’ αυτό και τα δύο βιβλία συνοδεύονται από πολύ αναλυτικές απαντήσεις κι υποδείγματα γραπτών κειμένων που θα βοηθήσουν τους υποψηφίους να διαπιστώσουν στην πράξη τι ζητάμε ακριβώς από αυτούς και –γιατί όχι;- να αντλήσουν έμπνευση.

Ποιος πιστεύεις ότι είναι ο ιδανικός ρόλος του εκπαιδευτικού, τι προσπαθείς εσύ και πόσο είμαστε κοντά ή απέχουμε από αυτόν;
Θα σας απαντήσω επικαλούμενη τα λόγια ενός σπουδαίου εκπαιδευτικού, του Ιωάννη Κακριδή: «Το χρέος του οδηγού (έτσι προσδιορίζει τον εκπαιδευτικό, καθοδηγητή/οδηγό) είναι όχι να επιβάλει στην ανήσυχη, ξύπνια νεανική ψυχή μια πίστη έτοιμη. Το χρέος του είναι να του προβάλει τις αξίες της ζωής, να του ξυπνήσει τον πόθο του καλού και, τέλος, να τον βοηθήσει να τονωθούν μέσα του οι δυνάμεις της ψυχής, αυτές που θα τον στηρίξουν να θεμελιώσει ο ίδιος, με προσωπικό πόνο, την πίστη αξερίζωτη μέσα του σε κάθε μεγάλη αξία της ζωής». Εκτιμώ ότι το εκπαιδευτικό σύστημα στη χώρα μας ολοένα και απομακρύνεται από αυτόν τον ρομαντικό σκοπό, γιατί «το κυνηγούν οι εξετάσεις». Για αυτό προσπαθώ τα παιδιά, ανεξαρτήτως επιδόσεων, να είναι το «κέντρο» της διδακτικής πράξης, καθώς και να υπάρχει πάντα μια στιγμή που με ένα χαμόγελο, μια ευαίσθητη ματιά, θα τους μεταδώσω την αγάπη και το γνήσιο ενδιαφέρον μου για εκείνα.
Πες μου τα πρώτα τρία πράγματα που θα άλλαζες στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Αν είχα ένα «μαγικό ραβδί» θα άλλαζα:
– τα ακαλαίσθητα κτήρια που βαραίνουν την ψυχοσύνθεση των παιδιών, γιατί είναι αφιλόξενα κι απωθητικά.
– την τεράστια, δίχως λόγο, διδακτέα ύλη, ώστε να μπορεί ο/η εκπαιδευτικός να κάνει καλά τη δουλειά του, δίχως να βιάζεται, δίχως να τυποποιεί τη διδασκαλία του, δίνοντας τον χρόνο σε όλα τα παιδιά να αφομοιώσουν τη διδασκόμενη ύλη.
– ότι το σχολείο πρέπει να έχει χώρο και χρόνο για αισθητική και αθλητική αγωγή, ώστε να γίνει πιο ευχάριστο, να δώσει την ευκαιρία στους νέους να αποφορτιστούν δημιουργικά και να τους κοινωνικοποιήσει ουσιαστικά, να τους «συνδέσει» σε ομάδες, όπου θα αλληλοβοηθιούνται, θα σέβονται, θα θαυμάζουν και θα εμπνέονται από τα προτερήματα των συμμαθητών και των συμμαθητριών τους.
Ποια είναι η δική σου αγαπημένη στιγμή στην ημέρα σου μέσα στην τάξη;
Η αγαπημένη μου στιγμή είναι όταν παρατηρώ τα παιδιά να συνεργάζονται σε ομάδες, για να απαντήσουν σε ένα ερώτημα, να συνομιλούν, να ακούν ο ένας τη γνώμη του άλλου, ξεχνώντας ότι κάνουμε μάθημα, ότι κάνουν αυτό που «πρέπει». Όταν, δηλαδή, το «πρέπει» γίνεται «θέλω». Αυτή είναι αναμφισβήτητα η αγαπημένη μου στιγμή στην τάξη.
Μετά από τα χρόνια εμπειρίας σου στην εκπαίδευση μπορείς να μοιραστείς μαζί μας αυτά που θεωρείς ότι βοηθούν τα παιδιά να πετύχουν τον στόχο τους και να μάθουν και ποια αποπροσανατολίζουν και έχουν αντίθετα αποτελέσματα οδηγώντας τελικά σε ρήξη με το σχολείο και τους γονείς αλλά και σε σύγχυση του παιδιού με το ίδιο τον εαυτό του;
Η αποδοχή της ξεχωριστής προσωπικότητας κάθε παιδιού, η πίστη στις ιδιαίτερες κλίσεις και δεξιότητές του, η αναγνώριση ιδίως των ψυχικών-ηθικών χαρισμάτων που έχουν, είναι εκείνα που ενισχύουν την αυτοπεποίθησή τους και, κατά συνέπεια, τη θέληση να προσπαθήσουν να μάθουν. Στον αντίποδα, τα αποπροσανατολίζουν: η απόρριψη, οι συνεχείς επιπλήξεις που τα ματαιώνουν, τα πληγώνουν και τα θυμώνουν, η μονόπλευρη προσέγγιση της προσωπικότητάς τους. Γονείς και εκπαιδευτικοί είναι καλό να θυμόμαστε ότι οι βαθμοί δεν είναι το παν και δεν πρέπει να γίνονται «ταμπέλα», όπως και ότι είναι απλοί αριθμοί που ανεβοκατεβαίνουν, όπως ακριβώς συμβαίνει σε όλα τα πεδία όπου χρησιμοποιούνται νούμερα ως δείκτες αποτίμησης ενός έργου. Εκείνο, τέλος, που σίγουρα βοηθά είναι η έγκαιρη παρέμβαση-βοήθεια, ώστε να μην προκύψουν μεγάλα κενά σε σημαντικά κομμάτια της διδακτέας ύλης, που αργότερα θα τα απογοητεύσουν και θα γίνουν αξεπέραστα.

Τι θα έλεγες σε ένα παιδί που δεν ξέρει τι θέλει «να γίνει όταν μεγαλώσει» και είναι στην Γ’ Λυκείου και χρειάζεται να αποφασίσει για τη Σχολή που θα στοχεύσει.
Θα έλεγα: «Μέσα από την καρδιά σου, αν ξεχάσεις τα μαθήματα, τους βαθμούς, τις βάσεις, τους γονείς σου, πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου στο μέλλον; Τι είναι αυτό που πραγματικά θα σε έκανε χαρούμενο/χαρούμενη; Να απαντήσεις με ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό σου και αυτό να κάνεις». Δυστυχώς, όμως, πολλές φορές οι νέοι αποθαρρύνονται από τους δείκτες ανεργίας ή τις υψηλές βάσεις. Στην τελευταία περίπτωση, προσπαθώ να δίνω ρεαλιστικές απαντήσεις, όπως: «Αν θεωρείς ότι είναι αδύνατο να αγγίξεις τη βάση της σχολής που σε ενδιαφέρει, ποια άλλη σχολή πιστεύεις είναι κοντά στο αντικείμενό της; Σήμερα υπάρχουν τόσα μεταπτυχιακά που σίγουρα θα μπορέσεις να βρεις τον δρόμο σου μελλοντικά και να πλησιάσεις τον αρχικό σου στόχο».
Από την άλλη τι θα έλεγες στους γονείς που τα παιδιά τους δεν ξέρουν τι θέλουν ή δεν δείχνουν ενδιαφέρον για το σχολείο και τη μελέτη, ανησυχούν πολύ ή αισθάνονται άσχημα/άβολα στο σχολικό, οικογενειακό και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.
Κατανοώ την ανησυχία τους και τους συναισθάνομαι ως γονέας κι εγώ η ίδια. Μολαταύτα, το ενδιαφέρον για τη μελέτη μπορεί να ενισχυθεί. Γι’ αυτό θα συμβούλευα τους γονείς τα εξής: Αν το παιδί σας είναι σε μικρή ηλικία, προσπαθήστε να ερμηνεύσετε τη στάση άρνησης απέναντι στο σχολείο. Μιλήστε μαζί του και ζητήστε του να σας εξηγήσει γιατί αισθάνεται έτσι. Έπειτα, ελάτε σε επαφή με τον/την εκπαιδευτικό της τάξης και προσπαθήστε μαζί να βρείτε μια λύση.  Οι εκπαιδευτικοί πάντα εκτιμούν τους γονείς που ενδιαφέρονται, που ζητούν τη γνώμη τους, που παραδέχονται ότι το παιδί τους δυσκολεύεται. Ίσως χρειαστεί να επισκεφτείτε κάποιον ειδικό αν υπάρχει υποψία για κάποια μαθησιακή δυσκολία που, όσο πιο γρήγορα εντοπιστεί, τόσο πιο αποτελεσματικά θα αντιμετωπιστεί.
Αν πρόκειται για εφήβους, θα συμβούλευα τους γονείς να συζητούν με τα παιδιά τους δίχως διάθεση διδακτισμού, δείχνοντας ότι εξακολουθούν να τα πιστεύουν κι είναι υπερήφανοι για αυτά. Χρειάζεται, ακόμη, να επιβραβεύουμε τα ταλέντα των νέων και να τους δίνουμε την ευκαιρία να τα αξιοποιούν. Υπάρχουν πολλοί τρόποι: από τους εκπαιδευτικούς ομίλους που λειτουργούν στα σχολεία μετά το πέρας του καθιερωμένου προγράμματος, μέχρι αθλητικούς ομίλους ή ακόμη και κάποια στροφή στην επιλογή σχολείου με την υποβολή κάποιας αίτησης σε ένα καλλιτεχνικό σχολείο, για παράδειγμα. Στο τέλος της συζήτησης όμως είναι καλό να τονίζουμε με αποφασιστικότητα: «Είμαι εδώ για εσένα, αλλά εσύ έχεις την κύρια ευθύνη των επιλογών σου», ώστε να μην ταυτιστεί η κατανόηση και η γονεϊκή συμπαράσταση με τη δικαιολόγηση μιας ανεύθυνης στάσης.
Πώς πιστεύεις μπορεί να καλλιεργηθεί η φιλαναγνωσία και να ξεδιπλωθεί η δύναμή της στην καθημερινότητά μας;
Πριν απαντήσω για το πώς θα σας πω ότι η φιλαναγνωσία «πρέπει να καλλιεργηθεί». Γιατί διαφορετικά, σε μια εποχή με τόση υπερπληροφόρηση, ο νέος θα μείνει –παραδόξως- δίχως άποψη. Τα πολλά μηνύματα χρειάζονται και αφαιρετικά-κριτικά μυαλά. Πιστεύω ότι στις μικρές ηλικίες χρειάζεται η πρόωρη επαφή με το βιβλίο και μάλιστα η όσο το δυνατόν πιο θεατρική-παραστατική από τους γονείς που έχουν ταλέντο! Θυμάμαι διάβαζα στον γιο μου σε ηλικία λίγων μηνών ένα βιβλίο τεσσάρων σελίδων όλο κι όλο με πρωταγωνιστή έναν καρχαρία και προσπαθούσα να αναπαραστήσω τον ήχο του νερού, έκανα μια αστεία γκριμάτσα όταν τον πονούσε το δόντι του (αυτό ήταν το θέμα της ιστορίας) και εκείνος, αν και τόσο μικρός, αντιδρούσε σε ό,τι έλεγα με μορφασμούς που έδειχναν πόσο τον ενδιέφερε αυτό που του διάβαζα. Γι’ αυτό και ζήταγε για καιρό μετά να του διαβάσω αυτό το βιβλίο.
Για τα παιδιά του δημοτικού, εκτιμώ ότι θα είναι ωραίο να δημιουργήσουμε ένα μισάωρο έστω οικογενειακής ανάγνωσης. Να καθίσουμε για λίγο όλοι στην οικογένεια στον ίδιο χώρο και να διαβάσουμε ο καθένας το βιβλίο/την εφημερίδα του. Έτσι, αντί να τους λέμε: «Διάβασε ένα βιβλίο επιτέλους!», θα τους λέμε: «Έλα να διαβάσουμε για λίγο!». Μια όμορφη οικογενειακή ατμόσφαιρα θα λειτουργήσει ενισχυτικά.
Για τους εφήβους πιστεύω ότι το πρώτο που είναι καλό να κάνουμε είναι να πιέσουμε τις διευθύνσεις των σχολείων να ανοίξουν στους μαθητές και τις μαθήτριες τις σχολικές βιβλιοθήκες: να διδάσκουν τα γλωσσικά μαθήματα σε αυτές, να αφήνουν τους νέους να ψάχνουν τα βιβλία, να δημιουργήσουν «λέσχες ανάγνωσης» κ.τ.λ. Το σχολείο πρέπει να ανοίξει ένα νέο δρόμο προς το βιβλίο, γιατί, «κακά τα ψέματα», οι νέοι στις μεγαλύτερες τάξεις είναι συνεχώς πάνω από ένα βιβλίο που το διαβάζουν αναγκαστικά και γι’ αυτό συνήθως το αποστρέφονται.
Πώς μπορεί ένας γονιός να βοηθήσει στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης στο παιδί, την εποχή της μικρής οθόνης στα χέρια μας και τη ραγδαία ανάπτυξη του ΑΙ;
Με τον διάλογο. Τα παιδιά αγαπούν τις οθόνες, αλλά αγαπούν πάντα τους γονείς τους περισσότερο. Γι’ αυτό η γνώμη μου είναι ότι χρειάζεται να δημιουργήσουμε στιγμές με τα παιδιά μας που –όσο και να μας πιέζουν οι ανάγκες- θα είναι το δώρο προς εκείνα και προς τον εαυτό μας που δεν θα θυσιάζεται ποτέ. Όλοι μαζί, γονείς και παιδιά, ακόμη και αδέλφια διαφορετικής ηλικίας, να βρισκόμαστε έστω και για λίγη ώρα την ημέρα και να συζητάμε για διάφορα θέματα, να μοιραζόμαστε τις δυσκολίες μας, να εμψυχώνουμε τα παιδιά μας να βρουν τη λύση στα δικά τους προβλήματα, δίχως να τα κρίνουμε, αλλά και να ζητάμε την καθαρή συμβουλή τους σε ορισμένες δικές μας δυσκολίες. Η αθωότητα κι η απλότητα της σκέψης των παιδιών κρύβει τη σοφία και την καθαρή κρίση που μεγαλώνοντας ορισμένες φορές χάνουμε εμείς οι «μεγάλοι». Έτσι, αν μάθουν να κρίνουν και να αλληλεπιδρούν, μειώνονται οι πιθανότητες να υποκύψουν παθητικά στις οθόνες.

The post Η εκπαιδευτικός Σταυρούλα Π. Αλπίτση μιλάει για την προετοιμασία των Πανελλαδικών εξετάσεων και την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης στο παιδί appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...