Υπάρχει μια κατάσταση ταυτότητας με ιδιαίτερο κοινωνικό, ιστορικό και πολιτικό φορτίο, που συνδέει τους μετανάστες με το εθνικό συναίσθημα (το ανήκειν) και το ζήτημα της ενσωμάτωσης/αφομοίωσης στη χώρα υποδοχής – εν προκειμένω, με τις ΗΠΑ. Ως γνωστόν, με τον Τραμπ δοκιμάστηκε το μοντέλο κοινωνικής απαρτίωσης του χωνευτηρίου, στο οποίο οφείλονται εν μέρει η υπεροχή και η πολυπολιτισμική ευρυχωρία των ΗΠΑ.
Πρόκειται για τους λεγόμενους Αμερικανούς της παύλας (ελληνική απόδοση του αγγλικού όρου «Hyphenated Americans»). Ποιοι είναι; Ολοι όσοι είναι Αμερικανοί, όμως μαζί με κάτι άλλο εθνοτικό ή ταυτοτικό. Για παράδειγμα, οι Irish-Americans είναι οι Ιρλανδο-αμερικανοί. Οι Greek-Americans είναι οι δικοί μας Ελληνο-αμερικανοί, οι Chinese-Americans είναι οι Κινεζο-αμερικανοί και ούτω καθεξής. Την περίοδο 1890-1920, επειδή ο όρος συνδέθηκε με υποψίες διχασμένης αφοσίωσης και αμφισβήτησης του αμερικανικού πατριωτισμού, είχε αρνητική σημασία. Το 1915, ο πρόεδρος Τέντι Ρούζβελτ ξεκαθάριζε: «There is no room in this country for hyphenated Americanism» (Δεν υπάρχει θέση σε αυτή τη χώρα για τον αμερικανισμό της παύλας). Τα ξενάκια της Αμερικής, κάποιας καταγωγής, ήταν ύποπτοι για ισχυρούς δεσμούς με τις χώρες προέλευσής τους, ενώ αντίθετα «ο γνήσιος Αμερικανός γεννιόταν, δεν γινόταν». Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η έκφραση συνδέθηκε με ανησυχίες αμφισβήτησης του πατριωτισμού των μεταναστών.
Στις μέρες μας, οι προσεγγίσεις της συμπερίληψης έδωσαν στον αμερικανισμό της παύλας απολύτως θετική σημασία, μιας και η διπλή ή πολλαπλή πολιτισμική ταυτότητα δεν θεωρήθηκε κατ’ ανάγκη αντίφαση, ούτε βέβαια στοιχείο πολιτικής τοποθέτησης. Απεναντίας, μπορεί κάποιος να αισθάνεται ταυτόχρονα Αμερικανός και Ελληνας, Ιρλανδός ή Ιταλός, χωρίς αυτό να σημαίνει κάτι για την αφοσίωσή του στις ΗΠΑ ή για την πολιτική του ταυτότητα. Με τον Τραμπ οι Αμερικανοί της παύλας ξαναέγιναν ένα είδος κοινωνικά κατώτερο. Οχι σε σχέση με τους λεγόμενους WASPs αλλά εξαιτίας του ωμού ρατσισμού του Τραμπ. Οι WASPs ήταν κατά κυριολεξία οι Λευκοί Αγγλο-Σάξονες Προτεστάντες, απόγονοι κυρίως των Αγγλων και λοιπών άλλων Βορειοευρωπαίων πουριτανών εποίκων που απέκτησαν οικονομική, πολιτική και κοινωνική επιρροή στις ΗΠΑ. Οι λευκοί Αγγλο-Σάξονες προτεστάντες συνδέθηκαν ιδιαίτερα με τη Νέα Αγγλία (Βοστόνη, Μασαχουσέτη, Νιου Χάμσαϊρ, Βερμόντ κ.ά.), τις παλιές οικογένειες της Ανατολικής Ακτής, τα περίφημα πανεπιστήμια Ivy League, τον παραδοσιακό κόσμο των επιχειρήσεων, του χρήματος και της πολιτικής των ΗΠΑ, κοντολογίς με την παλιά αμερικανική αριστοκρατία του Βέμπλεν. Δεν ήταν απαραίτητα όλοι πλούσιοι.
Ο Τραμπ, γερμανικής καταγωγής (από πατέρα) και σκοτσέζικης (από μητέρα), φαντασιώνεται πως είναι WASP. Η Μελάνια, σλοβενικής καταγωγής, γεννημένη στη Σλοβενία, έγινε Αμερικανίδα το 2006. Ο Μάρκο Ρούμπιο είναι κουβανικής καταγωγής (οι γονείς του απέκτησαν αμερικανική υπηκοότητα το 1975). Ολοι τους, γόνοι μεταναστών ή μετανάστες, έκαναν καριέρα με τη ρητορική μίσους κατά των μεταναστών.
Μια ιδιαίτερη πτυχή της ήττας του Τραμπ και της κατάρρευσης του κινήματος ΜAGA (Make America Great Again) ήταν ο βαθύς ψευδοαμερικανισμός τους, που στην ουσία έβλαψε την Αμερική. Στις ενδιάμεσες εκλογές έγινε ορατή η επάνοδος των Αμερικανών της παύλας. Για παράδειγμα, ο εμβληματικός ανεξάρτητος Μπέρνι Σάντερς του Βερμόντ είναι εβραϊκής καταγωγής (Jewish-American), με οικογενειακές ρίζες στην Πολωνία. Ο Κρις Πάπας έγινε ο Ελληνο-αμερικανός γερουσιαστής του Νιου Χάμσαϊρ. Από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις της σύγχρονης πολυπολιτισμικής Αμερικής είναι ο Ζοχράν Μαμντάνι, ινδικής καταγωγής, γεννημένος στην Αφρική, μουσουλμάνος το θρήσκευμα και Αμερικανός, εκλεγμένος δήμαρχος της Νέας Υόρκης και… κόκκινο πανί του Τραμπ.
Η τελευταία περίπτωση της «γλυκιάς ειρωνείας» υπήρξε ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ στη Γερουσία, στην έδρα του Μίσιγκαν. Η αντιπαράθεση Τραμπ και Τζέι Ντι Βανς με τον Αμπντούλ είχε έντονη φυλετική και θρησκευτική διάσταση. Εντέλει, τον «τζιχαντιστή», τον «Αμπντούλ, τον θαυμαστή των τρομοκρατών», θα τον ορκίσει τον Ιανουάριο ο Τζέι Ντι Βανς, ένας καθολικός, σκοτο-ιρλανδικής και εργατικής καταγωγής, με σύζυγο ινδικής καταγωγής. «Τζέι Ντι, χαμπίμπι… θα με ορκίσεις τον Ιανουάριο». Ηταν από τις καλύτερες ατάκες των ενδιάμεσων εκλογών.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
