Λίγο πριν την παράσταση «Φωνές και Μνήμες», με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Τάση Χριστογιαννόπουλο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, συνάντησα δύο νέες, σύγχρονες καλλιτέχνιδες την Καλλιόπη και τη Λυγερή Μητροπούλου, οι οποίες συμμετέχουν σε αυτή τη μουσική ανθολογία, αφιερωμένη στα τραγούδια που έγιναν σύμβολα και πυξίδα του λαού μας. Ξεχωριστή στιγμή αυτής της παράστασης αποτελεί και η φιλική συμμετοχή του Θεόδωρου Τερζόπουλου με τη θεατρική διδασκαλία του μουσικού έργου Ο Επιζών, σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και ποίηση Τάκη Σινόπουλου.
Η Καλλιόπη και η Λυγερή είναι δύο καλλιτέχνιδες γεμάτες από τέχνη, οι οποίες ξεχωρίζουν, χωρίς φανφάρες και θόρυβο. Τουναντίον συστήνονται στο κοινό με σταθερά βήματα και μια έμφυτη ποιότητα. Πολύ γρήγορα για να κάνετε τη σύνδεση, η Καλλιόπη Μητροπούλου είναι η φωνή των Echo Tides και φυσικά της «Ανισόπεδης Ντίσκο». Το 2025 το ντεμπούτο άλμπουμ της “Between” ήταν μια έκπληξη καθώς μου επιβεβαίωσε τη μουσική της δυναμική αλλά και την εξίσου όμορφη αγγλική στιχουργική. Τη Λυγερή Μητροπούλου την απολαμβάνουμε φέτος στο σίριαλ «Το Παιδί» στην ΕΡΤ αλλά φυσικά είναι και η φωνή των The Noodles.
Τα βιογραφικά τους είναι εντυπωσιακά. Η Καλλιόπη Μητροπούλου ασχολείται με ένα ευρύ μουσικό φάσμα, έχοντας τελειώσει Μουσικών Σπουδών στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, και Masters Violin Performance με τον Helge Slaatto στη Γερμανία. Έχει συνεργαστεί με ορχήστρες όπως Guerzenich Orchestra, Κρατική ορχήστρα Αθηνών, London Philharmonic orchestra, London Contemporary Orchestra, BBC Symphony Orchestra και την ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής ενώ έχει εργαστεί ως σοπράνο σε ρόλους όπερας. Η Λυγερή Μητροπούλου είναι απόφοιτη της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών (2021) και του Τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης – ΜΜΕ του Εθνικoύ και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών – ΕΚΠΑ (2022). Από το 2022 συμμετάσχει συστηματικά σε μεγάλα θεατρικά δρώμενα όπως στη “Μήδεια” του Μποστ (2022, Εθνικό Θέατρο, σκηνοθεσία Γιάννης Καλαβριανός, ρόλος: Χορός), την “Ορέστεια” του Αισχύλου (2024 & 2025, Εθνικό Θέατρο, σκηνοθεσία Θεόδωρος Τερζόπουλος, ρόλος: Χορός), “Η Πύλη της Κόλασης” (2024, Θέατρο του Νέου Κόσμου, σκηνοθεσία Γιάννης Καλαβριανός, ρόλοι: Καμίγ Κλοντέλ, Βεατρίκη). Δεν θα σας γράψω κάτι άλλο γιατί οι απαντήσεις τους μιλούν καλύτερα από εμένα για αυτές. Αυτό που θα γράψω με σιγουριά όμως είναι πως πρόκειται για δυο καλλιτεχνικές (και όχι μόνο) προσωπικότητες, οι οποίες θα συνεχίσουν να μας απασχολούν πολύ και στο μέλλον.
Πώς σας προτάθηκε να συμμετάσχετε στη μουσική ανθολογία «Φωνές και Μνήμες» με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Τάση Χριστογιαννόπουλο;
Καλλιόπη Μητροπούλου: Η αλήθεια είναι όλα ξεκίνησαν από την «Ορέστεια» του Θεόδωρου Τερζόπουλου. Η αδελφή μου ήταν στον Χορό και εκεί την είδε η Μαρία Φαραντούρη. Ήρθε σε επαφή μαζί της και της είπε πως κάτι θέλει να κάνουν μαζί. Μέσα σε αυτή τη συζήτηση, η Λυγερή ανέφερε ότι η αδελφή της είναι μουσικός. Κι έτσι σαν αλυσιδωτή αντίδραση, βρέθηκα κι εγώ σε αυτό το πλαίσιο. Για μένα είναι πραγματικά ένα δώρο. Δεν είναι σίγουρα κάτι που σχεδίαζα και στις πρόβες, είμαι με ανοιχτό το στόμα και νιώθω σαν σφουγγάρι που θέλει να ρουφήξει όσα ακούει.
Λυγερή Μητροπούλου: Συμμετείχα στην παράσταση του Θεόδωρου Τερζόπουλου, την «Ορέστεια». Σε ένα σημείο τα μέλη του Χορού είμαστε ξαπλωμένοι κάτω ακούνητοι, σαν ανθρώπινο χαλί και πάνω μας πατάει ο Αγαμέμνονας που συμβολίζοντας την εξουσία, μας βουλώνει τη φωνή και την υπόσταση. Εκεί, εγώ σηκώνομαι αργά μαζεύοντας μαχαίρια από τη γη με ένα μοιρολόι το οποίο στην πραγματικότητα είναι έκκληση στον κόσμο να σηκωθεί, να δράσει, να κινητοποιηθεί, να επαναστατήσει, να υπερβεί τα ασφαλή όρια που νομίζουμε ότι αντέχει ο εαυτός μας. Και από εκεί ξεκινούσε μια μικρή αλλά σημαντική επανάσταση, ένα δυνατό «γιατί», το «γιατί της γενιάς μας», όπως ονομάζει ο Τερζόπουλος. Στην παράσταση του Ηρωδείου η κυρία Φαραντούρη ξεχώρισε κάτι σε αυτό το μοιρολόι και μου ζήτησε να συναντηθούμε. Εκεί ξεκίνησε ένα όμορφο ταξίδι, κάποιες πανέμορφες Δευτέρες στο σπίτι της που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Απλώς ακούγαμε μουσική, την άκουγα, σημείωνα και έπαιρνα δύναμη από τα καθαρά παιδικά μάτια της γεμάτα ζωή. Ο κύριος Τερζόπουλος πρότεινε να είμαστε οι δύο αδερφές και να ερμηνεύσουμε το έργο του Επιζώντα. Εκεί συνεχίστηκε μία μαγική διαδρομή όπου εγώ, η αδερφή μου κι ο κ. Τερζόπουλος βουτούσαμε όχι σε νότες και ήχους αλλά σε ένα υπαρξιακό ερώτημα, σε μία οντολογική κρίση, στον πόνο του σήμερα που κουβαλάει ο σύγχρονος άνθρωπος.
Καλλιόπη Μητροπούλου
Στην παράσταση ερμηνεύετε το ποίημα “O Επιζών” του Τάκη Σινόπουλου σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη, υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Θεόδωρου Τερζόπουλου. Πώς νιώθετε να πλαισιώνεστε από ένα τόσο πλούσιο κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς αυτού του τόπου;
Λ.Μ: Η αλήθεια είναι ότι νιώθω μεγάλη τιμή να συνεργάζομαι με τον κύριο Τερζόπουλο και την κ. Φαραντούρη. Σε μία πρόβα έσπασε η φωνή μου και τα δάκρυά μου ανέβηκαν ως τα μάτια μου, γιατί δεν μπορούσα να πιστέψω ότι συνοδεύει τη φωνή μου η κυρία Φαραντούρη. Όταν μπήκε η φωνή της και γέμισε τις δικές μας, αισθάνθηκα κάτι μεγαλύτερο από ευγνωμοσύνη, αισθάνθηκα ευλογία. Είναι τεράστια τύχη που στον δρόμο μας έχει βρεθεί ο κύριος Τερζόπουλος. Σαν όλα αυτά που μέχρι τότε ανάβλυζαν στην ψυχή μου για την τέχνη, τη ζωή, τον έρωτα και τον θάνατο κούμπωσαν στο θέατρό του, στη φωνή του, στο βλέμμα του. Με απόλυτη σοβαρότητα αλλά ποτέ σοβαροφάνεια, χωρίς ποτέ να χάνει το χιούμορ και την ελαφράδα που επιτάσσει η τέχνη μας, αυτό το περίεργο συνονθύλευμα νοήματος, απονοηματοδότησης, ήχων και κοσμοαντίληψης. Το ότι ερμηνεύουμε ποίηση του Τ. Σινόπουλου και τη μουσική του Μ. Θεοδωράκη με κάνει να σκέφτομαι πως τα δυνατά έργα θα είναι εκεί για πάντα επίκαιρα και διαχρονικά. Το έργο του Επιζώντα το διάλεξε ο Τερζόπουλος με απόλυτη βεβαιότητα, λέγοντας ότι αυτό το έργο είναι βαθιά αντιπολεμικό, οντολογικό και μιλάει στην καρδιά του πόνου, της σύγχρονης κρίσης και της ανυπαρξίας. To έργο ξεκινάει λέγοντας «Πού είναι..». Όπως λέει ο Τερζόπουλος, πού είναι ο άνθρωπος; Πού είναι ο ξένος; Πού είναι; Πού είμαι εγώ; Χαμένος σε μια υπερπληθώρα πληροφοριών της σύγχρονης κοινωνίας, απαιτήσεων, προσδοκιών, ορίων, ταυτοτήτων και ρόλων.
Κ.Μ: Ευγνωμοσύνη και ένα αίσθημα ευθύνης χωρίς όμως φόβο. Τα είπε όλα η Λυγερή.
Πώς σκοπεύετε να προσεγγίσετε αυτό το σημαντικό ποίημα, που σκιαγραφεί την ψυχή του επιζώντα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου
Κ.Μ: Αφαιρετικά και γυμνά. Το ερμηνεύουμε a cappella, έχουμε μόνο την αναπνοή μας και το σώμα μας. Πολλές φορές ακούγεται σαν να είμαστε μία φωνή, άλλες φορές «καθρεφτιζόμαστε», άλλες φορές εμφανίζονται βοκαλισμοί αντι-τεχνικοί. Ο Επιζών του Σινόπουλου δεν είναι ήρωας, είναι τραυματισμένος. Προσπαθούμε να σταθούμε μέσα σε αυτή τη ρωγμή του βαθιά οντολογικού αυτού έργου.
Λυγερή Μητροπούλου
Λ.Μ: Το ποίημα είναι ένας υπαρξιακός ύμνος. Έρχεται από τη φωνή δύο γυναικών που έχουν βιαστεί από τον σύγχρονο κόσμο. Ο ρομαντισμός πέθανε, ο έρωτας και η αγάπη, «οι άνθρωποι δεν κλαίνε πια» μας λέει ο Τερζόπουλος. Τα συναισθήματα βραχυκυκλώνουν, τα ένστικτα απενεργοποιούνται, οι φωνές νεκρώνουν. Ό, τι έχει ψυχή, ό,τι γίνεται δέσιμο, είναι προς αποφυγή, οδηγείται στην αυτόματη καταστροφή του. Ο ύμνος αυτός στον άνθρωπο μπορεί μόνο να έρθει από τη φωνή του σοκ. «Κι εγώ, κι εγώ, κι εγώ, πού είμαι, που είμαι, πού είμαι» – Σοκ όταν αντικρίζεις τα συντρίμμια αυτού του κόσμου, ενός κόσμου που έχυσες αγάπη και σου επιστρέφει το κενό. Το μίσος, τον πόλεμο, τη βία, τον πόνο κι εσύ μέσα σε αυτό τον ατέρμονο φόβο που φέρνει ένας βιασμός ψυχής και σώματος, πρέπει να συνεχίσεις να ζεις. Να ξεσπάς τη φωνή σου και να ζητάς τη δικαίωσή σου. Την ελευθερία σου. Από αυτόν τον κόσμο που σε βιάζει και μετά σπέρνει τα συντρίμμια του στο επόμενο θύμα. Έτσι μόνο μπορεί να ερμηνευτεί αυτό το ποίημα. Είναι ένα ηχηρό σοκ μετά από ένα βιασμό που έρχεται κάθε μέρα και δεν τελειώνει ποτέ. Μεγαλώνει και η φωνή σου ζητάει όλο και πιο πολύ να σπάσει, να εκραγεί, να ακουστεί ή και όχι, να ρίξει τα χάρτινα τοιχώματα αυτού του βιασμένου και βίαιου κόσμου.
Το ποίημα του Σινόπουλου αντιστέκεται στη λήθη των φασιστικών θηριωδιών. Πώς βλέπετε τη σχέση της τέχνης με τα σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα;
Κ.Μ: Η τέχνη είναι υπενθύμιση. Δεν χρειάζεται πάντα να μιλά ευθέως πολιτικά για να είναι πολιτική. Υπάρχουν έργα που δεν διατυπώνουν κανένα σύνθημα, κι όμως είναι βαθιά πολιτικά. Πρόσφατα είδα το “NÔT” της Freitas, μια παράσταση που μου έκοψε την ανάσα και που δεν ‘άρθρωσε’ τίποτα πολιτικό, κι όμως η πολιτική της διάσταση ήταν παρούσα κάθε λεπτό. Η τέχνη, για μένα, γίνεται πολιτική όταν δεν επιτρέπει στη λήθη να γίνει κανονικότητα.
Λ.Μ: Το ποίημα αντιστέκεται στη λήθη του φασισμού και στη λήθη γενικότερα. Αυτό είναι ένα ζήτημα που απασχολεί ιδιαίτερα τον Τερζόπουλο και νομίζω είναι και ένας λόγος που το επέλεξε. Επειδή η λήθη δεν ήταν ποτέ πιο επίκαιρη απ’ ό,τι σήμερα. Ακριβώς πάνω σε αυτό αντιστέκεται ο Τερζόπουλος. Η μνήμη είναι η επανάσταση. Ζούμε σε έναν κόσμο λήθης. Η αγάπη είναι θαμμένη «κάτω από τη γη», όπως γράφει ο Σινόπουλος. Όταν ξυπνάει, δεν έρχεται παρά σαν ψευδαίσθηση, σα φάντασμα, σα μαύρη τρύπα απλώς για να ξεχαστεί και να επιστρέψει ο κόσμος στη ρουτίνα του μίσους, της βίας και του φασισμού. Η τέχνη, λέει ο Τερζόπουλος, είναι μόνο πολιτικό ζήτημα. Αν κάτι μπορεί να αλλάξει, αυτό θα έρθει με τη μνήμη. Ζούμε σε ένα ναρκοπέδιο μίσους και λήθης. Το έδαφος στο οποίο δεν έχει νάρκες, είσαι ασφαλής, αλλά αυτό κρατάει μόνο για λίγο, μέχρι να κάνεις ένα βήμα που θα ενεργοποιήσει τη νάρκη που θα σου συντρίψει ό,τι νόμιζες πως πίστευες. Εκεί, είσαι μόνος σε ένα ναρκοπέδιο φόβου και φασισμού. Μόνο η φωνή μας μπορεί να αντηχήσει. Εγώ στο ένα σημείο, η αδερφή μου στο άλλο. Της στέλνω τη φωνή μου να με ακούσει, μου τη στέλνει πίσω για να μου πει ότι ζει. Ζούμε ακινητοποιημένες μέχρι να εκτοξευτεί η νάρκη που θα καλύψει τα πάντα. Έχουμε μόνο τις φωνές μας που πάντα θα εναντιώνονται στη βία. Ποιος ξέρει; Μπορεί οι φωνές μας να απενεργοποιήσουν τις νάρκες. Σ’ αυτό ελπίζω. Πιστεύω στα θαύματα.
Ποιο κομμάτι του ποιήματος θεωρείτε ότι αντανακλάται άμεσα στο σήμερα;
Κ.Μ: Το βλέμμα του επιζώντα είναι απολύτως σύγχρονο και υπαρξιακό. «Κι εγώ, που είμαι; σε ποια χώρα, σε ποιά γη; κάτω από τη γη». Μιλάει για την αγωνία της ταυτότητας, τη φρίκη του πολέμου, την έπαρση του ανθρώπου, κάθε στίχος έχει βάρος.
Λ.Μ: Ο Σινόπουλος λέει μέσα στο έργο «Κι εγώ.. Πού είμαι; Σε ποια χώρα; Σε ποια γη; Κάτω από τη γη; Σε ποια βουνά που καίνε; Το μάτι ακοίμητο παραμονεύοντας μέσα απ’ τα ξερολίθαρα» (το ίδιο σημείο είναι το αγαπημένο μας). Ο σύγχρονος άνθρωπος σαν άγρυπνος στρατιώτης που του απαγορεύεται να αφεθεί, να ζήσει. Η πατρίδα του είναι κάτω από τη γη, θαμμένη κάτω από τα απομεινάρια μιας χαμένης ταυτότητας. Πού είναι ο άνθρωπος; Πού είναι η πατρίδα του; Ψάχνει τη φωνή του παγιδευμένος μέσα σε μια απίστευτη ανυπαρξία που τον εγκλωβίζει και τον εμποδίζει από το να σπάσει τα δεσμά του και να χαμηλώσει τις δαγκάνες του. Οι δαγκάνες που νομίζει ότι τον προστατεύουν γίνονται τα φονικά του όπλα. Ψάχνει τις απαντήσεις του μέσα από ένα βαθύ πηγάδι και το σκοινί για να βγει από εκεί γίνονται τα νύχια του, τα δόντια του. Ή στέκεται εκεί ακούνητος και στέλνει τον ήχο του από εκεί μέσα. «Κι εγώ.. Πού είμαι; Σε ποια χώρα; Ποια γη κάτω από τη γη;». Είναι μια έκκληση στον εαυτό, στον Άλλο, στον κόσμο. Ψάχνω να βρω πού είμαι μέσα από ένα βαθύ πηγάδι, ψάχνω τον άγριο ήχο μου και το στέλνω στην αδερφή μου και εκείνη με ακούει μέσα από το δικό της πηγάδι. Ακοίμητοι, ανελεύθεροι, θαμμένοι κάτω από μια πατρίδα που δεν έγινε ποτέ δική μας.
Ποιες φωνές και στίχοι σας φέρνουν μνήμες από το σπίτι σας;
Κ.Μ: Μεγαλώσαμε με Σαββόπουλο και Beatles, Σιδηρόπουλο και Rolling Stones, Prokofiev και Τρύπες.
Λ.Μ: «Πού είναι τα παιδιά μου; Ο πατέρας μου ο άσπρος κι ο πανύψηλος; Και η μάνα μου που είναι άσπρη και πανύψηλη». Λόγια που φαίνεται στην αρχή να ακούγονται είτε από μια μάνα που έχασε και ψάχνει τα παιδιά της στη Γάζα είτε από ένα μικρό παιδί που στα μάτια του οι γονείς του μοιάζουν ψηλοί γίγαντες, αμόλυντοι, καθαροί. Τα λόγια αυτά δε γίνεται να μην φέρνουν στο μυαλό μου τους δικούς μου ανθρώπους που είναι πάντοτε παρόντες για μας. Οι γονείς μου. Μόνιμοι συμπαραστάτες και στηρίγματα. Πάντα κρατάω το παιδί μέσα μου και πάντα θα τους βλέπω ως τους πιο όμορφους ανθρώπους που έχουν την ικανότητα να κατακτήσουν και να αλλάξουν τον κόσμο με τη δύναμη της αγάπης τους.
Ανήκετε στη νέα γενιά καλλιτεχνών, με τον δικό σας χαρακτήρα και αισθητική. Πώς και πότε ξεκινήσατε να ασχολείστε με το κλασικό ελληνικό τραγούδι;
Κ.Μ: Το τραγούδι για μένα είναι ένα, είτε είναι κλασσικό, είτε ποπ, είτε αγγλικά είτε ελληνικά, οπότε δεν μπορώ να πω πως τα διαχωρίζω. Όπως και η μουσική είναι μία, έτσι και η φωνή ως όργανο.
Λ.Μ: Η μουσική για μένα ήταν πάντα στοιχείο της ύπαρξής μου. Από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, γράφω. Για να γράφω καλύτερα, άρχισα να παίζω ζωντανά τους διαλόγους και εκεί άρχισα να μπαίνω στον κόσμο της φαντασίας μου που τον προτιμούσα από την πραγματικότητα. Μικρή, κρυφάκουγα την αδερφή μου που έκανε μαθήματα κλασικού τραγουδιού και θυμάμαι να βγάζω κορώνες κρυμμένη πίσω από τη συρταρωτή και να γελάνε μαζί με τη δασκάλα της. Καταλαβαίνω καλύτερα τον κόσμο μέσα από τον ρυθμό. Ο ρυθμός είναι το δυνατότερο στοιχείο της τέχνης και της ζωής. Όλα έχουν ρυθμό, όλα είναι παρτιτούρα, οι εκφράσεις, οι άναρθρες κραυγές, οι χειρονομίες, η κινητικότητα των βλεφάρων, το περπάτημα, η αναπνοή, η ζωή, ακόμα κι ο θάνατος. Έχει ένα βαθύ άγνωστο ρυθμό, που μπορούμε να τον κάνουμε δικό μας στην τέχνη.
Ποιο ήταν το τραγούδι που λατρεύατε από παιδιά, αλλά μεγαλώνοντας καταλάβατε πόση βαρύτητα είχαν οι στίχοι που τραγουδούσατε;
Κ.Μ: Για να μπω στο Μουσικό Γυμνάσιο τραγούδησα το «Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία…» του Μάνου Λοΐζου. Η μελωδία του έχει μια φαινομενική χαρούμενη φωτεινότητα. Κι όμως, από μικρή καταλάβαινα ότι μιλά για τη δικτατορία, για μια ιστορία που είχε απαγορευτεί να ειπωθεί. Είχα μάλιστα διαβάσει ότι από τις πρώτες παρουσιάσεις του τραγουδιού έγιναν σε μπουάτ στο Κολωνάκι, σε παρέα του Λοΐζου, με τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη. Άλλα κομμάτια που με άγγιζαν από μικρή ήταν το «Κάποτε θα’ρθουν να σου πουν» του Σιδηρόπουλου, αυτή η φράση “υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα” χαράχτηκε μέσα μου πριν ακόμη καταλάβω πλήρως το πολιτικό της βάρος. Νομίζω πως αυτά τα τραγούδια με διαμόρφωσαν ήσυχα.
Λ.Μ: Ένα τραγούδι που θυμάμαι από πάντα είναι το Περιβόλι του Διονύση Σαββόπουλου. Θυμάμαι τον μπαμπά μου να μου το τραγουδάει στην κιθάρα του, που μου φαίνεται ακόμα καλύτερο από κάθε εκτέλεση που το είχα ακούσει μεγαλώνοντας με τη βαθιά μοναδική φωνή του. Από πολύ μικρούλα που το άκουγα, του ζητούσα να μου το πει ξανά και όταν το ξαναέλεγε, του έλεγα πάλι! Μετά, έμαθε να το παίζει και η αδερφή μου και της έλεγα πάλι πάλι! Ως βαθιά ρομαντικός άνθρωπος όσο κι αν μεγαλώνω, ο ρομαντισμός είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι μου που επιλέγει ακόμα να μην πεθαίνει αλλά να κρατιέται ζωντανό στην τέχνη και στη φύση μου. Στην κορύφωση του κομματιού «Κοντά μου φωσφορίζοντας, σκύβεις και με φιλάς και τη νύχτα με σκεπάζεις ναι και με παρηγοράς», θυμάμαι να παραλύω και να ανυπομονώ γι’ αυτό το σημείο για να φανταστώ τις «ανθισμένες κερασιές» στο λουλουδάτο κήπο που περιγράφει ο Σαββόπουλος. «Κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ κάτι μαγικό, κάτι πλούσιο και παράξενο σαν τοπίο του βυθού». Αυτό το τραγούδι κάπως ξύπνησε μέσα μου το φαντασιακό μου κόσμο, την παρηγοριά μου, εκεί βρίσκω μαγεία και την ψάχνω παντού. «Τόσα χρόνια πάλευα μόνος στα τυφλά κι αρρώστησα και πέρασα πολλά». Μικρούλα φοβόμουν, έλεγα γιατί αρρώστησε; Γιατί πέρασε τόσα πολλά; Από πόνο; «Τώρα όμως πλάι σου και πάλι περπατώ μες στα χρώματα του κήπου σου και δίπλα στο νερό» . Όμως όταν έλεγε πως πλάι σου περπατώ στα χρώματα του κήπου σου… ανατρίχιαζα και φανταζόμουν τον κήπο μου μες στα άνθη μου και τον ήλιο. Έτσι φανταζόμουν.
Να υποθέσω πιστεύετε ακράδαντα στον πολυδιάστατο χαρακτήρα του καλλιτέχνη ;
Λ.Μ: Όταν η αδερφή μου γνώρισε τον Τερζόπουλο, του είπε «εγώ έρχομαι από έναν άλλο χώρο, της μουσικής». Εκεί την κοίταξε με ένα βλέμμα, που μου ήρθε κάπως αστείο, λιγάκι παιχνιδιάρικα και ταυτόχρονα με απόλυτη πεποίθηση και της είπε «Η τέχνη είναι μία». Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Η τέχνη δεν διαχωρίζεται. Μιλάμε συνεχώς για είδη μουσικής, χιπ χοπ, όπερα, πανκ ή ελαφρολαϊκό. Για είδη θεάτρου και σινεμά. «Αυτό είναι εμπορικό. Αυτό είναι σοβαρό. Αυτό είναι δήθεν». Κρίνουμε και διαχωρίζουμε. Και ξανακρίνουμε. Πιστεύω ότι η τέχνη είναι ένα πράγμα. Είναι η αντίληψη για τη ζωή, τον κόσμο. Είναι να θες να ζήσεις τα πάντα. Να γίνεις ένας λαϊκός τραγουδιστής στα μπουζούκια, μετά να γίνεις ένας κορυφαίος στον Χορό, μετά να μπορείς να φανταστείς να στέκεσαι στη Σκάλα του Μιλάνου ή σε ένα χιπ χοπ στάδιο και μετά να γίνεις ένας μουγκός αγγελιαφόρος. Οι διαχωρισμοί περιορίζουν, μικραίνουν, στενεύουν τα όρια. Και τα όρια είναι απέραντα και έρχονται από μέσα μας. Εμείς φανταζόμαστε ότι δεν μπορούμε να περάσουμε αυτά τα όρια. «Δεν μπορώ να κάνω λάθος. Δεν μπορώ να σηκωθώ. Δεν μπορώ να επαναστατήσω». Ο πολυδιάστατος καλλιτέχνης είναι πολυδιάστατος άνθρωπος. Δεν κρίνει, δεν νιώθει ότι ανήκει εδώ και όχι εκεί, καταλαβαίνει ότι η αλήθεια είναι παντού, έρχεται από παντού και από όλους. Η αλήθεια μας είναι μία. Είναι αυτή που κουβαλάει ο κάθε άνθρωπος. Αν εγκλωβιζόμασταν εξαιτίας ενός πολέμου σε ένα χώρο και έπρεπε να επιβιώσουμε, όλοι οι άνθρωποι θα γινόμασταν ένα. Εκεί δεν υπάρχει διαχωρισμός ούτε επίκριση. Δυστυχώς στην ανθρώπινη φύση, μόνο μέσα από τις καταστροφές, υπάρχει μια ελπίδα σύνδεσης. Στην τέχνη, μπορούμε να ενωθούμε χωρίς διαχωρισμούς, όρους και ταμπέλες. Η τέχνη είναι μία.
Κ.Μ: Τα είπε όλα η Λυγερή. (χαμογελάει με συγκίνηση).
Info:
Φωνές και Μνήμες: Μια μουσική ανθολογία με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Τάση Χριστογιαννόπουλο | 13 Μαρτίου 2026, 20:00 | Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
The post Η Καλλιόπη και η Λυγερή Μητροπούλου μιλούν για τη δική τους διαδρομή στην τέχνη λίγο πριν την παράσταση «Φωνές και Μνήμες» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
