Υστερα από χρόνια κυβερνητικών εξαγγελιών για ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας, για ψηφιακή μετάβαση και παραγωγική ανασυγκρότηση, η Ελλάδα -σύμφωνα με τον πρόσφατα δημοσιευμένο «Ευρωπαϊκό Πίνακα Αποτελεσμάτων Καινοτομίας 2026»- κατατάσσεται στην τελευταία θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ε.Ε. στην ψηφιοποίηση, στα δίκτυα υψηλών ταχυτήτων και στις εξαγωγές προϊόντων μέσης και υψηλής τεχνολογίας.
Παράλληλα, παρουσιάζει σοβαρή υστέρηση στη χρηματοδότηση νεοφυών επιχειρήσεων μέσω επενδυτικών κεφαλαίων, καθώς και στις δαπάνες για Ερευνα και Ανάπτυξη που πραγματοποιούνται στον επιχειρηματικό τομέα.
Ο Πίνακας αποτυπώνει μια Ελλάδα δύο ταχυτήτων. Από τη μία, η χώρα διαθέτει αξιόλογο επιστημονικό δυναμικό και καινοτόμες μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Από την άλλη, μια Ελλάδα που υστερεί δραματικά στις επενδύσεις, στην ψηφιοποίηση και, κυρίως, στη μετατροπή της επιστημονικής γνώσης σε τεχνολογικά προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Στα θετικά, λοιπόν, βρίσκεται το ανθρώπινο επιστημονικό δυναμικό που παράγει επιστημονικό έργο υψηλής ποιότητας και διεθνούς απήχησης. Η Ελλάδα κατατάσσεται όγδοη στην Ε.Ε. στον δείκτη νέων διδακτόρων, ενώ η επίδοσή της στις διεθνείς επιστημονικές συνδημοσιεύσεις φτάνει στο 95,1% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Στον δείκτη των δημοσιεύσεων που συγκαταλέγονται στο 10% των περισσότερο επιδραστικών παγκοσμίως υπερβαίνει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και κατατάσσεται στη 12η θέση.
Θετικό επίσης στοιχείο είναι ότι η Ελλάδα κατατάσσεται δεύτερη στην Ε.Ε. στον σύνθετο δείκτη «Καινοτόμες επιχειρήσεις», ο οποίος αποτυπώνει τις επιδόσεις των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην εισαγωγή καινοτόμων προϊόντων και επιχειρηματικών διαδικασιών. Ωστόσο, η έκθεση επισημαίνει ότι πρόκειται κυρίως για βελτιώσεις υφιστάμενων προϊόντων και διαδικασιών και λιγότερο για ριζικές καινοτομίες που δημιουργούν νέες αγορές.
Παρά ταύτα, η συνολική επίδοση του ελληνικού ερευνητικού συστήματος ως προς τη διεθνή ελκυστικότητά του αντιστοιχεί μόλις στο 72,8% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Κύρια αδυναμία αποτελεί η πολύ περιορισμένη προσέλκυση υποψήφιων διδακτόρων από το εξωτερικό, δείκτης στον οποίο η Ελλάδα κατατάσσεται τελευταία στην Ε.Ε. Στην τελευταία θέση βρίσκεται και ως προς τη συμμετοχή του πληθυσμού στη διά βίου μάθηση.
Στα πολύ αρνητικά συγκαταλέγεται η συνολική επίδοση της Ελλάδας στην καινοτομία, η οποία αντιστοιχεί μόλις στο 77,5% του μέσου όρου της Ε.Ε. και την κατατάσσει στην 20ή θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών, στην κατηγορία των «μέτριων καινοτόμων». Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στην ψηφιοποίηση, όπου η Ελλάδα κατατάσσεται τελευταία στην Ε.Ε., με επίδοση που αντιστοιχεί μόλις στο 59,8% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτό έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την κυβερνητική θριαμβολογία περί ψηφιακού μετασχηματισμού. Η πρόσβαση σε δίκτυα υψηλών ταχυτήτων, οι επενδύσεις στις τεχνολογίες πληροφορικής και η απασχόληση ειδικών στις Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών βρίσκονται επίσης κάτω από το 50% της ευρωπαϊκής επίδοσης. Ανησυχητική είναι και η υποχώρηση, από το 2019, της σχετικής επίδοσης του δείκτη που αφορά τον πληθυσμό με τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Σημαντική είναι και η υστέρηση της Ελλάδας στη χρηματοδότηση και την υποστήριξη της καινοτομίας. Η συνολική επίδοση της χώρας στη συγκεκριμένη κατηγορία φτάνει μόλις στο 66,3% του μέσου όρου της Ε.Ε., ενώ στις επενδύσεις επιχειρηματικών κεφαλαίων περιορίζεται στο 26,7% της αντίστοιχης ευρωπαϊκής επίδοσης. Οι δαπάνες για Ερευνα και Ανάπτυξη που πραγματοποιούνται στον επιχειρηματικό τομέα -στις οποίες περιλαμβάνονται και έργα με δημόσια ή ευρωπαϊκή συγχρηματοδότηση- αντιστοιχούν μόλις στο 0,85% του ελληνικού ΑΕΠ, έναντι 1,49% κατά μέσο όρο στην Ε.Ε. Η έκθεση επισημαίνει επίσης τον κατακερματισμό των χρηματοδοτικών πηγών και την απουσία μακροπρόθεσμης στρατηγικής για τη βιώσιμη χρηματοδότηση της Ερευνας και Καινοτομίας, μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η αδυναμία μετατροπής της επιστημονικής γνώσης σε τεχνολογικά προϊόντα και υπηρεσίες αποτυπώνεται στην επίδοση της Ελλάδας στον σύνθετο δείκτη διανοητικών περιουσιακών στοιχείων (intellectual assets), όπου βρίσκεται στο 54,9% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, και στις διεθνείς αιτήσεις διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, όπου βρίσκεται στο 49,1%. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η υστέρηση στις εξαγωγές προϊόντων μέσης και υψηλής τεχνολογίας, όπου η χώρα περιορίζεται στο 27,5% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, καθώς και στην παραγωγικότητα της εργασίας, που αντιστοιχεί μόλις στο 31,2% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Εν κατακλείδι, δεν λείπουν από την Ελλάδα ούτε οι ικανοί επιστήμονες ούτε οι ερευνητικές ομάδες και οι επιχειρήσεις με καινοτόμες ιδέες. Αυτό που λείπει είναι μια σταθερή πολιτική στήριξής τους, που θα μετατρέπει αυτές τις δυνατότητες σε νέα προϊόντα, καινοτόμες υπηρεσίες και ποιοτικές θέσεις εργασίας.
Η ΕΛΑΣ δεσμεύεται για μια συνεκτική πολιτική έρευνας και καινοτομίας, με σταθερή και προβλέψιμη χρηματοδότηση, σύγχρονες ψηφιακές και ερευνητικές υποδομές, αξιοκρατικές και ευέλικτες διαδικασίες και ουσιαστική σύνδεση των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων με την παραγωγή. Στόχος είναι, αφενός, η διάχυση της επιστημονικής γνώσης στην κοινωνία, ώστε να ενισχύονται ο επιστημονικός εγγραμματισμός, η κουλτούρα του ορθού λόγου και η πνευματική και πολιτισμική καλλιέργεια και, αφετέρου, η αξιοποίησή της για την ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών και για τον σχεδιασμό αποτελεσματικότερων δημόσιων πολιτικών.
*Καθηγητής, Τμήμα Φυσικής ΑΠΘ, τέως πρόεδρος Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, μέλος Πολιτικής Επιτροπής και τομεάρχης Κλιματικής Κρίσης & Πολιτικής Προστασίας της ΕΛΑΣ
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
