Στη Φωτισμένη Καντίνα ο Αχιλλέας Ραζής συγκεντρώνει σε έναν τόμο κείμενα που έγραψε από το 2008 έως το 2025, αποδίδοντας με τη διορατικότητα του συγγραφέα και το ένστικτο του εικαστικού αυτό που μπορεί να συνδέει ένα αντικείμενο, έναν τόπο ή μια εικόνα από το παρελθόν με την προσωπική εμπειρία. Ανατρέχοντας στον χρόνο και διαμένοντας ως εκπαιδευτικός σε διάφορες πόλεις ανά την ελληνική επικράτεια (Αθήνα, Αλεξανδρούπολη, Κοζάνη, Χαλκίδα και πάλι Αθήνα) θυμάται, σκέφτεται, καταγράφει και τελικά μετατρέπει το εφήμερο σε αφήγηση. Δεν χρειάζεται ένα μεγάλο γεγονός για να ξεκινήσει μια ιστορία. Η ματιά του έχει την παρατηρητικότητα του περιπλανώμενου και την ευαισθησία του καλλιτέχνη που ψάχνει την ουσία στη λεπτομέρεια, αναγνωρίζοντας ότι πίσω από αυτήν κρύβονται πολύ περισσότερα.
Γράφει για όσα συναντά και βιώνει γύρω του. Στις καταγραφές του, άλλοτε συμβαίνει να σχολιάζει κάποιον γνωστό καλλιτέχνη, συνήθως μουσικό, άλλοτε κάποια κινηματογραφική ταινία που έχει κινήσει το ενδιαφέρον του («Καουρισμάκι», «Ενας όχι τυχαίος καθαριστής δημόσιων τουαλετών») κι άλλοτε επικεντρώνεται σε προσωπικά βιώματα και εντυπώσεις από την καθημερινότητα. Στο βιβλίο του, οι σχετικά σύντομες, αυτόνομες αφηγήσεις σταδιακά αποκτούν κοινή φωνή και είναι αυτό ακριβώς το στοιχείο που του προσδίδει τον χαρακτήρα ενός έργου που ξεπερνά κατά πολύ το σχήμα μιας απλής συλλογής βιωμάτων, εμπειριών, εικόνων και ανθρώπων. Είτε πρόκειται για μια ολοκληρωμένη εξιστόρηση είτε για ένα «ασήμαντο» στιγμιότυπο, το ενδιαφέρον έγκειται στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο όλο αυτό εισπράττεται από τον ίδιο∙ πώς εκείνος το αντιλαμβάνεται, το αναλύει και το συνθέτει, το προσδιορίζει και το επαναπροσδιορίζει κάτω από το πρίσμα του χρόνου. Ακόμη και στα κείμενα που φέρουν έντονο το αυτοβιογραφικό στοιχείο και αφορούν παλιούς μαθητές του ή πρόσωπα της οικογένειάς του («Σουφλί», «Καμένα Βούρλα», «Γιώργος», «Στάσου πλάι μου», «Το πορτρέτο του παππού» κ.ά.) αναγνωρίζει τη συγκίνηση που προκαλεί η μνήμη τους αλλά δεν εγκλωβίζεται στην αφέλεια της νοσταλγίας.
Το παρελθόν υπάρχει εδώ έντονα, αλλά ταυτόχρονα συνομιλεί διαρκώς με το παρόν. Τα κείμενα για τους Μπιτλς, Ντέιβιντ Μπερν, Νικ Κέιβ, Ελβις Πρίσλεϊ, Διονύση Σαββόπουλο, Ακη Πάνου, Στέλιο Καζαντζίδη, Σωκράτη Μάλαμα, Μουσικές Ταξιαρχίες κ.ά. αποκτούν τη δική του σφραγίδα μέσ’ από τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις εύστοχες παρατηρήσεις του. Ενώ είναι λεπτομερή, δεν περιορίζονται στην πληροφορία και σε γνωστές πολιτισμικές αναφορές και δεν απευθύνονται αποκλειστικά στους μυημένους. Αντιμετωπίζουν τους πρωταγωνιστές τους τόσο ως κώδικες επικοινωνίας του γράφοντος με την εποχή του (όπως π.χ. στο τόσο αυθεντικό: «Το χαμόγελο της Μαζόχα») όσο και διαχρονικά, ως σημείο σύνδεσης και, ταυτόχρονα, σημάδι διαφοροποίησης ανάμεσα σε διαφορετικά είδη τέχνης και διαφορετικές γενιές. Το εξώφυλλο ενός δίσκου μπορεί να οδηγήσει σε εκπλήξεις («Δεκαεφτά εξώφυλλα δίσκων»), μια συναυλία να γίνει αφορμή για ένα σχόλιο πάνω στην κοινωνική πραγματικότητα και ένα παλιό επεισόδιο να ανοίξει έναν νέο διάλογο με το σήμερα, συνδέοντας διαφορετικούς ανθρώπους και χώρους. Η φωτισμένη καντίνα γίνεται έτσι σημείο αναφοράς μιας προσωπικής και συλλογικής μνήμης∙ ένας μικρός φωτεινός τόπος μέσα σε έναν αχανή, αδιάφορο κόσμο.
Ο Ραζής, μακριά από κάποιο αποστειρωμένο περιβάλλον, κυκλοφορεί στους δρόμους και συνδιαλέγεται διαρκώς με το απτό, το καθημερινό και το ελάχιστο, αποφεύγοντας τον σκόπελο να παραδώσει στον αναγνώστη του ένα βιβλίο με απρόσωπο, αμιγώς δοκιμιακό ή «μουσειακό» χαρακτήρα. Τα σκίτσα και οι φωτογραφίες από το προσωπικό αρχείο του συμπληρώνουν τη γραφή του και επιβεβαιώνουν ότι πρόκειται για έναν καλλιτέχνη που αντιλαμβάνεται τον κόσμο ευρύτερα∙ όχι μόνο μέσα από τις λέξεις αλλά και μέσα από τις εικόνες – και αντίστροφα.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
