Με το τρίτο μέρος της «τριλογίας των κολυμπητών», ο Άρης Μαραγκόπουλος μετατοπίζει το βάρος από την καταγραφή της κρίσης στην υπαρξιακή και πολιτισμική της αποτίμηση. Αν τα δύο προηγούμενα μυθιστορήματα της τριλογίας [Φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ, 2020) και Ω! Τι υπέροχη εκδρομή!, 2023)] συνιστούσαν αφηγηματικές τομές στο σώμα της μεταπολιτευτικής εμπειρίας, η Απάρνηση προχωρεί σε έναν ύστατο απολογισμό, όχι μόνο για το τι μας συνέβη, αλλά και για το τι αποποιηθήκαμε, διαστρεβλώσαμε, μαγαρίσαμε, ώστε να μας συμβεί.
Ο Μαραγκόπουλος γράφει λογοτεχνία του παρόντος, με επίγνωση του θεωρητικού και ηθικού διακυβεύματος που αυτό συνεπάγεται. Σε αντίθεση με την παραδοσιακή πολιτική μυθοπλασία, η οποία συχνά οικοδομείται γύρω από κορυφώσεις σύγκρουσης ή «εμβληματικές» στιγμές αφύπνισης, το βιβλίο του προτιμά να ρίχνει το βάρος του στην καθημερινή φθορά. Οι χαρακτήρες του (ανάμεσά τους, τέσσερις Ελληνες και τέσσερις Νορβηγοί, ένας µανάβης λαϊκής αγοράς, ένας συνταξιούχος δάσκαλος, ένας μετανάστης, ένας διανοούμενος αρχιτέκτονας και πολλοί ακόμα), ριγμένοι σ’ ένα σύμπαν που πνίγεται, εκκενώνεται, εκποιείται, βουλιάζουν αργά μέσα σε ενοχές, προσωπικές ήττες, καταθλίψεις και μικροβολέματα. Η διάβρωση που υφίστανται διαιωνίζει το ασύμμετρο της απώλειας: εμείς ζούμε, ενώ αλλού η ζωή ακυρώνεται.
Η Απάρνηση περισσότερο από πολιτικό μυθιστόρημα είναι ένα στοίχημα για το πώς επίκαιρα πολιτικά θέματα -πόλεμος, προσφυγιά, κοινωνική αποσύνθεση, εξάντληση της Αριστεράς– γίνονται μέρος μιας λογοτεχνικά επεξεργασμένης, πολύπλευρης και αμερόληπτης εξιστόρησης. Εδώ, χάρη σε έναν σύνθετο χειρισμό της γλώσσας και μια εξίσου σύνθετη, υβριδική δομή, τόσο τα περιγραφικά όσο και τα διαλογικά μέρη αποδίδουν στιγμιότυπα ενός κόσμου που δεν προλαβαίνει να κατανοήσει τον εαυτό του. Οι εναλλαγές ύφους, οι αναφορές σε κρίσιμα πολιτικά και ιστορικά γεγονότα, οι διακειμενικότητες και οι προμετωπίδες -όχι μόνο στην αρχή της κάθε ενότητας αλλά και σε κάθε κεφάλαιο- παγώνουν την κίνηση και προβάλλουν την αμφιθυμία, για να αποκαλύψουν διαχρονικά την παράλογη βία του.
Άρης Μαραγκόπουλος, Απάρνηση | Σελ. 376 | Τόπος, 2025
Στο βιβλίο του, αναδεικνύει, μεταξύ άλλων, τη χαμένη χειρωνακτική γνώση, επισημαίνοντας ότι η εγκατάλειψη της συλλογικότητας, της φύσης, της ιστορικής μνήμης, είτε σβήνουν αθόρυβα είτε επαναφέρονται διαστρεβλωμένα, ως «μοντερνιά». Ομνύει στα παλιά επαγγέλματα υπογραμμίζοντας ότι η εργασία όταν αποσπάται από το σώμα και την κοινότητα μετατρέπεται σε εμπόρευμα χωρίς μνήμη, και τα άτομα σε πλήθος καταναλωτών χωρίς κρίση. Κάθε τεχνίτης που χάνεται αφαιρεί από την κοινωνία μια μορφή αυτογνωσίας. Όμως, δεν καταφεύγει στη νοσταλγία. Η κοινοβιακή ζωή, πέρα από το ουτοπικό στοιχείο, υφίσταται κυρίως ως χώρος αντίστασης, χωρίς σύνορα, ιδιοκτησίες, προκαθορισμένες ταυτότητες. Κομβικό ρόλο παίζουν και οι γυναίκες. Η εμπειρία, η αυθεντικότητα, η αντοχή και η πίστη τους είναι πολιτικά και υπαρξιακά σημαντικές.
Ο Μαραγκόπουλος παραδέχεται ότι η λογοτεχνία δεν μπορεί να σώσει τον άνθρωπο∙ καλείται, όμως, να μην τον απλουστεύει. Εκεί όπου οι πολίτες καταναλώνουν τη φρίκη και την ασυλλόγιστη επιτάχυνση, εκείνος ανακαλεί τους ήπιους ρυθμούς. Σε μια προσπάθεια σύζευξης μορφής και νοήματος επιλέγει τις ζωντανές παρεμβολές του ίδιου αλλά και ποικίλων προσώπων, ακόμη και νεκρών, τις λογοτεχνικές αναφορές και τις εμφατικές επαναλήψεις, παρακάμπτοντας έτσι, ή ελαχιστοποιώντας έστω, τον κίνδυνο της ρητορικής. Άλλωστε, το «fast forward» παρόν, όπως και ο ίδιος το θέτει, δεν επιτρέπει την κλασική αφηγηματική ανάπτυξη.
Στην Απάρνηση δεν επικεντρώνεται στο «πώς φτάσαμε ως εδώ». Επιλέγει το πιο ανησυχητικό ερώτημα «πώς ζούμε με αυτό που συμβαίνει μπροστά μας», υπενθυμίζοντας ότι η πληροφορία που δεν οδηγεί σε δράση υπάρχει κίνδυνος να μετατραπεί σε αδιαφορία και μια μορφή απόσυρσης, ακόμη πιο επικίνδυνη από την άγνοια.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
