Σε ένα δάσος, κυβερνούσε ένα παγώνι. Εκείνο εμφανιζόταν στις γιορτές, έκοβε κορδέλες, χαμογελούσε διαρκώς – ακόμα και στις κηδείες. Δεν ήταν ακριβώς παγώνι, καθώς δεν είχε ωραία πούπουλα ή χρώματα, γιατί ένας μακρινός πρόγονος τα είχε μπλέξει με μια νυφίτσα και πήγαινε σόι η κακομουτσουνάρα (και η κουτοπονηριά). Είχε κάνει ειδικά μαθήματα ώστε να βρυχάται σαν λιοντάρι, είχε μαθητεύσει πλάι στην πιο σοφή κουκουβάγια, αλλά τίποτε δεν είχε φτουρήσει τελικά. Πάντως αυτό διαφέντευε τον τόπο, ως ο Νόμιμος Δερβέναγας (Ν.Δ. τον φώναζαν). Γύρω του είχε αλεπούδες ως συμβούλους/υπουργούς. Μία ειδικά, ήταν η αγαπημένη του: φορούσε κοστούμι, είχε φουντωτή ουρά (έστω και με εμφύτευση), πολλαπλά πρόσωπα, και ώρες ώρες μιλούσε (λανθασμένα) μια πανάρχαια γλώσσα. Λέγαν πως ώρες ώρες ήταν πολύ χαρη-τωμένη. Θεοχαρη-τωμένη μάλιστα!
Η αλεπού αυτή, μαζί με τα υπόλοιπα αλεπουδέλια, κρατούσε τα κλειδιά της κεντρικής αποθήκης, για λογαριασμό του Ν.Δ. Σε αυτήν παρέδιδαν όλοι τη σοδειά τους, για να γίνουν δρόμοι, γέφυρες, σχολεία, νοσοκομεία. Από εκεί πληρωνόταν και ο Ν.Δ…
Καθημερινά τα σακιά στην αποθήκη τα κουβαλούσε ο γάιδαρος. Μια μέρα, διαμαρτυρήθηκε: «Κουβαλώ ξύλα απ’ το χάραμα, αλλά δεν φτάνει η πληρωμή μου. Εχουν ακριβύνει τα πάντα!». Η αλεπού χαμογέλασε: «Να πας σε αυτούς που εκπροσωπούν τους κακομοίρηδες. Εμείς εκπροσωπούμε τους νοικοκύρηδες». Ο γάιδαρος κοίταξε τα σακιά στην πλάτη του: «Εγώ δουλεύω, πληρώνω και κρατάω το σπίτι μου. Τι μου λείπει για να είμαι νοικοκύρης;». «Να μη διαμαρτύρεσαι», απάντησε η αλεπού.
Την επόμενη μέρα, ο γάιδαρος εξήγησε ότι χρειαζόταν περιποίηση για τα πληγιασμένα πόδια του. «Δεν λυγάνε τα ξεράδια και πονάνε τα ρημάδια!». «Να πάρεις αμάξι» είπε η αλεπού. «Μα, δεν έχω για βενζίνη». «Ολοι έχουν. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι!» είπε η αλεπού, μπαίνοντας στο κάρο που πλήρωνε η κοινή αποθήκη.
Λίγο αργότερα, ο γάιδαρος παρατήρησε ότι η γέφυρα του κεντρικού δρόμου είχε σαπισμένα δοκάρια. Προειδοποίησε την αλεπού. Εκείνη θύμωσε. «Ντροπή να αμφισβητείς την ασφάλεια της γέφυρας!». Η γέφυρα τελικά έπεσε. Τα ζώα που περίμεναν τους δικούς τους στην άλλη όχθη έμειναν να περιμένουν. «Να γίνει έρευνα!» φώναξαν. «Θα μπαζώσουμε το σημείο, ώστε να το ξεχάσετε και να μη στενοχωριέστε. Είδατε πόσο σας αγαπάει ο βασιλιάς;». Τα ζώα αγανάκτησαν, άρχισαν να τσακώνονται μεταξύ τους, κάποιο νόμισε πως μπορεί να γίνει βασίλισσα, αλλά όλα συνέχισαν να περιμένουν. «Μα τι θέλουν πια;» ρώτησε το παγώνι. «Μη νοιάζεσαι, βασιλιά μου. Εσύ δεν ήξερες. Δεν έφταιγες» του απάντησε η αλεπού. «Κάτι να κάνουμε όμως. Δεν θέλω να με στραβοκοιτάνε» είπε το παγώνι, που είχε παιδικά τραύματα απ’ τη μάνα του. «Ερχονται σακιά απ’ τα γειτονικά βασίλεια. Θα τα μοιράσουμε και θα σ’ αγαπήσουν πάλι» είπε η αλεπού.
Ηρθαν τα σακιά. Μα μοιράστηκαν περίεργα. Σε ζώα που δεν έπρεπε. Που λέγαν ψέματα. Που επικαλούνταν το δικαίωμα στη σιωπή και στη λωποδυτιά. «Πρέπει να ελεγχθούν οι κατάλογοι», φώναξε μια μέρα ο γάιδαρος. «Πεινάμε. Ποιος πήρε όλα τα σακιά;». «Αυτά είναι παλιές παθογένειες» είπε η αλεπού, κλειδώνοντας την πόρτα της αποθήκης.
Το ίδιο βράδυ, το ξεπουπουλιασμένο παγώνι έβγαλε λόγο για την ευημερία του τόπου. Η αλεπού στεκόταν δίπλα του, μπροστά σ’ ένα τραπέζι γεμάτο φαγητά. Ο γάιδαρος περίμενε να τελειώσουν και είπε: «Ζητάω έλεγχο. Δημοκρατία. Δικαιοσύνη».
Η αλεπού έγνεψε στο παγώνι. Το πρωί απέλυσαν τον γάιδαρο. Οι υπόλοιποι κουβαλούσαν τα σακιά χωρίς να τον κοιτάζουν. Στο παλάτι έφαγαν κανονικά.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
