Η πρόσφατη σειρά των εκδόσεων Brainfood αφιερωμένη στις «μεγάλες γυναίκες της ελληνικής μυθολογίας», γραμμένη στην αγγλική γλώσσα από τους συγγραφείς Mike French και Vittorio Mattioli, εμφανίζεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι μύθοι επανεξετάζονται όχι ως αθώες αφηγήσεις, αλλά ως πεδία πολιτισμικής, πολιτικής και ιδεολογικής σύγκρουσης. Και το ενδιαφέρον της σειράς βρίσκεται κυρίως στο ότι μετατοπίζει το βλέμμα από τους ήρωες στις ηρωίδες, που η παράδοση συχνά άφησε στη σκιά, επαναφέροντας ένα κρίσιμο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν άνδρες συγγραφείς μιλούν για γυναίκες;
Για αιώνες σχεδόν όλες οι αφηγήσεις για τις μυθικές γυναίκες γράφτηκαν από άνδρες, γεγονός εγγενώς προβληματικό. Δεν υποστηρίζω ότι οι άνδρες αδυνατούν εκ φύσεως να γράψουν για γυναίκες· υποστηρίζω όμως ότι πρέπει να αναρωτηθούμε ποια γυναικεία εμπειρία φαντάζονται, ποια μορφή θηλυκότητας θεωρούν αποδεκτή και ποιες γυναίκες παρουσιάζουν ως απειλές. Και παραμένει εδώ και δεκαετίες ένα σοβαρό ζήτημα: όταν οι γυναίκες παρουσιάζονται μέσα από ανδρική γραφή, τι ακριβώς αντιλαμβανόμαστε; Τη γυναικεία εμπειρία ή τη φαντασίωση του άνδρα για τη γυναικεία εμπειρία;
Η σχετική έρευνα έχει αποδείξει ότι στο συγκεκριμένο πατριαρχικό πλαίσιο οι γυναίκες εμφανίζονταν συχνά όχι όπως ήταν, αλλά όπως θεωρούνταν ότι έπρεπε να είναι: πιστές, αγνές, υπομονετικές ή, στον αντίποδα, επικίνδυνες, παραπλανητικές, καταστροφικές. Δηλαδή οι γυναίκες παρουσιάζονται όχι ως βιωμένες εμπειρίες, αλλά ως αφηγηματικές κατασκευές: ως αυτό που οι άνδρες φαντάζονται ότι είναι οι γυναίκες ή –ακόμα πιο σημαντικό– ως αυτό που θεωρούν ότι θα έπρεπε να είναι οι γυναίκες. Ετσι, οι μυθικές γυναίκες διαμορφώνονται και κινούνται διαχρονικά στο πλαίσιο της ανδρικής αφήγησης σε διπολικά σχήματα: η πιστή και η προδότρια, η μητέρα και το τέρας, η υπάκουη και η επικίνδυνη κ.ά.
Δεν θεωρώ ότι οι French και Mattioli ξεφεύγουν πλήρως από τη συγκεκριμένη παράδοση. Ομως φαίνεται να την αναγνωρίζουν και να επιχειρούν να τη μετατοπίσουν. Οι επιλογές των ηρωίδων, οι μορφές θηλυκότητας που προβάλλονται και εκείνες που απουσιάζουν, αξίζουν προσεκτική εξέταση. Το εγχείρημα έχει μια σημαντική παράμετρο: μας θυμίζει ότι οι μύθοι δεν αποτελούν απλά «αιώνιες ιστορίες». Είναι πεδία σύγκρουσης γύρω από την εξουσία, το φύλο, τη συγγένεια, τη δικαιοσύνη και τον έλεγχο του σώματος. Η επιλογή τους να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους από τους ήρωες στις γυναίκες της μυθολογίας δείχνει διάθεση αναθεώρησης της παραδοσιακής αφήγησης και προσπάθεια να ακουστεί η «σιωπηλή» πλευρά των αρχαίων μύθων. Η Αντιγόνη, η Πηνελόπη, η Αλκηστη, η Φαίδρα, η Ελένη, οι Βάκχες παρουσιάζονται όχι πλέον ως δευτερεύουσες μορφές γύρω από τους μεγάλους άνδρες της επικής και τραγικής παράδοσης, αλλά ως πρωταγωνίστριες με εσωτερικότητα, συναισθήματα και δική τους οπτική.
Ωστόσο, επιμένω πως το ότι γυναίκες τοποθετούνται στο κέντρο της ανδρικής αφήγησης δεν σημαίνει ότι η αφήγηση παύει να είναι πατριαρχική. Ο χαρακτήρας της αποκαλύπτει από ποια ιδεολογική θέση μιλά ο αφηγητής, ποια μορφή θηλυκής εμπειρίας αναγνωρίζει ως αποδεκτή και ποιες γυναικείες συμπεριφορές νομιμοποιεί ή απορρίπτει. Γι’ αυτό και η επιφύλαξη απέναντι στους δύο συγγραφείς δεν είναι ούτε υπερβολική ούτε άδικη. Αποτελεί εύλογη αφετηρία μιας σοβαρής φεμινιστικής ανάγνωσης.
Μια ανοιχτή σύγκρουση
Το επόμενο ερώτημα είναι εξίσου κρίσιμο: Μπορούμε να δούμε αυτές τις μυθικές γυναίκες ως αντανάκλαση της πραγματικής θέσης των γυναικών στην αρχαία Ελλάδα; Η απάντηση είναι όχι. Για παράδειγμα, οι γυναίκες της κλασικής Αθήνας ζούσαν σε μεγάλο βαθμό αποκλεισμένες από τον δημόσιο χώρο, χωρίς πολιτικά δικαιώματα, με περιορισμένη αυτονομία. Αντίθετα, οι μυθικές ηρωίδες κινούνται με τρόπους που υπερβαίνουν αυτά τα όρια: μιλούν δημόσια, αντιστέκονται, σκοτώνουν, διεκδικούν. Οι μύθοι δεν μας δείχνουν πώς ήταν οι γυναίκες, αλλά πώς μια κοινωνία φαντάζεται τη γυναικεία δύναμη: ως κάτι που πρέπει να ελεγχθεί, να περιοριστεί, να τιμωρηθεί. Και ίσως αυτός είναι ο λόγος που μυθικές γυναίκες όπως η Μήδεια και η Κλυταιμνήστρα εξακολουθούν να μας συναρπάζουν. Γιατί θυμίζουν πόσο βαθιά πολιτικές παραμένουν οι ιστορίες που λέμε για τις γυναίκες και πόσο ανοιχτή παραμένει η σύγκρουση για το ποιος ή ποια έχει το δικαίωμα να τις αφηγείται.
Βάκχες
Οι Βάκχες του Ευριπίδη αποτελούν ίσως το πιο δύσκολο και πολιτικά εκρηκτικό σημείο της σειράς. Οι γυναίκες εγκαταλείπουν τον οίκο και βγαίνουν στο βουνό. Αρνούνται την πειθαρχία της πόλης. Αποδεσμεύουν το σώμα τους. Συγκροτούν γυναικεία συλλογικότητα έξω από την ανδρική εξουσία. Η παραδοσιακή πατριαρχική ανάγνωση είδε στις Βάκχες μια εικόνα γυναικείας υστερίας και καταστροφικής παραφοράς. Αντίθετα, πολλές φεμινιστικές προσεγγίσεις διέκριναν εξέγερση των θηλυκών σωμάτων, απελευθέρωση της επιθυμίας, συλλογική γυναικεία δύναμη, ρήξη με την πατριαρχική κοινωνία. Το θέμα είναι, λοιπόν, αν οι σύγχρονοι συγγραφείς προσεγγίζουν τις Βάκχες ως επικίνδυνη παραφροσύνη ή ως αποκάλυψη των ορίων και των φόβων της πατριαρχικής λογικής. Γιατί στις Βάκχες δεν απειλείται απλά ένας άνδρας ηγεμόνας. Απειλείται ολόκληρη η ανδρική ανάγκη για έλεγχο.
Ελένη
Από την άλλη, η Ελένη είναι ίσως η πιο διαστρεβλωμένη ηρωίδα της δυτικής παράδοσης. Υπήρξε διαχρονικά η γυναίκα που «προκάλεσε» έναν πόλεμο. Ωστόσο, ήδη ο Ευριπίδης στην «Ελένη» ανατρέπει αυτόν τον ισχυρισμό, αφού δεν πήγε ποτέ στην Τροία. Οι άνδρες πολέμησαν για ένα είδωλο. Το εύρημά του έχει τεράστια πολιτική και φεμινιστική σημασία. Η γυναίκα μετατρέπεται σε φαντασιακή επιφάνεια πάνω στην οποία οι άνδρες προβάλλουν επιθυμία, τιμή, εξουσία, ανταγωνισμό, πόλεμο. Και γι’ αυτό η σύγχρονη ανάγνωσή της έχει ιδιαίτερη σημασία: παρουσιάζεται ως υποκείμενο ή εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως σύμβολο πάνω στο οποίο οι άνδρες οργανώνουν τις δικές τους αφηγήσεις; Η μαύρη Ελένη της Οδύσσειας του Νόλαν λ.χ. εντάσσεται σ’ αυτό το πλαίσιο και νομιμοποιεί τις επιλογές του συγκεκριμένου δημιουργού, παρά τις κραυγαλέες αντιδράσεις του… Ιλον Μασκ περί φυλετικής καθαρότητας και προσβολής των Ελλήνων (…και προστάτεψέ μας θεά/θεέ μου από τους αυτόκλητους προστάτες μας…), ο οποίος είμαι βέβαιη πως δεν αμφιβάλλει καθόλου ότι η Ελένη υπήρξε η αιτία του Τρωικού Πολέμου.
Μήδεια
Η πιο αποκαλυπτική περίπτωση είναι η Μήδεια, η οποία στη συλλογική μνήμη έχει ταυτιστεί με την παιδοκτονία, αν και υπήρξαν πολλαπλές παραλλαγές του μύθου της· η εκδοχή της παιδοκτονίας είναι μόνο μία από αυτές. Το γεγονός ότι κυριάρχησε στη μεταγενέστερη παράδοση δεν είναι αθώο. Οι άνδρες συγγραφείς που διαμόρφωσαν τον κανόνα διέσωσαν κυρίως τη Μήδεια ως ακραία, απειλητική μορφή, ως το παράδειγμα της γυναίκας που ξεφεύγει από τα όρια που της επιβάλλει η κοινωνία. Η σειρά των French και Mattioli, πάντως, αν και δεν αποσιωπά την παιδοκτονία, προσπαθεί να τη διαβάσει μέσα σε ένα πλαίσιο προδοσίας, εξορίας και αποκλεισμού και, προφανώς, δεν την αθωώνει· την επαναφέρει όμως από τη σφαίρα του «τέρατος» στη σφαίρα του τραγικού ανθρώπου.
Ολοκληρώνοντας, θα έλεγα ότι η σειρά των French και Mattioli επαναφέρει τις ηρωίδες του δράματος στο κέντρο του ενδιαφέροντος, δίνοντάς τους ψυχολογικό βάθος, ενώ απομακρύνεται από τον ηρωοκεντρισμό. Ταυτόχρονα, όμως, μας καλεί –ίσως άθελά της– να σκεφτούμε και τα όρια κάθε επανεγγραφής: ποιες γυναίκες προβάλλονται, ποιες αποσιωπώνται, ποια γυναικεία δύναμη γίνεται αποδεκτή και ποια εξακολουθεί να θεωρείται επικίνδυνη.
*Ομότιμη καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αιγαίου
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
