Στη βαθιά θάλασσα του Κορινθιακού σκορπίστηκε από τον γιο του Χριστόφορο πριν από λίγες μέρες η σποδός του Περικλή Κοροβέση, από ένα καΐκι στο οποίο παρευρίσκονταν η σύντροφός του Μαρία και ελάχιστοι φίλοι. «Μικρή Μεσόγειο» αποκαλούν τον Κορινθιακό και έχουν δίκιο, όμως η τέφρα έφτασε και στη Μεσόγειο, αλλά και στον Εύξεινο Πόντο και στους ωκεανούς του πλανήτη· πώς να μη γινόταν κάτι τέτοιο έτσι που ήταν ο αποτεφρωθείς homo universalis; Γλυκύτατα λυπημένοι όλοι του καϊκιού, αμίλητοι, αλλά τόσο εύλωττη η συγκίνησή τους· ρουφούσαν την αλμύρα και την αύρα κι έτσι τα κύματα ηρεμούσαν, υπακούοντας, λες, στη μεγαλοσύνη της λιτής τελετής, υποδεχόμενα το σώμα και το πνεύμα ενός ανθρώπου που όριζε ως υπέρτατο αγαθό την αυτάρκεια, τη φιλία, τον έρωτα και την επανάσταση [ατομική και κοινωνική], γνήσιος, θαρρείς, απόγονος του εξ Ηλιδος Σοφιστή για τον οποίο ο Νίτσε είπε πως πορεύθηκε τον δύσκολο και επίπονο αγώνα προς την ελευθερία.
Η σποδός τρυφερά αγκάλιασε και θώπευσε τα πρόσωπα όλων ανοίγοντας θαλάσσιες, υπόγειες και υπέργειες, κελεύθους και προκαλώντας εσωτερικά φτερουγίσματα στο πνεύμα και στη φτωχή ύλη τους. Συντετριμμένοι οι επί δεκαετίες φίλοι του στην Ακράτα και την Αιγείρα, Τριαντάφυλλος και Αντώνης, μέρη στα οποία συχνά πυκνά ξεκουραζόταν από τη βουή της πόλης και της αδράνειας, γεμάτοι όμως από πεποίθηση και περηφάνια ότι ο Περικλής είναι πια μόνιμος κάτοικος της περιοχής, θα είναι σύντροφός τους καθημερινός πλέον στον λόγο τους και στις πράξεις τους.
Επακολούθησαν βέβαια σπονδές σε μία από τις αγαπημένες του ταβέρνες στην παραλία της Ακράτας, όχι ασφαλώς σαν θυσία προς τους θεούς [ποιους θεούς;] αλλά σαν ένα αποχαιρετιστήριο νεύμα, σαν ένα συνοδευτικό στους αέρηδες του κόσμου όπου σκορπίστηκε, σαν μια μυρωδιά που διαχέει η ένωση νεκρών και ζωντανών ή ζώντων και τεθνεώτων, όπως προτιμούσε να λέει έτερος πρόωρα χαμένος σπουδαίος φίλος του, ο Κωστής Παπαγιώργης. Αγαπούσε τους νεκρούς ο Περικλής, ειδικά όσους του άνοιξαν τα μάτια με τα βιβλία τους· συγγραφείς με τους οποίους «συνομιλούσε» καθημερινά, που τον οδηγούσαν σε όλα τα μήκα και πλάτη του κοσμου, σε όλα τα δυνατά και πιθανά πετάγματα του νου, σε εικόνες πρωτοφανέρωτες, σε ποίηση σχεδόν μαγική και ανεξερεύνητη, όπως πάντα βεβαίως,
Το αλκοόλ δεν ήταν πάθος του όπως μερικοί ανεγκέφαλοι βιάστηκαν επιπόλαια να τον κατηγορήσουν, ήταν απλά σύντροφός του στις γλυκές στιγμές με τους φίλους του αφού το μετουσίωνε, εύκολα και ανεπιτήδευτα, σε βαθιά πνευματική διεργασία και αναζήτηση του νοήματος στον πρόσκαιρο τούτο κόσμο. Δεν έχουν σημασία πια όλα αυτά, σημασία έχει ότι επιστρέφει στην αστρόσκονη, στην αιτία που υπάρχουμε, έγινε ο ίδιος αστρόσκονη και ίσως έτσι δικαιολογείται το σύμπαν, αυτό το άλυτο μυστήριο, στο οποίο ο Περικλής προσπάθησε να δώσει νόημα και λόγο ύπαρξης. Η αγωνιστική παρουσία του στη χώρα του και στον πλανήτη είναι γνωστή· σπάνια ένας άνθρωπος παρέμεινε συνεπής στις ιδέες του και στο φρόνημά του [στη φρόνησή του].
Επέβαινα στο καΐκι με το οποίο αρμενίσαμε στον Κορινθιακό. Δέχτηκα το αεράκι που φλόγισε η σποδός του. Ησαν ακόμη εκεί ο Νίκος, ο Εκδότης των Απάντων του, ο Φώτης, ο Μήτσος, η Φαίδρα, η Βασιλική, η Κυριακή και άλλοι φίλοι. Τον ευχαριστούμε που υπήρξε.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
