Ενώ ένας ακόμη πόλεμος μαίνεται στη Μέση Ανατολή (το επίθετο «πολύπαθη» είναι σαν να δημιουργήθηκε προκειμένου να την συνοδεύει και να την προσδιορίζει στο διηνεκές), «Η Τούρτα του Προέδρου» μας μεταφέρει στο Ιράκ του 1990, του έτους που έφερε την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ, των διεθνών κυρώσεων και του πρώτου πολέμου του Κόλπου, του πατέρα Μπους.
Μολονότι η ταινία δεν είναι από από το Ιράν αλλά από το Ιράκ, ανοίγω μια παρένθεση, την οποία όμως δεν θεωρώ άσχετη, γιατί το βομβαρδιζόμενο Ιράκ του χθες είναι το βομβαρδιζόμενο Ιράν του σήμερα και γιατί στα μάτια μεγάλου μέρους της Δύσης ό,τι δεν είναι Δύση είναι παιδί ενός κατώτερου Θεού, μπορεί να βομβαρδίζεται χωρίς να τρέχει και τίποτα και εννοείται πάντα για το καλό των καταπιεσμένων πληθυσμών του. Πέραν λοιπόν της πολύ σημαντικής αυτοτελούς αξίας του ιρανικού σινεμά, χωρίς την ύπαρξή του θα είχα μια εικόνα για την ιρανική κοινωνία μονοσήμαντη, παραμορφωτική και κίβδηλη, θα θεωρούσα ότι έχουμε να κάνουμε με μια χώρα Αγιατολάδων και μόνο. Και για να μην παρεξηγούμαστε, μιλάω για ένα σινεμά που τις περισσότερες φορές βάλει -είτε εμμέσως πλην σαφώς είτε και αμέσως- εναντίον του καθεστώτος, παρακάμπτοντας -συχνά και με κίνδυνο των ίδιων των δημιουργών- τα λογοκριτικά εμπόδια.
Πίσω στην «Τούρτα του Προέδρου» και στο Iράκ του 1990. Οι κυρώσεις και το εμπάργκο έχουν επιτείνει δραματικά την κατάσταση, νερό μοιράζεται σε δελτία, ενώ σε δελτία ειδήσεων ακούμε για πολυμελείς οικογένειες που πριν το κάθε μέλος τους μπορούσε να φάει ένα αυγό την ημέρα, ενώ τώρα υπάρχει μόνο ένα αυγό για όλη την οικογένεια. Αλλά η εννιάχρονη Λαμίχα και στις λιγότερο ζόρικες μέρες μάλλον μέσα στη μεγάλη φτώχεια βρισκόταν. Ζει με τη γιαγιά της, σε μια καλύβα στα έλη της Μεσοποταμίας. Για τους γονείς της δεν μαθαίνουμε τίποτα άλλο εκτός απ’ το ότι ο πατέρας της είναι νεκρός (ίσως λόγω του προηγηθέντος πολυετούς πολέμου Ιράν – Ιράκ, ποιος είπε ότι δεν πολεμούν και τα παιδιά των κατώτερων Θεών μεταξύ τους;).
Η ταινία μάς δίνει μια ιδέα για το με τι θα μπορούσε να παρομοιαστεί ένας δικτάτορας: με έναν αντίστροφο Άη Βασίλη. Δεν κάνει εκείνος δώρα στα παιδιά, είναι υποχρεωμένα να του κάνουν εκείνα. Ο Σαντάμ έχει καθιερώσει την ημέρα των γενεθλίων του ως μέρα σχεδόν εθνικής γιορτής και πάντως ως μια μέρα την οποία πρέπει να γιορτάζουν άπαντες. Στα σχολεία πρέπει να φτιάξουν τούρτες προς τιμήν του. Σε όλη τη διάρκεια της «Τούρτας του Προέδρου» θα δούμε πολλές δεκάδες πορτρέτα του Σαντάμ. Πορτρέτα κάθε τύπου που τον απεικονίζουν σε διάφορες ηλικίες και πόζες, πορτρέτα παντού. Η ταινία μας δίνει μια ιδέα για το τι είναι μια δικτατορία: ένα πολίτευμα με εντονότατη ναρκισσιστική διαταραχή. Είναι άραγε παρεμπίπτον ή συστατικό στοιχείο των απολυταρχικών καθεστώτων η γελοιότητα και το γκροτέσκο, σύμφυτα με μια προσωπολατρία, που αποκτά σχεδόν μεταφυσικά χαρακτηριστικά;
Προς μεγάλη της ατυχία, η Λαμίχα κληρώνεται στο σχολείο να ετοιμάσει εκείνη μέχρι τη Δευτέρα την τούρτα γενεθλίων του Προέδρου. Είναι υποχρεωμένη να βρει υλικά που εκεί που ζουν δεν υπάρχουν καν, ενώ στην πόλη που υπάρχουν είναι πολύ μακριά από τις οικονομικές δυνατότητες της γιαγιάς της. Να μην την ετοιμάσει δεν γίνεται, ο δάσκαλος της στο σχολείο όχι μόνο δεν κρύβει αλλά με περηφάνια διακηρύσσει ότι καταδίδει μαθητές και τις οικογένειές τους, αν θεωρήσει ότι δεν σέβονται το καθεστώς.
Η Λαμίχα λοιπόν θα βρεθεί στην πόλη και θα πρέπει να αγοράσει ζάχαρη, μπέικιν πάουντερ, αλεύρι, αυγά. Oι ταινίες με παιδιά που περιφέρονται μόνα τους σε πόλεις και δρόμους έχουν πάντα μια σχεδόν αλλόκοτη κινηματογραφική γοητεία, ίσως γιατί μας παρουσιάζουν κάτι ανοίκειο. Οι πόλεις ανήκουν στους μεγάλους, παιδιά που κυκλοφορούν μόνα τους εκεί, χωρίς ένα ενήλικο χέρι να τα κρατάει ή χωρίς ένα ζευγάρι ενήλικα μάτια να τα κοιτάει, μπαίνουν σε έναν κόσμο όπου όλα είναι σε ένα μέγεθος που τα ξεπερνά. Οι πόλεις είναι σαν μεγάλα λούνα παρκ γεμάτα προφανώς παγίδες. Έλλειψη επίβλεψης, κίνδυνοι και ελευθερία, ελευθερία και κίνδυνοι. Συνήθως κάτι έχει πάει λάθος ή έχει εξωκείλει και λοξοδρομήσει προκειμένου να βρεθούν παιδιά σε αυτή τη θέση. Κι εδώ κάτι θα εξωκείλει και η Λαμίχα θα βρεθεί χωρίς τη γιαγιά της να περιφέρεται στην πόλη αναζητώντας τα υλικά της τούρτας. Την παραδοξότητα της κατάστασής της επιτείνει το γεγονός ότι κουβαλά διαρκώς μαζί της τον κόκορά της (κι αν συνδυαστεί ο κόκορας, με μερικές σκηνές σε βάρκες και φωτιές στο νερό, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι η επίδραση από τον «Καιρό των Τσιγγάνων» είναι έντονη).
Ο Χασάν Χάντι έχει μια πολύ δυνατή κεντρική ιδέα, με πολύ πλούσιες μεταφορικές διαστάσεις, αλλά προς τιμήν του δεν επαναπαύεται σε αυτή, δεν προσπαθεί να κλέψει πατώντας μόνο πάνω της, γεμίζει την ιστορία του με αρκετά επεισόδια, με αποτέλεσμα να ανταμειφθεί με την Χρυσή Κάμερα στις Κάννες, με βραβείο κοινού στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών στο ίδιο φεστιβάλ, αλλά και στις Νύχτες Πρεμιέρας, γεγονός που δείχνει ότι είναι μια ταινία που μπορεί να κάνει το γκελ της και σε εμάς.
Φτάνοντας στο φινάλε της ταινίας (αναφέρομαι σε αυτό που είναι αμέσως πριν τα πλάνα αρχείου), ΟΚ, είναι από μόνο του έντονο και θα ήταν επιδραστικό σε κάθε περίπτωση. Ειδικά τώρα όμως, είναι τέτοια η επικαιρότητα τις μέρες που ξεκίνησε να προβάλλεται στις αίθουσες, που του δίνει μια προστιθέμενη αξία που σε κλονίζει πολύ περισσότερο. Σαν μια προφητεία από το παρελθόν ή σαν τη διαρκή επικαιρότητα της Μέσης Ανατολής, «Η Τούρτα του Προέδρου» συμπυκνώνει στο τέλος της την κατάσταση στην οποία μπορεί να βρίσκονται παιδιά που γεννήθηκαν σε λάθος τόπο από λάθος Θεό.
The post «Η Τούρτα του Προέδρου» του Χασάν Χάντι: Ο αντίστροφος Άη Βασίλης appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
