Στο επίκεντρο της συζήτησης για την πορεία της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται η διεύρυνση της απόστασης ανάμεσα στα εισοδήματα από εργασία και στα κέρδη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται ο δημοσιογράφος Κώστας Καλλίτσης, το 2019, όταν ανέλαβε η σημερινή κυβέρνηση, τα κέρδη υπερείχαν του εισοδήματος από την εργασία στο ΑΕΠ κατά 21,3 δισ. ευρώ. Πέντε χρόνια αργότερα, το 2024, η διαφορά είχε αυξηθεί στα 36,1 δισ. ευρώ, γεγονός που αντιστοιχεί σε διεύρυνση της ψαλίδας κατά περίπου 70%.
Στην ανάλυση που αναπαράγει το K-report από την «Καθημερινή», επισημαίνεται ότι ένα σημαντικό μέρος του οικονομικού μοντέλου της χώρας εξακολουθεί να στηρίζεται στο χαμηλό κόστος της εργασίας. Τα επίσημα δεδομένα, όπως αναφέρεται, δείχνουν ότι περίπου δύο στους τρεις μισθωτούς, δηλαδή σχεδόν 1,5 εκατομμύριο εργαζόμενοι, λαμβάνουν καθαρό μισθό χαμηλότερο από 956 ευρώ.
Η συγκεκριμένη εικόνα συνδέεται, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, με τον τρόπο με τον οποίο έχει διαμορφωθεί η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια. Η χαμηλά αμειβόμενη εργασία αντιμετωπίζεται ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ενώ οι επενδύσεις σε δραστηριότητες υψηλής τεχνολογίας και σύγχρονο παραγωγικό εξοπλισμό δεν αποτελούν στον ίδιο βαθμό βασικό μοχλό της οικονομικής μεγέθυνσης.
Αντίθετα, σημαντικό μέρος των επενδύσεων κατευθύνεται σε τομείς όπως ο τουρισμός, η εστίαση, τα ακίνητα και, σε μικρότερο βαθμό, ο πρωτογενής τομέας. Η συγκεκριμένη κατεύθυνση αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι το χαμηλό κόστος εργασίας εξακολουθεί να θεωρείται στοιχείο που ενισχύει την ελκυστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πηγή πίεσης για τα εισοδήματα των εργαζομένων. Στην ανάλυση επισημαίνεται ότι η Ελλάδα καταγράφει υψηλές επιδόσεις στον πληθωρισμό σε σύγκριση με τις χώρες του ΟΟΣΑ, ενώ δεν έχουν προχωρήσει, στον βαθμό που θα μπορούσαν, παρεμβάσεις που θα αντιμετώπιζαν τις βαθύτερες αιτίες των αυξήσεων των τιμών.
Μεταξύ άλλων, ασκείται κριτική στον τρόπο με τον οποίο κατευθύνονται οι δημόσιοι πόροι, καθώς υποστηρίζεται ότι δεν δίνεται επαρκής προτεραιότητα στις παραγωγικές επενδύσεις. Παράλληλα, γίνεται αναφορά σε δαπάνες προς συμβούλους και εταιρείες, οι οποίες, σύμφωνα με την κριτική που διατυπώνεται, δεν συνδέονται πάντα με μια ουσιαστική παραγωγική αναβάθμιση της οικονομίας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην αγορά των προϊόντων καθημερινής κατανάλωσης. Η άποψη που διατυπώνεται είναι ότι οι έλεγχοι δεν θα πρέπει να περιορίζονται στο τελικό στάδιο της αλυσίδας, δηλαδή στο ράφι των καταστημάτων, αλλά να επεκτείνονται σε όλα τα στάδια από την παραγωγή μέχρι τη διάθεση των προϊόντων. Με αυτόν τον τρόπο, υποστηρίζεται ότι θα μπορούσαν να εντοπιστούν αποτελεσματικότερα οι παράγοντες που συμβάλλουν στις αυξήσεις των τιμών.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αγορά κατοικίας. Η κριτική αφορά προγράμματα που ενισχύουν κυρίως τη ζήτηση, χωρίς να αντιμετωπίζουν αντίστοιχα το πρόβλημα της περιορισμένης προσφοράς κατοικιών. Σύμφωνα με την ανάλυση, μια τέτοια πολιτική μπορεί να αυξάνει περαιτέρω τις τιμές, αντί να δημιουργεί συνθήκες αποκλιμάκωσής τους.
Παράλληλα, γίνεται αναφορά στη λειτουργία του ανταγωνισμού και στην παρουσία ισχυρών επιχειρηματικών σχημάτων σε κρίσιμους κλάδους. Η θέση που διατυπώνεται είναι ότι τα φαινόμενα συγκέντρωσης της αγοράς και οι συμφωνίες μεταξύ μεγάλων επιχειρήσεων περιορίζουν στην πράξη τη λειτουργία του ανταγωνισμού και δυσκολεύουν την αποκλιμάκωση των τιμών.
Στην ίδια ανάλυση εντάσσεται και η συζήτηση για τα επιδόματα. Η βασική θέση είναι ότι οι συγκεκριμένες ενισχύσεις μπορούν να προσφέρουν προσωρινή οικονομική ανακούφιση σε νοικοκυριά που πιέζονται από την ακρίβεια, δεν μπορούν όμως από μόνες τους να εξαλείψουν τις αιτίες του πληθωρισμού.
Τα επιδόματα λειτουργούν, επομένως, ως μέτρο αντιμετώπισης των συνεπειών και όχι ως λύση στις διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας. Μπορούν να ενισχύσουν προσωρινά το διαθέσιμο εισόδημα, χωρίς όμως να εμποδίζουν τη συνέχιση των αυξήσεων στις τιμές. Έτσι, σύμφωνα με την κριτική που ασκείται, ένα μέρος των χρημάτων που επιστρέφεται στην κοινωνία μέσω επιδομάτων δεν ανατρέπει τη γενικότερη τάση αναδιανομής εισοδήματος από την εργασία προς τα κέρδη.
Το βασικό ζήτημα, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, είναι ότι η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν μπορεί να περιορίζεται σε προσωρινές ενισχύσεις. Απαιτούνται παρεμβάσεις στην παραγωγική βάση της οικονομίας, στην αγορά εργασίας, στον ανταγωνισμό, στην αγορά κατοικίας και σε ολόκληρη την αλυσίδα διαμόρφωσης των τιμών, ώστε να αντιμετωπιστούν οι παράγοντες που συντηρούν την πίεση στα εισοδήματα των νοικοκυριών.
Διαβάστε περισσότερα
