Τελευταία νέα
Ανδρουλάκης για Marfin: “Η μνήμη τους είναι ευθύνη. Χρέος απέναντι στη Δημοκρατία.” Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος τιμήθηκε με το χρυσό μετάλλιο της Βουλής Πατριάρχης Βαρθολομαίος: Τιμήθηκε με το χρυσό μετάλλιο της Βουλής- Η ιστορική ομιλία του  Μαρκόπουλος για εξεταστικές: Δεν είναι τα στελέχη μας, η τροφή για τα λιοντάρια του λαϊκισμού  Συνάντηση Ν.Δένδια με τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Ν.Χριστοδουλίδη Ανάκληση αδειών διαμονής σε αλλοδαπούς για τις επιθέσεις σε Σύμη και Κηφισιά με εντολή Πλεύρη Μαρινάκης: Πάνω από 20 επικοινωνίες Ανδρουλάκη-Χατζηδάκη για τις Ανεξάρτητες Αρχές, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ υπαναχώρησε Χ.Δήμας: Επενδύουμε σε σύγχρονες αεροπορικές υποδομές και διεθνή συνδεσιμότητα Δήμας: “Επενδύουμε σε σύγχρονες αεροπορικές υποδομές και διεθνή συνδεσιμότητα” Δίκη Βαλυράκη: Ανοιχτά ερωτήματα από την κατάθεση ιατροδικαστή για τα θανατηφόρα τραύματα – Στις 7 Μαΐου η επόμενη συνεδρίαση Παπαστεργίου με Βάντεφουλ: Νέα εποχή στη διαστημική στρατηγική της Ελλάδας Βουλή: Live η ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην Ολομέλεια
Indicator.gr

Ινστιτούτο Αλέξης Τσίπρας: «Μύθοι και αλήθειες για τους αριθμούς της ΔΕΗ»

«Στους μύθους της Κυβέρνησης για την ΔΕΗ απαντάμε με αλήθειες», τονίζει μεταξύ άλλων ο Αλέξης Τσίπρας, δημοσιεύοντας κείμενο που αναρτήθηκε στη σελίδα του Ινστιτούτου με τίτλο: «Μύθοι και Αλήθειες για τους ‘αριθμούς’ της ΔΕΗ».
«Το ΙΝΑΤ δημοσιεύει σήμερα μια σειρά από μύθους και αλήθειες για τη ΔΕΗ για να ξέρει ο Έλληνας φορολογούμενος πού πάνε τα λεφτά του, αλλά να ξέρει και ο καταναλωτής γιατί δεν έχει φτηνό ρεύμα», υπογραμμίζει ο πρώην πρωθυπουργός και στη συνέχεια παραθέτει το κείμενο.

«Οι αναφορές επανέλαβαν ένα πλέγμα μύθων και στηρίχτηκαν στην επιλεκτική παρουσίαση λογιστικών καταστάσεων και στοιχείων της επιχείρησης, αποσιωπώντας οτιδήποτε αφορά τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος και τον στρατηγικό στόχο που πρέπει να υπηρετεί η συμμετοχή του Δημοσίου στη ΔΕΗ» υποστηρίζει το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα.
Αλέξης Τσίπρας: Η ανακοίνωση του Ινστιτούτου για τη ΔΕΗ
Σε απάντηση της ανάρτησης του Αλέξη Τσίπρα στα social media με θέμα «Το Μεγάλο Κόλπο», αναφορικά με τη συμμετοχή του Δημοσίου με 1,3 δισ. ευρώ στην επικείμενη Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου της ΔΕΗ προκειμένου να χρηματοδοτηθούν επενδύσεις-μαμούθ ύψους 24 δισ. ευρώ έως το 2030, υπήρξαν αναφορές στον Τύπο αλλά και δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών με τις οποίες επιχειρήθηκε η στήριξη του επενδυτικού αφηγήματος της ΔΕΗ.
Οι αναφορές επανέλαβαν ένα πλέγμα μύθων και στηρίχτηκαν στην επιλεκτική παρουσίαση λογιστικών καταστάσεων και στοιχείων της επιχείρησης, αποσιωπώντας οτιδήποτε αφορά τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος και τον στρατηγικό στόχο που πρέπει να υπηρετεί η συμμετοχή του Δημοσίου στη ΔΕΗ.
Mύθος 1: «Το επενδυτικό πρόγραμμα της ΔΕΗ 24 δισ. ευρώ έως το 2030 διασφαλίζει και ικανοποιεί τους στρατηγικούς στόχους του Δημοσίου»
Αλήθεια: Η ΔΕΗ ορθώς διαθέτει επενδυτική πολιτική, δεδομένου, μάλιστα, ότι δεν διανύουμε περίοδο οικονομικής κρίσης. Βασική προϋπόθεση όμως για συμμετοχή και χρηματοδοτική στήριξη του Δημοσίου σε οποιοδήποτε επενδυτικό πρόγραμμα οφείλει να είναι η επιστροφή αξίας προς την κοινωνία. Ειδικότερα, πρέπει να είναι κοινός τόπος ότι το Δημόσιο δεν συμμετέχει στην Εταιρεία ως παθητικός χρηματοδότης ιδιωτικών αποδόσεων, αλλά ως στρατηγικός επενδυτής σκοπού, ο οποίος οφείλει να εξασφαλίζει μετρήσιμη κοινωνική ανταπόδοση όταν αναλαμβάνει επενδυτικό ρίσκο – διαφορετικά πρόκειται για κοινωνικοποίηση του ρίσκου και ιδιωτικοποίηση της απόδοσης.
Πόσο αισιόδοξος μπορεί να είναι κανείς για την κοινωνική ανταπόδοση του νέου επενδυτικού πλάνου, όταν η επενδυτική στρατηγική που ακολουθείται τα τελευταία τέσσερα χρόνια συνοδεύεται από μια ιδιαίτερα επιβαρυμένη κοινωνική εικόνα το 2025;

Η λιανική τιμή ηλεκτρικού ρεύματος για τα νοικοκυριά εμφανίζεται αυξημένη κατά 46% σε σχέση με το 2019 σε απόλυτα μεγέθη, ενώ η Ελλάδα κατατάσσεται ως η 4η ακριβότερη χώρα στην Ευρώπη ως προς το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας με όρους αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών (βλ. παρεμβάσεις ΙΝΑΤ).
Παράλληλα, σύμφωνα με τον δείκτη της Eurostat «Inability to keep home adequatelywarm» («Αδυναμία επαρκούς θέρμανσης κατοικίας»), το 18,1% των ελληνικών νοικοκυριών δήλωνε ότι αδυνατεί να διατηρήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό.

Τα στοιχεία αυτά δεν αποτυπώνουν απλώς μια προσωρινή συγκυρία πίεσης στην αγορά ενέργειας. Αναδεικνύουν ένα πολύ βαθύτερο ζήτημα: κατά πόσο οι επενδύσεις της ΔΕΗ, οι οποίες χρηματοδοτούνται άμεσα ή έμμεσα με σημαντική δημόσια στήριξη, παράγουν ουσιαστική κοινωνική ανταπόδοση για την ελληνική κοινωνία.
Όταν οι Έλληνες φορολογούμενοι βλέπουν:
– συμμετοχή του Δημοσίου ύψους €1,3 δισ. στη νέα ΑΜΚ,
– ενώ έχει ήδη προηγηθεί στήριξη περίπου €2 δισ. μέσω πόρων του Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας,
είναι απολύτως εύλογο να θέτουν ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα, που μέχρι σήμερα παραμένουν χωρίς σαφείς και μετρήσιμες απαντήσεις:
–Θα οδηγήσει αυτή η νέα επένδυση σε πραγματική μείωση του ενεργειακού κόστους για τα ελληνικά νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις; Και αν ναι, μέσα από ποιόν συγκεκριμένο μηχανισμό;
– Θα ενισχύσει ουσιαστικά την ενεργειακή αυτονομία και ανθεκτικότητα της χώρας;
– Θα δημιουργήσει σταθερές και ποιοτικές νέες θέσεις εργασίας εντός της ελληνικής οικονομίας;
Μύθος 2: «Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ 2015-2019 οδήγησε στη χρεοκοπία της ΔΕΗ και την εκτίναξη του καθαρού χρέους της»
Αλήθεια: To καθαρό χρέος της ΔΕΗ το 2014 ήταν 4,9 δισ. ευρώ και το 2019 μειώθηκε στα 3,6 δισ. ευρώ. Αυτή η μείωση επιτεύχθηκε ενώ παράλληλα στηρίχτηκαν αποτελεσματικά τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις από πρόσθετη ενεργειακή επιβάρυνση, διατηρώντας τους λογαριασμούς ρεύματος σε βιώσιμα για τους καταναλωτές επίπεδα, με αποτέλεσμα τη σταδιακή μείωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών αλλά και τη μείωση της ενεργειακής φτώχειας. Σήμερα η ΔΕΗ με την επενδυτική της στρατηγική καταγράφει σχεδόν διπλάσιο καθαρό χρέος, 6,5 δισ. ευρώ) σε απόλυτα μεγέθη σε σχέση με το 2019.
Το 2019 η ΔΕΗ ήταν μια εταιρεία που έβγαινε από μια βαθιά κρίση πολλών ετών (κρίση που ξεκινάει πολύ πριν το 2015), αλλά όχι μια τυπικά χρεοκοπημένη επιχείρηση. Παρά τις μεγάλες ζημιές, τη στενότητα ρευστότητας και την πίεση από το κόστος των δικαιωμάτων CO₂ και τον λιγνίτη, διατηρούσε θετική καθαρή θέση άνω των 3 δισ. ευρώ, συνολικό ενεργητικό περίπου 13,6 δισ. ευρώ και μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές και ενεργειακές υποδομές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η διατήρηση της δημόσιας πλειοψηφίας σε καμία περίπτωση δεν ήταν ασύμβατη με την εξυγίανση και τον μετασχηματισμό της επιχείρησης. Άλλωστε, η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι δημόσιες ενεργειακές εταιρείες μπορούν να είναι επενδυτικά δυναμικές και κερδοφόρες, λειτουργώντας ταυτόχρονα με όρους κοινωνικής ανταπόδοσης. Το κρίσιμο ζήτημα δεν ήταν αν θα υπάρξει εξυγίανση και αναδιάρθρωση της εταιρείας, αλλά ο ρυθμός, η ένταση και ο τρόπος εφαρμογής της εξυγίανσης μέσω της πράσινης μετάβασης με ευρεία διάχυση των ωφελειών της μετάβασης (θέσεις εργασίας, θωράκιση απέναντι σε κρίσεις).Έτσι κι αλλιώς, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ήδη πριν από τις εκλογές του 2019 θέσει ως στρατηγικό στόχο για τη ΔΕΗ τον πράσινο μετασχηματισμό, με έμφαση στην ανάπτυξη των ΑΠΕ και των δικτύων διανομής του ΔΕΔΔΗΕ.
Η σημαντική ενίσχυση των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της ΔΕΗ τα τελευταία χρόνια συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την ταχεία αποεπένδυση από τις λιγνιτικέςμονάδες, οι οποίες, λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής και των αυξημένων επιβαρύνσεων από τα δικαιώματα εκπομπών CO₂, ασκούσαν συστηματική πίεση στη λειτουργική κερδοφορία της εταιρείας.
Οι επιλογές αυτές συνοδεύτηκαν από ένα ιδιαίτερα βαρύ κοινωνικό και οικονομικό κόστος, τόσο σε τοπικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο — ένα κόστος που δεν μπορεί να αποσιωπάται πίσω από τους θετικούς χρηματοοικονομικούς δείκτες.
Τα «εντυπωσιακά» αποτελέσματα στο EBITDA και η άνοδος της χρηματιστηριακής αξίας της ΔΕΗ δεν προέκυψαν σε κοινωνικό κενό. Στηρίχθηκαν σε μια περίοδο έντονης ενεργειακής πίεσης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας να συμπιέζει την καθημερινότητα και την παραγωγική δραστηριότητα, αλλά και σε μια βίαιη αποδιάρθρωση των τοπικών οικονομιών των πρώην λιγνιτικών περιοχών.
Ιδιαίτερα στη Δυτική Μακεδονία, η βίαιη και χωρίς σχέδιο απολιγνιτοποίησησυνοδεύτηκε από απώλεια εισοδήματος, παραγωγικής δραστηριότητας και θέσεων εργασίας, δημιουργώντας συνθήκες οικονομικού και κοινωνικού μαρασμού που εξακολουθούν να επηρεάζουν την περιοχή. Έτσι, πίσω από τη βελτίωση των εταιρικών μεγεθών παραμένει ανοιχτό το ερώτημα του ποιος τελικά επωμίστηκε το πραγματικό κόστος αυτού του μετασχηματισμού.
Ας περάσουμε, λοιπόν, στο σήμερα και ας δούμε πώς αποτυπώνεται η νέα αυτή επένδυση μέσα από βασικούς χρηματοοικονομικούς δείκτες και τα οικονομικά δεδομένα της εταιρείας.Αν εστιάσουμε στον δείκτη Καθαρό Χρέος / EBITDA, προκειμένου να ληφθεί υπόψη και η κερδοφορία της επιχείρησης στην δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους της, παρατηρούμε ότι ο δείκτης αυτός αυξάνεται συνεχώς από το 2022 μέχρι σήμερα (από 1,46x το 2022 έχει φτάσει στο 3,2x το 2025). Η ΔΕΗ δεν βρίσκεται σε άμεσο σημείο χρηματοοικονομικής ασφυξίας, καθώς ο δείκτης Καθαρό Χρέος / EBITDAπαραμένει κάτω από το όριο του 3,5x που θέτει η ίδια η εταιρεία. Βρίσκεται, όμως, πλέον πολύ πιο κοντά σε αυτό το όριο σε σχέση με το 2022, γεγονός που εξηγεί γιατί η διοίκηση επιδιώκει νέα κεφάλαια μέσω ΑΜΚ ώστε να συνεχίσει το επιθετικό επενδυτικό της σχέδιο χωρίς να υπερβεί τα όρια μόχλευσης.
Στην πραγματικότητα, η ΔΕΗ δεν φαίνεται πλέον να κινείται με βασικό στόχο τη σταθεροποίηση και τη μακροπρόθεσμη ισορροπία της εταιρείας, αλλά με τη λογική μιας επιθετικής χρηματοοικονομικής μεγέθυνσης, που στηρίζεται σε αυξανόμενο δανεισμό και διαρκή ανάληψη νέου επιχειρηματικού ρίσκου. Και όλα αυτά, χωρίς να προκύπτει μέχρι σήμερα μια αντίστοιχα σαφής και μετρήσιμη κοινωνική ανταπόδοση για τα νοικοκυριά και την πραγματική οικονομία.
Μύθος 3: «Το μεγάλος όφελος του Δημοσίου από την νέα επένδυση της ΔΕΗ είναι η είσπραξη υψηλών μερισμάτων μέσα στα επόμενα χρόνια»
Αλήθεια: Η ΔΕΗ, στο επενδυτικό πλάνο των 24 δισ. ευρώ που παρουσίασε στις 23 Απριλίου, υπόσχεται μερίσματα ύψους 1,4 ευρώ ανά μετοχή. Θυμίζουμε ότι η ΔΕΗ μοίρασε το 2025 μέρισμα 0,4 ευρώ ανά μετοχή. Στο σημείο αυτό μπορούν να γίνουν διάφοροι υπολογισμοί για την εκτίμηση του χρόνου απόσβεσης της δημόσιας συμμετοχής αλλά για μας η ουσία βρίσκεται αλλού. Το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο σε πόσα χρόνια μπορεί λογιστικά να αποσβεστεί η συμμετοχή του Δημοσίου στη νέα ΑΜΚ, αλλά αν το Δημόσιο πρέπει να περιορίζεται στον ρόλο του μετόχου που προσδοκά μερίσματα ή αν οφείλει να διασφαλίζει χαμηλότερο ενεργειακό κόστος και στρατηγικό έλεγχο.
Η στρατηγική επιλογή της ΔΕΗ να λειτουργεί με μοναδικό γνώμονα την αύξηση της χρηματιστηριακής της αξίας και της υψηλής κερδοφορίας όχι μόνο δεν ωφελεί το Δημόσιο αλλά συχνά μιλάμε για αντικρουόμενα συμφέροντα. Και αυτό συμβαίνει γιατί εδώ εντοπίζεται μια δομική αντίφαση: η μετοχική αξία και τα μερίσματα της εταιρείας τείνουν να αυξάνονται σε συνθήκες ενεργειακής κρίσης, όταν την ίδια στιγμή οι συνθήκες αυτές οδηγούν σε ασφυξία με τους υψηλούς λογαριασμούς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Το παραπάνω δεν αποτελεί πολιτική εκτίμηση του Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα, αλλά μια πραγματικότητα που επιβεβαιώνεται όλο και πιο καθαρά από τις ίδιες τις εξελίξεις. Όταν η διοίκηση της ΔΕΗ επικαλείται τις υψηλές τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας ως βασικό επιχείρημα για τη νέα ΑΜΚ, ουσιαστικά παραδέχεται ότι ένα σημαντικό μέρος της αναπτυξιακής στρατηγικής και των μελλοντικών αποδόσεων της εταιρείας προϋποθέτει τη διατήρηση αυτής της ακριβής ενεργειακής πραγματικότητας. Εξαιτίας της δεσπόζουσας θέσης της στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας — ως ο μεγαλύτερος παραγωγός της χώρας — η ΔΕΗ μοιάζει να στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς νυν και μελλοντικούς μετόχους: ότι η κερδοφορία και η αναπτυξιακή της στρατηγική βασίζονται στη διατήρηση ενός περιβάλλοντος υψηλών τιμών ενέργειας. Όμως το ίδιο μήνυμα, όταν φτάνει στους καταναλωτές, ακούγεται εντελώς διαφορετικά: ως μια έμμεση παραδοχή ότι νοικοκυριά και επιχειρήσεις δεν μπορούν να περιμένουν ουσιαστική αποκλιμάκωση του ενεργειακού κόστους που συνεχίζει να πιέζει ασφυκτικά την καθημερινότητα και την παραγωγική δραστηριότητα της χώρας.
Το πολιτικό δίλημμα είναι ξεκάθαρο και δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από υψηλά EBITDA και χρηματιστηριακές επιδόσεις:
Το Δημόσιο συμμετέχει σε μια στρατηγική επιχείρηση ενέργειας για να μεγιστοποιούνται οι αποδόσεις των μετόχων ή για να διασφαλίζεται προσιτή ενέργεια, κοινωνική ευημερία και μια δίκαιη ενεργειακή μετάβαση;
Γιατί όταν η κερδοφορία αρχίζει να εξαρτάται από τη διατήρηση υψηλών τιμών ενέργειας, τότε η σύγκρουση ανάμεσα στο δημόσιο συμφέρον και στη χρηματοοικονομική μεγέθυνση γίνεται πραγματική και άμεσα αισθητή σε κάθε νοικοκυριό και επιχείρηση.
Και όταν αυτά τα δύο συγκρούονται, η επιλογή οφείλει να είναι ξεκάθαρα υπέρ της κοινωνίας.
Ευγενία Φωτονιάτα – Συντονίστρια Επιστημονικού Συμβουλίου ΙΝΑΤ
Δημήτρης Τσέκερης – Συνεργάτης ΙΝΑΤ»
The post Ινστιτούτο Αλέξης Τσίπρας: «Μύθοι και αλήθειες για τους αριθμούς της ΔΕΗ» appeared first on The Indicator.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...