Σε ένα καφκικό σκηνικό, επτά χρόνια μετά τον βασανισμό τους στο πάρκινγκ της οδού Μπουμπουλίνας στα Εξάρχεια, πάνω από 10 διαδηλωτές της πορείας του Πολυτεχνείου του 2019, οι οποίοι συνελήφθησαν στον σωρό, σύρθηκαν αναίτια στα δικαστήρια και αθωώθηκαν από τον πρώτο βαθμό αμετάκλητα (σ.σ. εκτός από έναν ο οποίος αθωώθηκε στο Εφετείο), βρίσκονται ξανά αντιμέτωποι με κατηγορίες, αυτή τη φορά μάλιστα κακουργηματικού χαρακτήρα, για τα ίδια ακριβώς περιστατικά για τα οποία η ίδια η ελληνική Δικαιοσύνη αποφάσισε πως ήταν αθώοι.
Συγκεκριμένα, οι τότε διαδηλωτές αυτή τη φορά βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις ιδιαίτερα βαριές κακουργηματικές κατηγορίες της έκρηξης από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο και της απόπειρας σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης από κοινού, ενώ τους αποδόθηκαν και τα πλημμελήματα της προμήθειας και κατοχής εκρηκτικών υλών και της διατάραξης κοινής ειρήνης, που όμως έχουν παραγραφεί.
Αξίζει να σημειωθεί πως τότε η πορεία είχε ολοκληρωθεί χωρίς επεισόδια, όμως το ίδιο βράδυ η αστυνομία προχώρησε σε μαζικές συλλήψεις νέων ανθρώπων που απλά περνούσαν από διάφορα σημεία στην ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων. Υπενθυμίζεται ότι οι ίδιοι υπέστησαν άγριο ξυλοδαρμό από αστυνομικούς των ΜΑΤ, παρά το γεγονός ότι δεν προέβαλαν καμία αντίσταση, δέχθηκαν αλλεπάλληλα χτυπήματα ακόμα και όταν βρίσκονταν ακινητοποιημένοι στο έδαφος, ενώ στη συνέχεια οδηγήθηκαν δεμένοι με χειροπέδες στο γνωστό πάρκινγκ στην οδό Μπουμπουλίνας, όπου εξαναγκάστηκαν να γονατίσουν στη σειρά δεμένοι πισθάγκωνα και φωτογραφήθηκαν παράνομα με προσωπικά κινητά τηλέφωνα αστυνομικών, υπό συνεχή εξευτελιστικά και σεξιστικά σχόλια.
Οι ίδιοι είχαν καταγγείλει ακόμα ότι κατά τη μεταφορά και την κράτησή τους στη ΓΑΔΑ δέχονταν συνεχείς ύβρεις και απειλές, ενώ όσοι διαμαρτύρονταν ή ζητούσαν βοήθεια δέχονταν νέα χτυπήματα. Ιδιαίτερη αναφορά είχαν κάνει και στις συνθήκες των σωματικών ερευνών, καταγγέλλοντας ότι οι γυναίκες υποχρεώθηκαν να γδυθούν με ανοιχτές τις πόρτες του χώρου όπου γινόταν ο έλεγχος, γεγονός που χαρακτήρισαν εξευτελιστικό και προσβλητικό της αξιοπρέπειάς τους.
Στο πρώτο δικαστήριο οι κατηγορίες για τα κακουργήματα αποσύρθηκαν (σ.σ. οι κατηγορούμενοι δεν παραπέμφθηκαν για αυτά) χωρίς ωστόσο να αρχειοθετηθούν, πράγμα που αποτελεί τουλάχιστον νομικό παράλογο καθώς, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε κανένα στοιχείο να τις στηρίξει και στη δίκη οι αστυνομικοί δεν αναγνώρισαν τους κατηγορούμενους, οι κατηγορίες αυτές ήταν διαθέσιμες προς αξιολόγηση από τους ανακριτές της πρώην σχολής Ευελπίδων.
Σήμερα, πια, αφού κλήθηκαν να απολογηθούν εκ νέου, αντιμετωπίζοντας το απόλυτο παράλογο, η εισαγγελική πρόταση προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών έρχεται να επαναφέρει τη λογική και προτείνει να μη γίνει κατηγορία για το κακούργημα της έκρηξης από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, να κηρυχθεί απαράδεκτη η δίωξη για την απόπειρα σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης λόγω δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τα πλημμελήματα της προμήθειας και κατοχής εκρηκτικών υλών και της διατάραξης κοινής ειρήνης λόγω παραγραφής.
Η ίδια, όμως, εισαγγελική πρόταση δεν μένει εκεί, αλλά αποδομεί ουσιαστικά το κατηγορητήριο, καθώς στην περιγραφή των γεγονότων γίνεται λόγος για ομάδα περίπου πενήντα έως εβδομήντα ατόμων που, μετά το τέλος της πορείας, επιτέθηκε στις αστυνομικές δυνάμεις στα Εξάρχεια με πέτρες, μάρμαρα, φωτοβολίδες και βόμβες μολότοφ, ωστόσο, όταν η πρόταση περνά από τη γενική περιγραφή στην απόδοση ατομικής ευθύνης, διαπιστώνει ότι το αναγκαίο αποδεικτικό υλικό δεν υπάρχει. Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «ουδείς εξ αυτών ήταν σε θέση να προσδιορίσει εάν και ποιος εκ των κατηγορουμένων προκάλεσε έκρηξη με τη ρίψη πληθώρας βομβών τύπου μολότοφ», ενώ επισημαίνεται ότι ούτε οι μεταγενέστερες καταθέσεις των αστυνομικών ενώπιον του δικαστηρίου προσέθεσαν στοιχεία που να θεμελιώνουν τις κατηγορίες.
Εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο στην πρόταση της εισαγγελέα, η αναφορά του αυτονόητου, ότι δηλαδή «μόνη η παρουσία και συμμετοχή των κατηγορουμένων στην πορεία για τον εορτασμό της επετείου του Πολυτεχνείου, ακόμα κι αν αυτοί φέρονται να κατελήφθησαν εντός των πενήντα-εβδομήντα ατόμων που με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους επιτέθηκαν στους αστυνομικούς, δεν δύναται να θεμελιώσει επαρκείς ενδείξεις ενοχής».
Η εισαγγελέας επικαλείται μάλιστα την ήδη αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, η οποία είχε κρίνει ότι «από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία καταλείπονται εύλογες αμφιβολίες σχετικά με την ενεργό συμμετοχή τους στις επιθέσεις εναντίον των αστυνομικών και την αντίστασή τους κατά τη σύλληψή τους, καθόσον δεν θεάθηκαν και δεν αναγνωρίσθηκαν συγκεκριμένα και ο καθένας ξεχωριστά ως συμμετέχοντες στην επίθεση κατά των αστυνομικών ούτε προέκυψε κατά σαφή και ορισμένο τρόπο η προβολή αντίστασης κατά τη σύλληψή τους».
Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία γιατί η εισαγγελική πρόταση επισημαίνει ότι η νέα κακουργηματική δίωξη αφορά τα ίδια πραγματικά περιστατικά για τα οποία οι κατηγορούμενοι είχαν ήδη δικαστεί. Γι’ αυτό και εισηγείται να κηρυχθεί απαράδεκτη η δίωξη για την απόπειρα σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης, κάνοντας επίκληση στις αρχές του δεδικασμένου και της εκκρεμοδικίας.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
