Τον Ιανουάριο του 1966, ένα νοτιοαφρικανικό πλοίο έπιασε φωτιά στη θάλασσα, με την πυρκαγιά να εξαπλώνεται στη συνέχεια στο λιμάνι του Μπρίστολ της Αγγλίας, μένοντας αναμμένη για πέντε ημέρες. Περίπου έναν μήνα αργότερα, ένα λιβεριανό ατμόπλοιο βυθίστηκε φλεγόμενο κοντά στο Ρότερνταμ, όταν έπιασε φωτιά που μεταδόθηκε σε χώρο αποθήκευσης με βαρέλια βενζίνης.
Τον επόμενο μήνα, ένα δανέζικο πλοίο κάηκε στα ανοιχτά του Λονγκ Μπιτς της Καλιφόρνιας, τραυματίζοντας τρεις πυροσβέστες και σκοτώνοντας έναν λιμενεργάτη. Υπαίτιο σε κάθε πυρκαγιά ήταν το ιχθυάλευρο, μια σκούρα κίτρινη σκόνη που παράγεται από την ξήρανση και την κονιορτοποίηση ψαριών που, αν αφεθεί ακατέργαστη, είναι γνωστό ότι καίγεται ξαφνικά, καθώς αποσυντίθεται και οξειδώνεται.
Τοξικές επιδράσεις
Συνδεδεμένη με τουλάχιστον 90 πυρκαγιές σε πλοία και εργοστάσια από τη δεκαετία του 1950 έως τη δεκαετία του 1970, η ευφλεκτότητα του ιχθυάλευρου αποτελούσε σοβαρή ανησυχία για τους ναυτικούς, τους ασφαλιστές και τους λιμενεργάτες.
Το 1967, η αμερικανική παραγωγός ζωοτροφών Cargill ανακοίνωσε μια λύση: την αιθοξυκίνη, ένα επιβραδυντικό φωτιάς που χρησιμοποιούνταν προηγουμένως για να μη στεγνώνουν τα ελαστικά και εφαρμοζόταν ως συντηρητικό σε φρούτα και την αλφάλφα, ένα είδος τριφυλλιού.
Σύντομα, η παραγωγή του αντιοξειδωτικού αυξήθηκε. Η χημική ουσία ήταν εξαιρετικά αποτελεσματική. Μέχρι τη δεκαετία του 1970, οι σχετικές πυρκαγιές που αναφέρονταν στον Τύπο μειώθηκαν απότομα – από 16 πυρκαγιές πλοίων ετησίως, σύμφωνα με την Eνωση Ασφαλιστών του Λίβερπουλ, σε πέντε.
Μέχρι το 1976, η ακτοφυλακή των ΗΠΑ επέβαλε υποχρεωτική επεξεργασία με αιθοξυκίνη στις αποστολές ιχθυάλευρων και τρία χρόνια αργότερα, ο οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών που επιβλέπει τη ναυτιλιακή δραστηριότητα συνέστησε την επεξεργασία των ιχθυάλευρων με αυτήν «για την πρόληψη της αυτανάφλεξης».
Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα: η αιθοξυκίνη ήταν καρκινογόνος, αναφέρει ο ιστότοπος Grist. Οι τοξικές επιδράσεις της είχαν παρατηρηθεί σε πειραματόζωα, ανέφερε μια έκθεση του 1969 από τις αρχές τροφίμων και γεωργίας του ΟΗΕ.
Καθώς η χρήση της σε ζωοτροφές και την υδατοκαλλιέργεια αυξανόταν, μια μελέτη του 1987 από Βρετανούς ερευνητές διαπίστωσε ότι η χημική ουσία «προκαλούσε σοβαρή βλάβη» και είχε δυνητικά «καρκινογόνο επίδραση» σε αρουραίους. Το 2015, η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων δήλωσε ότι μια πρόσμιξη στην αιθοξυκίνη, γνωστή ως παραφαινετιδίνη, ήταν ικανή να προκαλέσει μεταλλάξεις στο γενετικό υλικό.
Αν και δεν υπάρχει επιστημονική συναίνεση σχετικά με το εάν είναι ασφαλές να καταναλώνονται θαλασσινά που έχουν εκτραφεί με ζωοτροφές που έχουν υποστεί επεξεργασία με αιθοξυκίνη, ορισμένες χώρες έχουν θεωρήσει τον κίνδυνο αρκετά υψηλό ώστε να δικαιολογεί την απαγόρευση ή τον περιορισμό της χρήσης της χημικής ουσίας. Το 2017, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέστειλε την άδεια χρήσης της σε ζωοτροφές σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ενωση.
Σήμερα, η αιθοξυκίνη έχει απαγορευτεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και από μέλη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, συμπεριλαμβανομένων της Νορβηγίας, της Ισλανδίας και του Λιχτενστάιν. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι παραγωγοί και οι κατασκευαστές ζωοτροφών έχουν επίσης στραφεί όλο και περισσότερο σε εναλλακτικές λύσεις, συμπεριλαμβανομένων φυσικών προσθέτων όπως εκχύλισμα δεντρολίβανου και ενώσεις βιταμίνης Ε.
Και η Cargill ανέφερε σε ανακοίνωσή της επίσης ότι έχει αξιολογήσει εναλλακτικά αντιοξειδωτικά από το 2005 και δεν χρησιμοποιεί πλέον αιθοξυκίνη στο παγκόσμιο εμπόριο ζωοτροφών για σολομό ή σε οποιαδήποτε αγορά όπου η αιθοξυκίνη δεν έχει άδεια χρήσης σε ιχθυοτροφές. Η εταιρεία σημείωσε επίσης ότι δεν ανέπτυξε αιθοξυκίνη. Ωστόσο, η αιθοξυκίνη εξακολουθεί να επιτρέπεται στις ζωοτροφές στην Αυστραλία, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και τις ΗΠΑ.
Η πιο δημοφιλής εναλλακτική λύση για την αιθοξυκίνη είναι πλέον η βουτυλιωμένη υδροξυανισόλη, ή BHA, που προτιμάται για το χαμηλότερο κόστος και τις ισχυρές αντιοξειδωτικές της ιδιότητες σε σύγκριση με τα πλήρως φυσικά πρόσθετα. Οπως όμως και η χημική ουσία που στοχεύει να αντικαταστήσει, το BHA έχει τους δικούς του σημαντικούς κινδύνους για την υγεία, σύμφωνα με τους ερευνητές.
Φαύλος κύκλος
Το Εθνικό Πρόγραμμα Τοξικολογίας των ΗΠΑ αναγνώρισε το BHA ως «δικαιολογημένα αναμενόμενο να είναι καρκινογόνο για τον άνθρωπο» ήδη από το 1991, και Ιάπωνες ερευνητές διαπίστωσαν ότι προκαλούσε κακοήθεις όγκους σε εργαστηριακούς αρουραίους το 2008. Τον περασμένο Φεβρουάριο, η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι επανεκτιμά την ασφάλεια της ουσίας ως πρόσθετο τροφίμων, σύμφωνα με τον ιστότοπο Grist.
Για να αντιμετωπίσει την ακόρεστη πείνα του κόσμου για θαλασσινά, η βιομηχανία υδατοκαλλιέργειας θα συνεχίσει να επεκτείνεται. Αλλά προς το παρόν, οι βιομηχανίες υδατοκαλλιέργειας και ιχθυάλευρων βρίσκονται σε έναν επικίνδυνο κύκλο καθώς περιστρέφονται από τις θανατηφόρες πυρκαγιές πλοίων σε ένα καρκινογόνο επιβραδυντικό φωτιάς και στη συνέχεια σε ένα άλλο.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
