Τελευταία νέα
Μουσικοί στην εποχή του streaming και της Τεχνητής Νοημοσύνης: Εκδήλωση της Left στο Ευρωκοινοβούλιο Προχωρά η διεύρυνση της ΕΕ – Διασκέψεις με Μαυροβούνιο, Αλβανία, Μολδαβία, Ουκρανία Το μήνυμα της ΕΛΑΣ κατά της ακροδεξιάς – 82 χρόνια από την απελευθέρωση της Αθήνας: «Το “Ποτέ ξανά” δεν είναι επετειακό hashtag» Αλ. Τσίπρας στην Κρήτη: Η ακρίβεια είναι ένα αόρατο μνημόνιο Αλέξης Τσίπρας: «Δεν είναι αντίπαλός μου ο Ανδρουλάκης, να μη βγάζει ο ένας τα μάτια του άλλου» Κυψέλη: Η Ελληνικό Μετρό παραδίδει όλα τα στοιχεία μετά την απόφαση του δικαστηρίου – Εντείνονται οι εργασίες αποκατάστασης Ο Ζελένσκι διαψεύδει τον Τραμπ: «Η τιμή του ντίζελ δεν εξαρτάται από τις δικές μας επιθέσεις αλλά από τα Στενά του Ορμούζ» Νέα παρέμβαση για τα μικροδέματα ζητούν οι έμποροι «Κοινός λόγος»: Ξανασυστήνεται… και ανασύρει αναμνήσεις ΗΠΑ: Εφοδος των Αρχών στο σπίτι της βουλεύτριας των Δημοκρατικών, Ιλχάν Ομάρ Ερώτηση Φαραντούρη στην Κομισιόν για διασπάθιση ευρωπαϊκών κονδυλίων για την αλιεία ΕΛΑΣ: Επίδομα 500 ευρώ σε 80.000 φοιτητές και δωρεάν μετακινήσεις – Όλες οι δεσμεύσεις για την Παιδεία
Efsyn.gr

«Κοινός λόγος»: Ξανασυστήνεται… και ανασύρει αναμνήσεις

Πριν από 30 χρόνια ο «Κοινός Λόγος» της Ελλης Παπαδημητρίου, σε ένα νεόκτιστο τότε θέατρο, στην αποκεντρωμένη περιοχή του Νέου Κόσμου, κι από έναν θίασο αλλά και σκηνοθέτη που έκαναν ουσιαστικά τα πρώτα τους τότε βήματα, έπεσε περίπου σαν βόμβα στο ελληνικό θέατρο. Οι λόγοι ήταν πολλοί κι όχι πάντα εξίσου ορατοί: Ας πούμε, το ίδιο το θεατρικό εγχείρημα ακολουθούσε το προδρομικό εκείνο της «Νέας Ιωνίας», όχι μόνο στο να μεταφέρει εκτός κλεινού άστεως αξιόλογες θεατρικές προτάσεις, αλλά και αντιστρόφως να αντλήσει από τα κοινωνικά στρώματα της λαϊκής του έδρας την ιδεολογική και πολιτική του ενέργεια. Επειτα, ήταν ο ίδιος λόγος της παράστασης, που εξαιρετικά πρώιμα επιχειρούσε να περισυλλέξει πρώτα, να σωματοποιήσει μετά και να αφηγηθεί τελικά τη βουβή και αόρατη μέχρι τότε ιστορία των «από κάτω».
Το γιατί και το πώς το Θέατρο του Νέου Κόσμου, στην αυλή της παλιάς ζυθαποθήκης του ΦΙΞ ακόμη τότε, μπόρεσε με αυτή την παραγωγή να φτάσει απότομα και έξαφνα στον ουρανό μένει να διευκρινιστεί στο μέλλον – και πάντως εδώ δεν είναι ο χώρος για κάτι τέτοιο. Ας πω μόνο ότι η παράσταση εκείνη ευλογήθηκε να κατοικηθεί από μερικές από τις πιο έντιμες γυναικείες ερμηνείες που πέρασαν το τελευταίο μισό του αιώνα από το θέατρό μας (Σούλα Αθανασιάδου, Ανθή Ανδρεοπούλου, Ολγα Δαμάνη, Μαρία Κατσανδρή, Τζίνη Παπαδοπούλου). Κι όμως όλα αυτά ήταν για τότε σχεδόν πρωτάκουστα -ακόμα και η λιτότητα του σκηνικού χώρου, τη σκηνογραφία και τα κοστούμια είχε αναλάβει ο Αντώνης Δαγκλίδης και τους φωτισμούς ο Βασίλης Καψούρος, όσο και η α λα Μνουσκίν δωρική αφηγηματικότητα της σκηνοθεσίας του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου-, έκαναν όπως είναι φυσικό μεγάλη εντύπωση και χαράχτηκαν βαθιά σε όσους την είδαν.
Ηταν ένα θέατρο αληθινά «εθνικό», με εκείνη την κατάθεση που περιμένουμε από όποιον μετράει για Iστορία, δίπλα στα εθνόσημα και τα συλλογικά τραύματα, τις χαίνουσες πληγές του λαού του. Γιατί αυτά που η Παπαδημητρίου κατέγραψε δεν ήταν παρά σταγόνες δακρύων στη λίμνη του εθνικού θρήνου. Σε αυτόν τον τόπο αρκεί να σηκώσει κανείς το χαλί της μνήμης για να ανασύρει τραύματα. Ουσιαστικά, ο «κοινός λόγος» για εμάς είναι λόγος που στέκει στο κέντρο κάθε σπιτιού σαν σβησμένο τζάκι.
Και δεν ήταν μόνο το «τι» αλλά και το «πώς» αυτή η μνήμη εκφράζεται, σε τι ελληνικά. Ασφυκτιώντας στον γλωσσικό κορσέ που χαράσσει η εκπαιδευτική πολιτική, μένουμε κάποτε άφωνοι μπροστά σε μια γλώσσα-περικοκλάδα όπως εκείνη του «Κοινού Λόγου». Τώρα ακούμε χάρη στην Παπαδημητρίου μια δημοτική που αγκαλιάζει τρυφερά, μεταφέρει μελωδίες, αρώματα, χορούς και τραγούδια, ματώνει, τρυπάει, οργώνει και θερίζει στρέμματα ψυχής.
Νομίζω πως από τα παραπάνω ξεκίνησε και η σκέψη μιας πολύ νέας δημιουργού -και καλλιτεχνικά-, της Λουίζας Κωστούλα (Violet Louise), για να πλησιάσει ξανά την ίδια την τριαντάχρονη παράσταση και το υλικό της. Αν το καλοσκεφτούμε, μιλάμε για δύο διακριτά πράγματα εδώ. Για την ανάκληση της ίδιας της παραγωγής του Νέου Κόσμου, αλλά και για ανάκληση της μαρτυρίας που αυτή περιείχε. Μοιάζει κατά κάποιον τρόπο με μια απόπειρα να ανακτηθεί κάποιο αρχαίο κτέρισμα, που βρίσκεται εγκλωβισμένο σε ένα άλλο νεότερο.
Δεν το κρύβω ότι πάντα με ενδιέφερε ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να «δούμε» παλιότερες παραστάσεις, ώστε να μην αδικήσουμε ούτε το πλαίσιο ούτε την ουσία τους, λόγω μιας άτεχνης και βιαστικής μεταφοράς της εικόνας τους στο σήμερα. Το παλιό θέατρο μοιάζει κάποτε με τις αρχαίες τοιχογραφίες – μόλις εκτεθούν ξανά στο φως και στον αέρα, τα χρώματά τους αρχίζουν να ξεθωριάζουν. Η Κωστούλα επιχείρησε αντ’ αυτού να ερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο όχι μόνο «βλέπουμε», αλλά «κατανοούμε» το χθες που εγκιβωτίζεται μέσα σε ένα άλλο χθες, το πώς το ένα αρχείο περιλαμβάνει ένα παλιότερο, και αυτό ένα άλλο, ακόμη παλαιότερο, ώσπου το νόημα να αναβάλλεται διαρκώς μέσα σε ό,τι ονομάστηκε κάποτε «διαφωρά» της μνήμης. Και το έκανε αυτό γιατί εκπροσωπεί μια γενιά που -το έχουμε σημειώσει πολλές φορές εδώ- δεν υποκρίνεται ούτε ως προς την ευαισθησία ούτε ως προς τη σεβαστική της στάση. Ζητάει να αισθανθεί αληθινά κάθε τι «ελληνικό», μακριά από στερεότυπα.
Κατέληξε έτσι σε μια μονοπρόσωπη παράσταση, με την ίδια να γίνεται ο μεταβολιστής του σκηνικού και ιστορικού σύμπαντος που βλέπουμε στην οθόνη, ακούμε στα ηχεία, επισκοπούμε μέσα από διαφάνειες, διαισθανόμαστε, ερχόμαστε σε επαφή με τα χρώματα, τα σκεύη, τους ήχους μιας άλλης εποχής. Αποσπάσματα της αρχικής παράστασης ενώνονται με την ιστορία της δικής της οικογένειας από τον Βόλο, με οικογενειακά κειμήλια και εικονογραφίες, εμβόλιμους ήχους, ακόμη και τραγούδια που διαλύουν την ατμόσφαιρα, δίνοντας στην παράσταση έναν χαρακτήρα περισσότερο «επικό».
Ισως γι’ αυτό υπάρχουν σημεία της παράστασης που πιθανόν ακούγονται παράταιρα -ίσως και ενοχλητικά- σε σχέση με το κλίμα που έχει καλλιεργηθεί από την ερμηνεία των ηθοποιών της πρώτης παράστασης του 1997. Οπως και να ’χει, η πολυμεσική αυτή σύνθεση δεν παύει να διατηρεί την ίδια την καλλιτέχνιδα συνεχώς παρούσα, όχι μόνο στη ζωντανή επεξεργασία της εικόνας και του ήχου, αλλά και σαν περσόνα που επιβλέπει τη σχέση μνήμης και μαρτυρίας, αρχείου και ζωντανής παράστασης, τεχνολογίας και ανθρώπινου λόγου.
Από πίσω παραμένει το κεντρικό ερώτημα: Μπορεί το θέατρο να διασώσει τη ζωντάνια μιας μαρτυρίας, τη στιγμή ακριβώς που τη μετατρέπει σε «καλλιτεχνικό τεκμήριο»; Ποιο μέρος από ό,τι βλέπουμε ανήκει στην αληθινή ιστορία και ποιο είναι «τέχνη»; Δύσκολο να πούμε – αλλά μήπως χρειάζεται κιόλας;… Πότε άλλωστε το αληθινό θέατρο ασχολήθηκε με το «τι συνέβη»; Εκείνο που νοιάζει το θέατρο είναι ο άνθρωπος που βρέθηκε κάποτε εκεί. Μαζί με αυτόν, ο ένας Ανθρωπος που δεν βρήκε τρόπο για να επιστρέψει και να μιλήσει με τη φωνή του άλλου, από εκείνον που η σκηνή του δίνει.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...