Τελευταία νέα
Ολυμπιακός: «Επικίνδυνες αποστολές» σε δύο μέτωπα Παππάς: «Από 35 δισ. στα 52,5 δισ. ευρώ τα χρέη προς τα Ταμεία επί ΝΔ» Έπαινοι Πλεύρη σε Τραμπ μέσω του ακροδεξιού Breitbart: «Άλλαξε τη μεταναστευτική πολιτική στην Ευρώπη» Στέλα Φυρογένη στην «Εφ.Συν.»: «Η ατιμωρησία διαλύει τα πάντα» Ολγα Γεροβασίλη: Τί φοβάται ο Άρειος Πάγος και δεν επιτρέπει να ερευνηθεί το σκάνδαλο των Υποκλοπών; Ακριβό μου καλοκαίρι Αιχμές Καρυστιανού για τις αποχωρήσεις από το κόμμα της: «Κάποια άτομα είχαν άλλους σκοπούς» Φωτιά στον Κουβαρά: Δημοσιογράφος διέκοψε το ρεπορτάζ για να σώσει χελώνα από την πυρκαγιά [βίντεο] Πλεύρης στο Breitbart: Η Ευρώπη σκληραίνει τη μεταναστευτική της πολιτική – «Καταλύτης» η επιστροφή Τραμπ Πακέτο ΔΕΘ: Ο πολιτικός σχεδιασμός πίσω από τα μέτρα– Ποιοι κερδίζουν από φοροελαφρύνσεις και αυξήσεις Κατσαφάδος: Τα χρήματα στους πυρόπληκτους στο Πόρτο Γερμενό θα δοθούν σε 10 μέρες Αλέξης Τσίπρας: Από την καταγγελία του «καθεστώτος» σε πρόταση διακυβέρνησης – «Το 2015 ήξερα τι ήθελα, αλλά δεν ήξερα πώς να το κάνω»
Efsyn.gr

Κοστολογημένα προγράμματα vs πολιτική

Το δίπολο «κοστολογημένα προγράμματα vs πολιτική» αγγίζει τον πυρήνα της σύγχρονης δημοκρατίας: τη σύγκρουση ανάμεσα στον καθεστωτικό τεχνοκρατισμό και το όραμα της πολιτικής αλλαγής.
Η ουσία της πολιτικής αντιπαράθεσης είναι απλή: η κυβέρνηση συχνά κατηγορεί την αντιπολίτευση ότι κάνει «ανεξέλεγκτες» προεκλογικές υποσχέσεις χωρίς να εξηγεί πώς θα χρηματοδοτηθούν. Η κοστολόγηση δίνει έναν ανεξάρτητο, θεσμικό τρόπο να ελεγχθεί αν μια πρόταση «κλείνει» δημοσιονομικά. Η πολιτική αντιπαράθεση εστιάζει στην κοστολόγηση των προτάσεων.
Με λίγα λόγια: δεν είναι απλώς τεχνικό εργαλείο δημοσιονομικής διαφάνειας – έγινε και πολιτικό όπλο/επιχείρημα, αφού η κυβέρνηση το χρησιμοποιεί για να πιέσει την αντιπολίτευση να δικαιολογήσει τα οικονομικά της προγράμματα, ενώ η αντιπολίτευση αντιδρά αμφισβητώντας τη μεθοδολογία ή την ουδετερότητα εφαρμογής του.
Είναι γνωστό ότι η δημοσιονομική πολιτική, σημαντικό μέσο της οικονομικής πολιτικής, διαφέρει από τη λογιστική απεικόνιση δεδομένου ότι επενεργεί σχεδόν στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας. Συνεπώς και το μελλοντικό της αποτύπωμα είναι αβέβαιο λόγω ότι τα πάντα στην οικονομία λειτουργούν σε καθεστώς αβεβαιότητας. Επομένως η στατική-λογιστική απεικόνιση δεν σημαίνει τίποτε για τη δυναμική μιας δημοσιονομικής πράξης. Πρόκειται για την κλασική αντίθεση «static scoring» έναντι «dynamic scoring» στη δημοσιονομική ανάλυση, που γίνεται σε όλο τον κόσμο, όχι μόνο στην Ελλάδα.
Μια δημοσιονομική παρέμβαση δεν είναι απλώς μια γραμμή σε έναν ισολογισμό. Εχει: μακροοικονομικά feedback effects, συμπεριφορικές αντιδράσεις, δευτερογενείς επιδράσεις στις αγορές.
Αρα η στατική εκτίμηση απαντά σε ένα συγκεκριμένο, στενό ερώτημα: «πόσο κοστίζει αυτό ceteris paribus» και όχι «τι θα συμβεί στην οικονομία».
Ομως από τη στιγμή που κοστολογείται ένα μέτρο και έχει δημοσιονομικό αποτύπωμα, το αμέσως επόμενο ερώτημα είναι πώς θα χρηματοδοτηθεί. Αυτό μπορεί να γίνει με ανακατεύθυνση των εσόδων προς διαφορετικές δαπάνες ή με αύξηση των εσόδων ή με ανακατεύθυνση δαπανών ή με νέο δανεισμό. Οταν εισέλθει κανείς σε αυτή τη διαδικασία ουσιαστικά εισέρχεται στη δυναμική οικονομική πολιτική, διότι ό,τι και να επιλέξει θα υπάρξουν μεταβολές στις μακροοικονομικές μεταβλητές του συνολικού οικονομικού υποδείγματος. Ως εκ τούτου η στατική απεικόνιση του κόστους ουσιαστικά δεν σημαίνει τίποτε. Το ουσιαστικό είναι η χρηματοδότηση της δαπάνης και μάλιστα διαχρονικά συμπεριλαμβανομένων όλων των αλλαγών στη συμπεριφορά των μακροοικονομικών μεταβλητών.
Το σύστημα κοστολόγησης, που ανακοίνωσε το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (ΕΔΣ), φαίνεται να επικεντρώνεται σε ετήσιο/τετραετές δημοσιονομικό αποτύπωμα ανά μέτρο, με κατώφλι 50 εκατ. ευρώ.
Το ΕΔΣ εκτιμά καταρχάς τον άμεσο δημοσιονομικό αντίκτυπο των προτεινόμενων μέτρων. Ομως σε περίπτωση που μια πρόταση πολιτικής αναμένεται να επιφέρει σημαντικές (;) μεταβολές στην οικονομία, θα εξετάζονται και οι έμμεσες επιπτώσεις σε χρονικό ορίζοντα τετραετίας – χαρακτηριστικό παράδειγμα η μείωση ενός φόρου.
Θα πρέπει να πούμε στο σημείο αυτό ότι κάθε δημοσιονομικό μέτρο επιφέρει αλλαγές μέχρι να… εξαντληθεί. Στην πράξη, δεν υπάρχει «στατικό» μέτρο. Κάθε δημοσιονομική πράξη έχει κάποιο βαθμό δευτερογενούς επίδρασης – έστω ελάχιστες. Ακόμα και μια απλή μεταφορά πόρων μεταξύ δύο δαπανών επηρεάζει κατανάλωση, αποταμίευση, φορολογικά έσοδα, σε κάποιο βαθμό.
Αρα το κριτήριο του ΕΔΣ, «αν αναμένεται να επιφέρει σημαντικές μεταβολές στην οικονομία» δεν είναι binary (ναι/όχι) – είναι ζήτημα βαθμού, και κάπου πρέπει να μπει ένα υποκειμενικό όριο ανάμεσα σε «αμελητέο» και «σημαντικό».
Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα: ποιος αποφασίζει το όριο και με ποια κριτήρια; Δεν νομίζω ότι έχει καθοριστεί ποσοτική προδιαγραφή (π.χ. «πάνω από Χ% του ΑΕΠ θεωρείται σημαντικό») – άρα φαίνεται να μένει στην κρίση του ίδιου του Συμβουλίου με όλα τα συνεπαγόμενα.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...