Τελευταία νέα
Πόθεν έσχες: Τι δήλωσε ο Αντώνης Σαμαράς για εισοδήματα, καταθέσεις και ακίνητα Πόθεν Έσχες-Κασσελάκης: “Μοσχοπούλησε” ομόλογα και αμοιβαία – Εισέπραξε 3,8 εκατ. ευρώ ΣΥΡΙΖΑ: «Μεγάλες οι κυβερνητικές ευθύνες για το θαλάσσιο drone στο Ιόνιο» Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ ανήρτησε βίντεο με τον Νίκο Δένδια να λέει ότι η Ελλάδα έχει από τις ισχυρότερες αεροπορίες στον πλανήτη Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ ανάρτησε βίντεο με τον Νίκο Δένδια να λέει ότι η Ελλάδα έχει από τις ισχυρότερες αεροπορίες στον πλανήτη Το Πόθεν έσχες της Αφροδίτης Λατινοπούλου: Η πολιτικός που αύξησε τις καταθέσεις της κατά 82.000 ευρώ Π.Μαρινάκης: Η Ελλάδα θα προχωρήσει τον επόμενο μήνα σε πρόωρη αποπληρωμή χρέους, ύψους 6,9 δισ. ευρώ Τι απαντά ο Αδωνις για φωτογραφία που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο Aπό εμβληματικό κτήριο της Θεσσαλονίκης στις 21 Μαΐου οι ανακοινώσεις της Μ. Καρυστιανού Ε.Βόζεμπεργκ: Κατεπείγουσα ερώτηση προς την Κάλας για τις τουρκικές προκλήσεις σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο  Πόθεν Εσχες Ανδρουλάκη: Αγόρασε εξοχικό στη Σέριφο – Ερωτηματικό για τηνπτώση των καταθέσεων Πόθεν Έσχες: “Πέταξαν” στα 82.496 ευρώ τα εισοδήματα της Αφροδίτης Λατινοπούλου
Elculture.gr

«Κουκλίτσα» σε σκηνοθεσία Μαρίας Πανουργιά: Απελευθερώνοντας Το -ιψενικό αριστούργημα- Κουκλόσπιτο σε μία από τις καλύτερες παραστάσεις της χρονιάς

«Μια γυναίκα δεν μπορεί να είναι ο εαυτός της στη σύγχρονη κοινωνία, με νόμους που θεσπίζονται από άνδρες και με εισαγγελείς και δικαστές που αξιολογούν τη γυναικεία συμπεριφορά από ανδρική σκοπιά». Ερρίκος Ίψεν
«Ω, μη φοβάσαι. Έχω αποκοπεί πια από την κοινωνία, αλλά εσύ, δεν είναι αλήθεια ότι  περιφέρεσαι δηλώντας έντιμος άνδρας  Τι άλλο θέλεις;» “Mænd af Ære” Laura Kieler
Η δεκαεννιάχρονη Laura Kieler διαποτισμένη από συγγραφικές φιλοδοξίες και έχοντας έναν βαθύ θαυμασμό για τον Ερρίκο Ίψεν θα γράψει τη συνέχεια στο θεατρικό έργο του «Μπραντ» με τον τίτλο «Οι κόρες του Μπραντ». Θα έχει την τόλμη να του στείλει το θεατρικό της έργο, ο οποίος έδειξε τη διάθεση να γίνει μέντοράς της. Το καλοκαίρι του 1871 σε ένα ταξίδι στη Δρέσδη με τη μητέρα της θα γνωρίσει το ίνδαλμά της καθώς και τη σύζυγό του. Η γνωριμία αυτή θα εξελιχθεί σε μια λογοτεχνική φιλία με άδοξο τέλος.
Το 1873 η Laura παντρεύτηκε τον δάσκαλο Victor Kieler. Λίγο καιρό μετά τον γάμο τους, εκείνος προσβλήθηκε από φυματίωση και εκείνη για να τον σώσει πήρε δάνειο από τη νορβηγική τράπεζα, πλαστογραφώντας μια σειρά εγγράφων για να μπορέσει να χρηματοδοτήσει το ταξίδι του στην Ιταλία που θα μπορούσε -λόγω μεσογειακού κλίματος- να τον θεραπεύσει. Δεν του αποκάλυψε τίποτα για την πηγή που χρηματοδότησε το ταξίδι της σωτηρίας του. Πέρασε αρκετός καιρός και ενώ ο σύζυγός της είχε θεραπευτεί, η ίδια αδυνατούσε να αποπληρώσει το δάνειο. Στράφηκε, λοιπόν, στον Ίψεν -και μέσω της συζύγου του- του έστειλε το καινούριο της μυθιστόρημα εκλιπαρώντας τον να μεσολαβήσει στον εκδότη του, ενώ στα γράμματά της του εκμυστηρεύτηκε τα γεγονότα που την ανάγκαζαν να ζητήσει κάτι τέτοιο.

Το μυθιστόρημά της, φάνηκε στον Ίψεν άνευ αξίας, αλλά η πραγματική της ιστορία του φάνηκε συναρπαστική. Και τον ενέπνευσε να γράψει ένα από τα συνταρακτικότερα θεατρικά έργα του δυτικού πολιτισμού. Ένα έργο που πυρπολούσε κάθε παγιωμένη πατριαρχική αντίληψη για τη θέση της γυναίκας τόσο στο οικογενειακό περιβάλλον, όσο και στο κοινωνικό ιστό. Το περίφημο «Νόρα ή Το Κουκλόσπιτο». Εντωμεταξύ η Laura Kieler, οδηγημένη από την απελπισία της, θα εκδώσει μια ακάλυπτη επιταγή, γεγονός που θα πληροφορηθεί ο άνδρας της, όπως και όλη την υπόλοιπη ιστορία. Ο Victor Kieler δεν θα νιώσει καμιά ευγνωμοσύνη για τη διάσωσή του -έστω και με αυτές τις πρακτικές- από τη σύζυγό του. Θα την εξευτελίσει, θα της απαγορεύσει να βλέπει τα παιδιά της, ενώ παράλληλα θα της επιβάλλει ένα ταπεινωτικό διαζύγιο. Εκείνη θα καταρρεύσει ψυχικά, και όπως συνηθιζόταν τότε με τις «ενοχλητικές» συζύγους θα την κλείσει σε άσυλο. Η ιστορία της, δια χειρός Ερρίκου Ίψεν, ανεβαίνει για πρώτη φορά  στις 21 Δεκεμβρίου του 1879, στην Κοπεγχάγη με την Μπέτι Χένινγκς στον πρωταγωνιστικό ρόλο στο Βασιλικό Θέατρο της Δανίας προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων. Ιδίως για το ριζοσπαστικό του τέλος. Ένα τέλος πέρα από κάθε ανοχή και αντοχή τής τότε κοινωνικής πραγματικότητας που θα εξοργίσει τους κριτικούς και θα εξαγριώσει το κοινό. Το έργο το ακολουθούσε μια τέτοια ηθική κατακραυγή για την «την ηθική κατάπτωση» της ηρωΐδας που άφησε την οικογενειακή εστία, εγκαταλείποντας τον σύζυγο και τα παιδιά της που αρκετά θέατρα αρνήθηκαν να το ανεβάσουν. Δύο χρόνια αργότερα, όταν επρόκειτο να παιχτεί στη Γερμανία η πρωταγωνίστρια επέβαλλε στον Ίψεν να αλλάξει το τέλος δηλώνοντας ότι εκείνη «δεν θα άφηνε ποτέ τα παιδιά της». Ο διαπρεπής συγγραφέας θα αναγκαστεί να το αλλάξει, δηλώνοντας ότι αυτό αποτελεί: «βάρβαρη προσβολή του έργου».

Εντωμεταξύ, η Laura Kieler θα βγει από το άσυλο. Θα εκλιπαρήσει τον σύζυγό της να τη δεχτεί πίσω στην οικογενειακή εστία. Και αυτός επιδεικνύοντας φίλαυτη μεγαλοψυχία θα τη δεχτεί πίσω. Ωστόσο, δεν θα της επιτρέψει να δει τα παιδιά της παρά δύο χρόνια αργότερα. Η ίδια δεν θα συγχωρήσει, όμως, τον Ερρίκο Ίψεν. Δεν μπορούσε βέβαια να τον κατηγορήσει για λογοκλοπή, αφού επρόκειτο για τη δική της πραγματική ιστορία, όμως η έλλειψη σεβασμού προς την ιδιωτικότητά της είναι ένας αδιαπραγμάτευτος λόγος. Η Laura Kieler θα καταφέρει να επουλώσει τις πληγές και το 1890 μέσω του θεατρικού της έργου “Mænd af Ære” (Άνδρες τιμής), μια σάτιρα θα στηλιτεύσει τον διάσημο συγγραφέα για τις πρακτικές του. Και αργότερα στην εισαγωγή του μυθιστορήματός της “Silhouetter”, θα συμπεριλάβει μια αφήγηση για την ταραγμένη της σχέση μαζί του.
Ο διακεκριμένος συγγραφέας θα της απαντήσει λογοτεχνικά στο κύκνειο άσμα του «Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί». Εκείνη αργότερα θα αφοσιωθεί τόσο στον αγώνα υπέρ των καταπιεσμένων όσο και στον αγώνα για το γυναικείο ζήτημα. Δημοσίευσε άρθρα, έδωσε διαλέξεις και εκπροσώπησε τη Δανία  στο Διεθνές Συνέδριο Γυναικών στο Σικάγο για τη Δανία το 1893. Ενώ το θεατρικό έργο που ενέπνευσε η ιστορία της, θα γίνει ένα από τα συνταρακτικότερα αλλά και επιδραστικότερα έργα όλων των εποχών. Απόδειξη για τα παραπάνω αποτελεί η απόφαση της UNESCO το 2001 να εντάξει τα υπογεγραμμένα από τον Ίψεν χειρόγραφα του έργου στο Μητρώο Μνήμης του Κόσμου ως αναγνώριση της ιστορικής τους αξίας.
Διορατικός ή ανάλγητος; Ιδιοφυής ή καιροσκόπος; Εκμεταλλευτής μιας αδήριτης ανάγκης ή υπέρμαχος των δικαιωμάτων της γυναίκας; Όποια από τις δύο απόψεις και αν υπερτερεί στη σκέψη μας, κανείς μας δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη συνταρακτική αλλαγή που επέφερε στη συνείδησή μας η αδιανόητη για την εποχή της,  η ανήκουστη, η γενναία πράξη μιας εξουθενωμένης από την πατριαρχική καταπίεση μεσοαστής, μητέρας και συζύγου του 19ου αιώνα που πίστευε ότι όλος ο κόσμος είναι το σπιτικό της, και δεν υπάρχει τίποτα πέρα από αυτό να ανοίξει την εξώπορτα και να αφήσει την πνιγηρή, ταπεινωτική της «ασφάλεια» για να αναζητήσει τον εαυτό της, την αξιοπρέπειά της, στον απέραντο κόσμο. Η Νόρα Χέλμερ θα αφήσει φεύγοντας μισάνοιχτη την εξώθυρα του σπιτιού της γκρεμίζοντας την πεπατημένη θεματική της θεατρικής γραφής, και χαράζοντας νέα μονοπάτια απάτητα, δίνοντας πίστη και ελπίδα στο κατακρεουργημένο από την πατριαρχική επιβολή γυναικείο κομμάτι της ανθρωπότητας που αναζητά τη χειραφέτηση, την προσωπική ταυτότητα και το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό. Ενώ ο έντρομος, αποδυναμωμένος σύζυγός της την ικετεύει να μείνει έστω για ένα βράδυ.

Η σκηνοθεσία της Μαρίας Πανουργιά ως συνομιλία με τον κυτταρικό πυρήνα του ιψενικού κειμένου
Χρειάζεται ιδιάζουσα ευαισθησία, διεισδυτική ματιά και τόλμη ενάμισι αιώνα μετά από την πρώτη παράσταση ενός τόσο πολυπαιγμένου και φημισμένου έργου, να βρει ο δημιουργός τού σήμερα ουσιαστικό λόγο σκηνικής ύπαρξης μιας ακόμα επαναδιατύπωσής του. Και η Μαρία Πανουργιά με τους συνεργάτες της το κατορθώνουν. Η ιδιοσυγκρασιακή σκηνοθέτις καταθέτει μία από τις πιο σημαντικές παραστάσεις της θεατρικής χρονιάς που διανύουμε. Και μία από τις πιο ενδιαφέρουσες παραστασιακές  επαναδιατυπώσεις του ιψενικού αριστουργήματος.
Επιλέγει ως πρωτογενές υλικό για τη διασκευή της την εξαιρετική μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα που τη μεταπλάθει σε ένα σκηνικό γεγονός σκηνοθετικής ακρίβειας, ευκρινούς καλλιτεχνικού ιδιώματος και ευθύβολων επανανοηματοδοτήσεων. Αντιμετωπίζει το ιψενικό αριστούργημα σαν ένα παλίμψηστο, που μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν της δημιουργίας του, επικαλύφθηκε από αισθητικές, νοοτροπίες, ιδεολογικά προτάγματα, συμβολισμούς, νοηματοδοτήσεις, πολιτισμικές αναγνώσεις που επικάθησαν στην αρχική πρόθεση. Θα κατορθώσει να διεισδύσει στον αρχικό του πυρήνα απελευθερώνοντας το υπόκωφα άγριο, σπαρακτικά απογυμνωτικό, αναπάντεχα σκληρό, και επώδυνα απελευθερωτικό κύτταρό του. Και θα συνομιλήσει σκηνικά μαζί του αποκαλύπτοντας εκκωφαντικά, όσα ο Ερρίκος Ίψεν αναγκάστηκε να υπονοήσει λόγω της καθεστηκυίας ηθικής του 19ου αιώνα με αιχμή στη φίμωση της γυναικείας σεξουαλικής επιθυμίας, που μετατρέπεται σε μια τερατώδη πείνα που φτάνει να καταβροχθίζει κάδρα και αντικείμενα για να κατευναστεί η -από αιώνες- φιμωμένη ανάγκη της.

Θεωρώ ότι η δραματουργική επεξεργασία είναι εύστοχη, συγκροτημένη  και παραστασιακά λειτουργική. Η δραματουργική επιλογή (μεταξύ των άλλων)  της απλής σκιαγράφησης των χαρακτήρων των Κρόγκσταντ  και Λίντε, καθώς και η περιληπτική σκηνική αναφορά στο κοινό τους παρελθόν ως ζευγάρι πιστεύω ότι λειτουργεί προς όφελος της σκηνικής οικονομίας.
Η Έρι Κύργια ως δραματολόγος της παράστασης μας προσφέρει με την επιμέλειά της στο πρόγραμμα ένα εξαιρετικό εργαλείο αποκρυπτογράφησής της, προσφέροντάς μας μια διευρυμένη αναγνωστική θεματική βεντάλια και με κείμενα που αντανακλούν τις σύγχρονες θεωρητικές θεατρολογικές (και μη) αναζητήσεις. Θα ξεχωρίσω το κείμενο της Μαρίας Σικιτάνο (συμπεριλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο «Η αριστερά και ο Ιψεν», εκδ. Τόπος 2003), καθώς και το κείμενο με τον τίτλο: «Το σπίτι ενός ξένου» της Άννας-Μαρίας Πισκοπάνη που γράφτηκε ειδικά για το πρόγραμμα της παράστασης.

Η θέα από τα φωτισμένα παράθυρα των άλλων…
«Πολλές φορές στα όνειρά μου στέκομαι έξω από ένα σπίτι. Είναι νύχτα και τα φώτα είναι ανοιχτά. Βλέπω τους ανθρώπους να μετακινούνται από δωμάτιο σε δωμάτιο.» Μαρία Πανουργιά
Αντικρίζουμε το σπίτι των Χέλμερ καθώς πλησιάζουν Χριστούγεννα. Τα μεγάλα φωτισμένα παράθυρα δίνουν πρόσβαση στα αδιάκριτα μάτια μας. Μεσοαστική καθαριότητα και τάξη που παραπέμπουν στο στερεότυπο της οικογενειακής γαλήνης και ευτυχίας της μεταπολεμικής πουριτανικής Ευρώπης. Όλα τα δωμάτια είναι προσεγμένα, τακτικά, φρεσκοβαμμένα και δείχνουν φιλόξενα, εκτός από ένα ερειπωμένο, με μουχλιασμένους τοίχους και έναν σταυρό να δεσπόζει στον ημικατεστραμμένο τοίχο. Και αυτό είναι το παιδικό δωμάτιο που φιλοξενεί τα τρία παιδιά της οικογένειας. Μια μικρή προοικονομία στον ζόφο. Η ατμόσφαιρα δείχνει χαρούμενη καθώς η νεαρή μητέρα παίζει με τα παιδιά της τυφλόμυγα υπό το άγρυπνο βλέμμα της σιωπηλής, πειθήνιας και πανταχού παρούσας νεαρής υπηρέτριας. Σε λίγο το μαύρο μαντήλι θα κλείσει τα μάτια του μεγαλύτερου κοριτσιού της οικογένειας και το παιδί θα επιλέξει μια εκούσια τύφλωση, και θα παραμείνει έτσι. Όταν το παιδικό παιχνίδι και ο πιο ζοφερός εφιάλτης μέλλεται να συναντηθούν.
Το σκηνικό της Πουλχερίας Τζόβα και Μαρίας Πανουργιά που απεικονίζει το σπίτι αντιγράφει το σκανδιναβικό μοντέλο δημιουργώντας έναν ανοιχτό χώρο μεταξύ του πατώματος και του εδάφους. Η συνύφανση σκηνοθεσίας και σκηνογραφίας προσφέρει μια ευανάγνωστη και ευθύβολη συμβολοποίηση των παραστασιακών σημείων και παρέχει μια απρόσκοπτη ροή πρόσληψης μεταξύ σκηνής και θεατών. Αποτυπώνοντας ένα εύρυθμο, ευφάνταστο, εύστοχο παραστασιακό αποτέλεσμα.
Τα ηχητικά τοπία του Γιώργου Μυζήθρα, καθώς και οι υποβλητικοί συχνά εφιαλτικοί φωτισμοί του Δημήτρη Κασιμάτη συνεπικουρούν στο εύστοχο παραστασιακό αποτέλεσμα. Ο σοκαριστικός τρόπος που η Ζωή Χατζηαντωνίου κινεί τα επί σκηνής πάσχοντα σώματα ιδίως της Νόρας και των παιδιών είναι εξόχως εύστοχος και αποκαλυπτικός
Εύστοχη και αποκαλυπτική στη δημιουργία των κοστουμιών η ευφάνταστη Ιωάννα Τσάμη.

Ερμηνείες:
Η λεπτομερής, όσο και δεξιοτεχνική σκηνοθεσία αποκαλύπτεται και από την υποκριτική διδασκαλία των ερμηνευτών, που η Μαρία Πανουργιά την αντιλαμβάνεται σαν μια διεύθυνση συμφωνικής ορχήστρας, που απαιτεί απόλυτη ακρίβεια, καθώς η κάθε δράση ενός ερμηνευτή συνοδεύεται από ένα παλιρροιακό κύμα αλλεπάλληλων υπαινικτικών δράσεων. Επιτυχής επιλογή τόσο στον σχεδιασμό, όσο και στην πραγμάτωση.
Απόλυτα εναρμονισμένοι με το αισθητικό και ιδεολογικό πνεύμα της παράστασης οι Άρης Αρμαγανίδης ως  γιατρός Ρανκ και η Ελεάνα Γεωργούλη ως  Λίντε χωρίς όμως να τους δίνεται περαιτέρω ερμηνευτικό πεδίο.

Οι βουβές παρουσίες:
Εξαιρετικά εύστοχη η Χριστιάνα Ματέλσκα -Τόκα ως αμίλητη  υπηρέτρια. Πανταχού παρούσα, πάντα με επίγνωση του ρόλου της. Εξωτερικά πειθήνια, εκπροσωπεί -κατά τη γνώμη μου- τον πιο σκληρό και βάναυσο επικριτή της Νόρας Χέλμερ. Πιστή όχι στον αφέντη της, αλλά στις αρχές του πατριαρχικού μοντέλου, που το θεωρεί σωτήριο για τη διατήρηση της ισορροπημένης κοινωνίας, επιμένει να αγνοεί το πόσο εγκλωβισμένη είναι και η ίδια. Αυτό αποκαλύπτεται όταν με βάναυση λύσσα παλεύει να εμποδίσει τη Νόρα να εγκαταλείψει το σπίτι. Αμπαρώνοντας πόρτες και κλειδώνοντας παράθυρα, παλεύοντας να σφραγίσει το σπίτι, ακόμα και ασκώντας σωματική βία ώστε να εμποδίσει κάθε πιθανή διαφυγή. Μετατρέπεται σχεδόν σε ένα ανάλγητο δεσμοφύλακα-δεσμώτη της κυρίας της για την κοινωνική θέση και ζωή της οποίας τρέφει μια υποβόσκουσα ζήλια.
Οι βουβές παρουσίες των παιδιών της οικογένειας Χέλμερ, Δέσποινα Καραγιάννη, Μαρίνα Μάλλιου και Κατερίνα Παπαδάκη, που η σκηνοθετική επιλογή τα μετατρέπει και τα τρία σε κορίτσια, ενώ στην ιψενική εκδοχή τα παιδιά της οικογένειας είναι δύο αγόρια και ένα κορίτσι είναι από τα πιο συνταρακτικά στοιχεία της παράστασης. Απορροφούν κάθε μορφής τοξικότητα που δημιουργούν οι ενήλικες. Η βιωμένη τοξικότητα τα μεταμορφώνει σε εφιαλτικές, βουβές φιγούρες που το σκάνε από την καταπακτή δίνοντας διαστάσεις ζόφου στο παιχνίδι της τυφλόμυγας. Έρπουν εκτός της ερεβώδους οικίας, ίδιοι αρουραίοι της νύχτας. Μια σοκαριστική παραστασιακή επιλογή που αποτυπώνει τι μπορεί να συμβεί στις παιδικές ψυχές όταν μεγαλώνουν σε τοξικά περιβάλλοντα.

Υπόδουλοι της πατριαρχικής επιταγής εν αγνοία τους
Ο τοκογλύφος Κρόγκσταντ (Μπάμπης Γαλιατσάτος) που εκβιάζει και τελικά θέτει την υπόληψη της Νόρας σε κίνδυνο, καθώς και ο σύζυγός της Τόρβαλντ (Φιντέλ Ταλαμπούκας) εκπροσωπούν τα κατευθυνόμενα σκέλεθρα του πατριαρχικής επιταγής, και διαβιούν δυστυχισμένοι και υπόδουλοί της. Εκ πρωιμίου ηττημένοι, βαθιά ματαιωμένοι, ενδύονται το κοστούμι της επιβολής που κατ’ ουσίαν τους θρυμματίζει κάθε ίχνος προσωπικότητας.
Ο Κρόγκσταντ υπάρχει μόνο όταν εκβιάζει και αυτοσυντρίβεται. Και ο Τόρβαλντ απέκτησε οντότητα μόλις κατάφερε να γίνει διευθυντής στην Τράπεζα και να παρέχει υλικά αγαθά στην οικογένειά του ως μέσω αυτοπραγμάτωσης. Οφείλει να είναι ο έμπειρος ο γνώστης, ο καθοδηγητής, ο ισχυρός ενώ αποδεικνύεται ο έντρομος, ο ελάχιστος, ο συμπλεγματικός, ο ανεπαρκής, ο αναφροδισιακός. Ντυμένος με τη στολή άγριου ζώου, με τα παντελόνια κατεβασμένα γελοίος και απροστάτευτος στο πιο διαβρωτικό σύστημα που τον καταπίνει. Όταν η Νόρα του ανακοινώνει ότι θα φύγει μεταβάλλεται σε ανήμπορο ικέτη που την παραλαλά να μείνει έστω μια νύχτα. Που την ικετεύει να του πει πού θα πάει για να της στέλνει χρήματα. Θρυμματισμένο  κύμβαλο αλαλάζον των πατριαρχικών προταγμάτων που τον συνέθλιψαν.
Εύστοχη αυτή η σκηνοθετική επιλογή καθώς ο πατριαρχικός κόσμος δεν διάλυσε μόνο ζωές γυναικών, αλλά συνέτριψε και προσωπικότητες ανδρών που το ενστερνίστηκαν. Εύστοχα υπηρετεί το σκηνοθετικό όραμα ο Μπάμπης Γαλιατσάτος.
Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ιδιοσυγκρασιακή σπουδή ως «ιδανικός σύζυγος» μας προσφέρει ο πολύ καλός Φιντέλ Ταλαμπούκας.

Ταραντέλα ή το δάγκωμα της αράχνης…
Η  Νόρα της Στέλλας Βογιατζάκη δεν είναι αθώα, αδύναμη, πιστή, χαριτωμένη, ούτε θύμα. Είναι επιζήσασα. Γλιστράει μέσα από τα πλοκάμια του πατριαρχικού θηρίου, ξεγελώντας το. Ακροβατεί όλη της τη ζωή σε αυτό που της επιβάλλουν να είναι και σε αυτό το άγνωστο που είναι. Δεν έχει προλάβει να αναρωτηθεί ποιο είναι αυτό, αφού προέχει να επιβιώσει. Παρθένα, εκποιημένη από τον γεννήτορά της στον σύζυγό της προσποιείται τη στοργική κόρη, την πειθήνια σύζυγο, τη θυσιαζόμενη μητέρα. Μόνο που δεν είναι τίποτα από αυτά. Χορεύοντας ξέφρενα τον ιταλικό χορό της ταραντέλας που η παράδοση λέει ότι το χορεύει σε μια προσπάθεια ίασης όποιον τον έχει δαγκώσει δηλητηριώδης αράχνη, προσπαθεί να απαλλαγεί από τη δηλητηριασμένη, ενεχυριασμένη ζωή της. Κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα αδηφάγο βουλιμικό τέρας που κατατρώει το δηλητηριασμένο ζαχαρένιο κουκλόσπιτό της, κινδυνεύει να κατασπαράξει και τις ζωές των παιδιών της και το μέλλον τους. Σεξουαλικά υποσιτισμένη θα αποπειραθεί την ερωτική πράξη με το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στην άδεια κρεβατοκάμαρα των παιδιών της. Ελπίζοντας ότι ο πελώριος, αρχέγονος φαλλός θα την κατευνάσει. Η υπηρέτρια με βουβή βδελυγμία θα απομακρύνει το δέντρο από το σώμα της. Μια συνταρακτική σκηνή. Το δηλητηριασμένο κουκλόσπιτό της δεν θα την αποδεσμεύσει ανώδυνα. Αφού την κλείσουν στο προκρούστειο κουτί του ταχυδακτυλουργού, αφού σφραγίσουν κάθε πιθανό άνοιγμα του σπιτιού μετατρέποντάς το σε τάφο, εκείνη θα καταφέρει να δραπετεύσει σχεδόν γυμνή. Μια συγκλονιστική σκηνή του φινάλε. Η Στέλλα Βογιατζάκη μας χαρίζει μια συνταρακτική ερμηνευτική κατάθεση αποτυπώνοντας την εμβληματική ιψενική ηρωΐδα.

…Συνοψίζοντας
Αντικαθιστώντας τη ρεαλιστική ιψενική γραφή με τη φαντασιακή διάνοιξη του εφιάλτη, η Μαρία Πανουργιά σκηνοθετεί με απόλυτη ακρίβεια, ξεχωριστή δεξιοτεχνία, ιδιάζουσα ευαισθησία, διεισδυτική ματιά και θαυμαστή γενναιότητα το ιψενικό αριστούργημα απελευθερώνοντας το υπόκωφα άγριο, σπαρακτικά απογυμνωτικό, αναπάντεχα σκληρό, και επώδυνα απελευθερωτικό κύτταρό του, δημιουργώντας μία από τις καλύτερες παραστάσεις της χρονιάς που διανύουμε.  
Info παράστασης:
Κουκλίτσα | Εθνικό Θέατρο, Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του Κτηρίου Τσίλλερ
The post «Κουκλίτσα» σε σκηνοθεσία Μαρίας Πανουργιά: Απελευθερώνοντας Το -ιψενικό αριστούργημα- Κουκλόσπιτο σε μία από τις καλύτερες παραστάσεις της χρονιάς appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...