Η πρόβα κυλούσε ήρεμα, οργανωμένα, με ρυθμό. Δοκιμές στα φώτα, στον ήχο, στον τρόπο που στήνονται, στις κινήσεις τους. Με ένα δυνατό “Go” το πίσω μέρος της σκηνής ανοίγει. Μια εντυπωσιακή αποκάλυψη. Σαν να τραβήχτηκε μια αυλαία μέσα στην αυλαία. Και τότε, μπροστά μας φανερώθηκε η καρδιά του παρασκηνίου.
Μέσα από αυτό το άνοιγμα, εισβάλλει η La mamma, μια εκρηκτική παρουσία που κατακτά τον χώρο. Φορώντας ένα εντυπωσιακό μαύρο φόρεμα με χρυσές κεντημένες λεπτομέρειες και το πρόσωπο της Μαρίας Κάλλας τυπωμένο επαναληπτικά στο τελείωμά του και στην τεράστια ουρά του, η αλληγορία γίνεται προφανής: εδώ αναμετρώνται η ανθρώπινη ματαιοδοξία και η υπερβολή.
Βρίσκομαι στην πρόβα της παράστασης, Viva la mamma!, βασισμένης στο ομώνυμο έργο του Γκαετάνο Ντονιτσέττι – μια απολαυστική σάτιρα για όσα συμβαίνουν πίσω από τις κουίντες ενός μουσικοθεατρικού θιάσου. Παρακολουθούμε έναν παθιασμένο αλλά ημιερασιτεχνικό σύλλογο να επιχειρεί να ανεβάσει μια όπερα, μέσα σε μια αίθουσα που δεν είναι καν έτοιμη να τους δεχτεί.
Πρόκειται για τον Ελληνοϊταλικό Οπερατικό Σύλλογο Καλλιθέας – τον ΕΛΟΣΚΑ – μια μίξη Ιταλών και Ελλήνων, ενώ ο φετινός επίσημος προσκεκλημένος είναι ένας Γερμανός τενόρος που μοιάζει να ανήκει σε άλλη όπερα. Μια από εκείνες τις περιπτώσεις που ένας σύλλογος, για να φέρει τον «επαγγελματία από το εξωτερικό», οργανώνει λαχειοφόρους αγορές, χορούς, συγκεντρώνει χρήματα με κόπο για να αποκτήσει κύρος. Ο Φρίντριχ Σνίτσελ – όνομα ενδεικτικό της ελαφριάς ειρωνείας της παράστασης- είναι το σύμβολο αυτής της φιλοδοξίας: ο διεθνής καλεσμένος που ανεβάζει το επίπεδο.
Στο πρωτότυπο έργο του Γκαετάνο Ντονιτσέττι δεν υπάρχει Γερμανός τενόρος. Η επιλογή της Σοφίας Πάσχου να εισαγάγει αυτή τη φιγούρα είναι συνειδητή μα κυρίως ομαδική. Γιατί ολόκληρη η παράσταση έχει στηθεί από όλη την ομάδα.
«Η διαδικασία ξεκίνησε από την προσωπική αλήθεια των ερμηνευτών. Ο καθένας έφερε βιώματα, παρατηρήσεις, εμπειρίες. Το έργο δεν προϋπήρχε σε μια αυστηρή μορφή αλλά χτίστηκε μέσα από τη συλλογική εργασία», μοιράζεται στο ελc η Σοφία Πάσχου. Θυμάται την πρώτη συνάντηση που έκανε με την ομάδα: «Δεν υπάρχει έργο, υπάρχει μια ιδέα», θα τους πει. Και όλοι μαζί, με αυτή την ιδέα για αφετηρία διαμόρφωσαν το κείμενο. Απλά, ανθρώπινα μέσα από το βίωμα και την εμπιστοσύνη. «Μπήκαν και βούτηξαν. Είναι σπουδαίοι ηθοποιοί, σπουδαία ομάδα».
Η βασική ιστορία της αρχικής όπερας παραμένει αναγνωρίσιμη, όπως και ο πυρήνας του αρχικού λιμπρέτου. Ωστόσο, στη νέα αυτή εκδοχή όλα έχουν υποστεί μια χιουμοριστική μετατόπιση. Ένα από τα βασικά ερωτήματα που απασχόλησαν τη Σοφία Πάσχου ήταν απλό και θεμελιώδες: γιατί τραγουδούν; Γιατί σε μια όπερα οι χαρακτήρες εκφράζονται μέσα από το τραγούδι;
«Πάντα όταν έβλεπα όπερα», λέει, «ήθελα να το δικαιολογήσω. Γιατί τραγουδάνε;». Η λύση που βρήκε, μαζί με τη δραματουργική ομάδα, ήταν να αποκτήσει το ίδιο το τραγούδι οργανικό ρόλο. Τα μουσικά κομμάτια του αυθεντικού έργου εδώ αντιμετωπίζονται σαν «κομμάτια της παράστασης που η ερασιτεχνική ομάδα κάνει πρόβα». Το αρχικό λιμπρέτο παραμένει ίδιο αλλά έχουν προστεθεί μουσικά αποσπάσματα, από ηπειρώτικα μέχρι Μίμη Πλέσσα.
Έτσι, οι χαρακτήρες τραγουδούν γιατί θέλουν να τραγουδήσουν, γιατί προβάρουν τον ρόλο τους. Ο χώρος είναι ακατάστατος – η χρήση του, άλλωστε, «ανεπίσημη». Παρακολουθούμε τις πρόβες, μέσα στην πρόβα που γίνονται πεδίο μάχης. Καπρίτσια, μικροαντιπαλότητες, ένας αυτάρεσκος τενόρος από το εξωτερικό, εσωτερικές διαμάχες ιεραρχίες για τη μαρκίζα διαρκώς σε ανατροπή. Οι μονωδοί μιλούν ελληνικά και τραγουδούν ιταλικά, ενώ η σκηνή γεμίζει αντικείμενα που μετακινούνται διαρκώς, σαν να προσπαθούν και αυτά να διεκδικήσουν τον δικό τους ρόλο. Καταπληκτική η σκάλα, μια απλή σκάλα που λειτουργεί μεταφορικά σαν …τη Σκάλα του Μιλάνου.
Η όπερα του Γκαετάνο Ντονιτσέττι παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1827 στη Νάπολη ως μονόπρακτη οπερατική φάρσα με τον τίτλο «Θεατρικές συμβάσεις και ασυμβατότητες». Αντλώντας το θέμα της από το κωμικό δίπτυχο του Αντόνιο Σιμεόνε Σογκράφι, εστίαζε με σατιρική διάθεση στον ίδιο τον κόσμο του θεάτρου και στο παρασκήνιό του: στις μικρότητες, τις φιλοδοξίες, τις ατέρμονες αντιπαραθέσεις. Σχεδόν δύο αιώνες μετά, η La mamma παραμένει το κέντρο βάρους. Mια φορτική, υπερπροστατευτική μητέρα – ρόλος γραμμένος εξαρχής για ανδρική φωνή. Η γκροτέσκα και σατιρική δύναμη της μορφής υπήρξε καθοριστική για τη δημοτικότητα του έργου.
«Eίναι από εκείνες τις μαμάδες που όλοι έχουμε συναντήσει ή μεγαλώσει δίπλα τους. Μια γυναίκα που έχει σταματήσει τη ζωή της. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από την κόρη της. Ζει μέσα από εκείνη. Και ξαφνικά, εισβάλλει στη Λυρική για να τραγουδήσει. Να υπάρξει στη σκηνή. Να πάρει τον χώρο που πιστεύει ότι της ανήκει. Το κάνει “γκράντε”, γιατί δεν ξέρει να το κάνει αλλιώς. Φορά ένα ειδικά κατασκευασμένο φόρεμα με επτά μέτρα ουρά. Το ζει όλο», θα μου πει κατά τη διάρκεια της πρόβας η σκηνοθέτρια Σοφία Πάσχου.
Η Άγκατα, που υποδύεται ο εξαιρετικός Μάριος Σαραντίδης δεν είναι καρικατούρα. «Η επιλογή του Γκαετάνο Ντονιτσέττι να γράψει τον ρόλο της La mamma για βαρύτονο δεν ήταν ένα απλό κωμικό τέχνασμα. Ήταν μια κίνηση εξαιρετικά μπροστά από την εποχή της. Μέσα από τη διακωμώδηση, σχολίαζε ήδη την φιγούρα της επιβλητικής, “νταρντάνας” γυναίκας της Νάπολης, μιας μορφής ηχηρής, παρεμβατικής» συνεχίζει η Σοφία Πάσχου.
Ωστόσο, μία από τις μεγαλύτερες διαφοροποίησης αυτής της σύγχρονης απόδοσης, όπως τονίζει η Σοφία Πάσχου, αφορά την ίδια την ισορροπία των ρόλων. Σε πολλές διασκευές του Viva la mamma!, η La mamma μονοπωλεί το ενδιαφέρον· οι υπόλοιποι χαρακτήρες λειτουργούν σχεδόν ως σκηνικό πλαίσιο. Εδώ, όμως, δεν υπάρχει μία κεντρική φιγούρα και «οι άλλοι». Υπάρχει ένα σύνολο. «Ο Φανούρης Αραμπατζής, ο μαέστρος, ταυτόχρονα ιδιοκτήτης μιας σχολής οδηγών όπως χιλιάδες κόσμος κάνει το όνειρό του πραγματικότητα να γίνει μαέστρος και έχοντας ένα κονέ στη Λυρική βρίσκει αυτό τον χώρο για τον Σύλλογο και τις πρόβες τους, ο Αντώνης ο τεχνικός της Εναλλακτικής Στέγης», θα πει η Σοφία Πάσχου. «Οι χαρακτήρες είναι αστείοι, αλλά αναγνωρίσιμοι. Δεν γελάς με αυτούς, γελάς γιατί κάτι σου θυμίζουν».
Στον σκηνικό κόσμο της παράστασης, τα κοστούμια λειτουργούν ως προέκταση του χαρακτήρα. Αυτή ήταν η αρχική ιδέα. «Όσο πιο μεγάλο ψώνιο ο ρόλος, τόσο πιο μεγάλη η ουρά», λέει η Σοφία Πάσχου. Το ύφασμα κατακλύζει τη σκηνή. Ογκώδεις φόρμες, μακριές ουρές που εντυπωσιάζουν και ολοκληρώνουν το εικαστικό σύμπαν συνυπογράφοντάς το με χιούμορ μα και αριστοτεχνία από την Κλαιρ Μπρέισγουελ.
Μέσα σε αυτή τη σκηνική υπερβολή, η πρόκληση για τους ερμηνευτές εμφανής. Οι λυρικοί τραγουδιστές και οι ηθοποιοί εκτός από την φωνητική απόδοση του λιμπρέτου, καλούνται να το αποδώσουν και σωματικά. Η έντονη κινησιολογία απαιτεί ακρίβεια, αντοχή και ρυθμική πειθαρχία – το σώμα κινείται αδιάκοπα, ενώ η φωνή οφείλει να παραμένει μουσικά ακριβής. Φωνή και σώμα σε πλήρη ισορροπία μέσα στην ίδια παρτιτούρα.
Ο στόχος της Σοφίας Πάσχου σε αυτό το σκηνοθετικό εγχείρημα είναι να δημιουργήσει μια παράσταση που να μπορεί να συναντήσει και εκείνον που δεν βλέπει όπερα. Να μην αισθανθεί ξένος. Να μπορέσει να ακούσει μια εξαιρετική μουσική, να απολαύσει τον ήχο, χωρίς το βάρος μιας «υποχρεωτικής» υψηλής κουλτούρας, να γελάσει, να διασκεδάσει. Η ιδέα αυτή υπήρχε στο μυαλό της από το 2019, αλλά η πανδημία ανέστειλε τα σχέδια. Εκείνη την περίοδο τη μοιράστηκε μόνο με έναν άνθρωπο: τον Αλέξανδρο Ευκλείδη, ο οποίος – όπως λέει – περίμενε με υπομονή, χωρίς άγχος, την κατάλληλη στιγμή για να υλοποιηθεί.
Το αποτέλεσμα που διαφαίνεται ήδη στην πρόβα είναι μια κωμωδία βασισμένη στη λεπτομέρεια. Μια σάτιρα που αποκαλύπτει το θέατρο μιλώντας για το ίδιο το θέατρο. Η Σοφία Πάσχου βλέπει στο έργο ένα ευρύτερο σχόλιο για τη συνάντηση των ανθρώπων: «Υπάρχει ένα σχόλιο για τη θεατρική συνθήκη», λέει, «αλλά και για τον κόσμο γενικότερα. Τι συμβαίνει όταν κάποιοι άνθρωποι βρεθούν μαζί; Είτε είναι θέατρο, είτε τράπεζα, είτε ένας οργανισμός, είτε μια κλειστή κοινότητα, οι ίδιες δυναμικές επαναλαμβάνονται. Πάντα θα υπάρχει εκείνος που διεκδικεί περισσότερο χώρο. Εκείνη που είναι η πιο φιλόδοξη. Ο πιο ανασφαλής. Ο πιο θορυβώδης. Ο πιο ευάλωτος. Η θεατρική συνθήκη λειτουργεί ως μεγεθυντικός φακός: αυτό που βλέπουμε επί σκηνής είναι μια μικρογραφία του κόσμου».
Μέσα σε αυτή τη μικρογραφία υπάρχει ειλικρίνεια. Διακρίνεις ανθρώπους που αγαπούν βαθιά αυτό που κάνουν. Θα βρουν τον χώρο, θα βρουν το «κονέ», θα επιμείνουν μέχρι να γίνει η παράσταση. Όχι μόνο από ματαιοδοξία, αλλά από πίστη. Από ανάγκη να υπάρξουν μέσα από τη μουσική. Αυτή η αγάπη είναι που αποτρέπει τους χαρακτήρες από το να γίνουν καρικατούρες. Γελάς με τις υπερβολές τους, αλλά δεν τους απορρίπτεις. Γιατί κάτω από το ψώνιο, την ανασφάλεια, την υπερβολή, υπάρχει μια βαθιά ανθρώπινη επιθυμία: να ανήκεις, να αναγνωρίζεσαι, να δημιουργείς.
Και το τέλος; Υπάρχει μια γλυκιά και συγκινητική αίσθηση συνέχειας που δεν θα αποκαλύψω εδώ. Σαν να μας λέει ότι, όσο χάλια κι αν πηγαίνει μια παράσταση, η ζωή συνεχίζεται. Το θέατρο τελειώνει, αλλά οι άνθρωποι μένουν. Με τις φιλοδοξίες τους, τις μικρότητές τους, την αγάπη τους για αυτό που κάνουν.
Info παράστασης:
Viva la mamma! | Εναλλακτική Σκηνή Εθνικής Λυρικής Σκηνής – ΚΠΙΣΝ
The post Μέσα στις πρόβες του “Viva la mamma!”: Η θεατρική παράσταση της Εναλλακτικής Σκηνής ΕΛΣ που σατιρίζει τον εαυτό» της appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
