Η γενιά μας δεν μεγάλωσε με τον πόλεμο. Και πάλι καλά. Δεν μάθαμε μέχρι στιγμής να ξεχωρίζουμε από τον ήχο αν πλησιάζει drone ή όλμος. Δεν μαζέψαμε τα παιδιά μέσα στη νύχτα για να τρέξουμε σε καταφύγια, ούτε μάθαμε να κοιμόμαστε με εκρήξεις.
Αναπτύσσουμε όμως μια άλλη ικανότητα. Μαθαίνουμε να ζούμε με τον πόλεμο χωρίς να σταματάει η μέρα μας. Ξυπνάμε, βλέπουμε ένα παιδί να πεθαίνει από την πείνα, μετά βλέπουμε μια διαφήμιση, μετά ένα reel από διακοπές, μετά έναν influencer, μετά άλλη μια βόμβα, μετά μια συνταγή. Από τη μία ο αλγόριθμος μας δείχνει τον πόλεμο αλλά μας μαθαίνει και τον ρυθμό με τον οποίο πρέπει να τον ξεχνάμε, και από την άλλη το μυαλό μας αρχίζει να τα βάζει όλα στο ίδιο επίπεδο, όχι γιατί είμαστε χαζοί αλλά το κάνει αυτόματα γιατί κάπως πρέπει να αντέξουμε.
Νομίζω εκεί είναι που αρχίζει η πραγματική ήττα. Οχι όταν σταματάμε να στενοχωριόμαστε, αλλά όταν όλο αυτό σταματάει να μας εκπλήσσει. Είναι μια διαδικασία κατά την οποία βλέπουμε ζωντανά έναν πόλεμο που η χώρα μας είναι συνυπεύθυνη και εκπαιδευόμαστε να συνεχίζουμε τη ζωή μας. Βλέπουμε τη λιμοκτονία στη Γάζα. Βλέπουμε ηλικιωμένους στη Δυτική Οχθη να ξεσπιτώνονται από ορδές εποίκων, με τον στρατό δίπλα να εξασφαλίζει ότι όλα θα γίνουν ήσυχα. Στη Δυτική Οχθη δεν υπάρχει καν η βολική απάντηση Χαμάς. Υπάρχουν σπίτια, χωράφια, ζωντανά και άνθρωποι που ξαφνικά πρέπει να εξαφανιστούν. Βλέπουμε έναν ολόκληρο μηχανισμό εξόντωσης και εκτοπισμού live.
Δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν ξέραμε. Ξέρουμε υπερβολικά πολλά. Και δεν νομίζω ότι άλλος πόλεμος στην Ιστορία μπήκε τόσο βαθιά στα σπίτια εκατομμυρίων ανθρώπων που δεν συμμετέχουν σε αυτόν. Υπάρχει όμως διαφορά ανάμεσα στο να συνεχίζεις τη ζωή σου επειδή πρέπει να ζήσεις και στο να αρχίσεις να πιστεύεις ότι η ζωή των άλλων δεν σε αφορά. Εκεί αρχίζει η δική μας Ζώνη Ενδιαφέροντος.
Οχι με ανίδεους που ζουν δίπλα στα στρατόπεδα, αλλά με ανθρώπους που ξέρουν τα πάντα, τα βλέπουν σε υψηλή ανάλυση και μπούχτισαν. Οχι από κακούς ανθρώπους, αλλά από κουρασμένους που δεν αντέχουν άλλο να τρελαίνονται για κάτι που νιώθουν ότι δεν μπορούν να αλλάξουν. Αυτή είναι η διαδικασία.
Αυτό δεν παράγει μόνο αδιαφορία αλλά παράγει κάτι χειρότερο. Παράγει ανθρώπους που δεν πιστεύουν πια ότι η δημοκρατική πολιτική μπορεί να μετακινήσει οτιδήποτε. Και όταν κάποιος πάψει να πιστεύει ότι μπορεί να αλλάξει τα πράγματα, γίνεται εύκολος πελάτης για εκείνον που του υπόσχεται ότι θα τα ανατινάξει όλα. Η Ακροδεξιά δεν ανεβαίνει μόνο επειδή οι κοινωνίες έγιναν ξαφνικά πιο μισαλλόδοξες. Ανεβαίνει επειδή πουλάει έκρηξη σε ανθρώπους που νιώθουν ότι δεν έχουν κανέναν άλλο μοχλό. Τους λέει, αφού τίποτα δεν λειτουργεί, δώσε μου το σπίρτο.
Κι εμείς απαντάμε κουνώντας τους το δάχτυλο. Τους λέμε ότι είναι αδιάφοροι, αμόρφωτοι, επικίνδυνοι πολίτες. Και τους σπρώχνουμε ακόμη περισσότερο προς εκείνους που τους υπόσχονται εκδίκηση, σύνορα, στρατούς και μια βίαιη απλότητα.
Αλλά δείτε, παρότι ο υπουργός Αμυνας είπε ότι θα πρέπει να συνηθίσουμε στην ιδέα φέρετρων με Ελληνες, επίσημα οι κυβερνήσεις δεν μας ζητούν να αγαπήσουμε τον πόλεμο. Δεν είναι τόσο χαζές. Αρκεί να μας πείσουν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική και ότι έτσι λειτουργεί ο κόσμος και η ώριμη εξωτερική πολιτική, για να παρουσιάσουν την ηθική ως αφέλεια.
Ετσι, παρότι συνεχίζουμε την προσπάθεια να παραμείνουμε ενεργοί πολίτες, και όντως βλέπουμε πορείες, ψηφίσματα, καταγγελίες, αποφάσεις διεθνών δικαστηρίων, εκατομμύρια ανθρώπους στους δρόμους, η πολιτική μηχανή συνεχίζει σχεδόν ατάραχη, με τις κυβερνήσεις να παίρνουν αποφάσεις που ξεπερνούν κατά πολύ την εντολή με την οποία εκλέχτηκαν και να κάνουν επιλογές που μεγάλο μέρος της κοινωνίας απορρίπτει.
Γι’ αυτό και το πιο δύσκολο μέτωπο μπορεί να μην είναι τελικά η πολιτική αλλά αυτό που συμβαίνει μέσα μας. Αυτό που με αποσυντονίζει δεν είναι ότι βλέπω έναν πόλεμο. Είναι ότι κάποια στιγμή μέσα στην ημέρα, πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται αν «επιτρέπεται» να ανεβάσω μια φωτογραφία από τις διακοπές μου. Και ίσως καλά κάνω που νιώθω αυτή την ενοχή, όχι γιατί πιστεύω ότι πρέπει να ζούμε μέσα στη θλίψη, αλλά επειδή αυτή η ενοχή μού θυμίζει ότι κάτι μέσα μου αντιστέκεται ακόμη. Αλλά αυτό που φοβάμαι δεν είναι η ενοχή. Είναι η μέρα που δεν θα τη νιώσω πια.
Αν υπάρχει κάτι που αξίζει να προστατεύσουμε σήμερα, ίσως δεν είναι η βεβαιότητά μας ότι έχουμε δίκιο. Είναι η ικανότητά μας να μη συνηθίζουμε. Δεν ξέρουμε ακόμη πώς ανατρέπεται όλο αυτό. Ξέρουμε όμως ότι δεν θα ανατραπεί ποτέ αν το αποδεχτούμε ως φυσιολογικό.
*Δρ Διεθνών Σχέσεων
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
