«Είμαι μια Αμερικανίδα, που ένιωσα φρίκη από την ιμπεριαλιστική πολιτική των Ενωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, και που ζώντας εδώ ταυτίστηκε εντελώς με την ελληνική υπόθεση, με την καρδιά μου και το πνεύμα μου, με λίγα λόγια έγινα μια “Ελληνίδα”».
Με αυτά τα λόγια συστήνεται η Μαργαρίτα Παπανδρέου στους αναγνώστες, τον Απρίλιο του 1975, στις πρώτες γραμμές του προλόγου του αυτοβιογραφικού της βιβλίου «Εφιάλτης στην Αθήνα» (Εκδόσεις Καστανιώτη, β΄ έκδοση, Αθήνα 1984). Ομως, η αφήγησή της δεν περιορίζεται στα γεγονότα της ταραχώδους ελληνικής πολιτικής ζωής της δεκαετίας του 1960, όπως τα έζησε η ίδια. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αναδεικνύεται μια γυναίκα δυναμική και αποφασιστική, που δεν λυγίζει στις αντιξοότητες και επιλέγει να σταθεί δίπλα στον άνδρα της, χωρίς όμως να χαθεί στη σκιά του. Ακόμα και όταν αυτή η σκιά ανήκει στον Ανδρέα Παπανδρέου, μια από τις πιο ισχυρές και σύνθετες πολιτικές προσωπικότητες της εποχής.
Το βέβαιο είναι ότι η Μαργαρίτα Παπανδρέου δεν περιορίστηκε στον ρόλο της συζύγου του Ανδρέα. Χάραξε τη δική της προσωπική και δημόσια διαδρομή, με επιλογές και δράσεις που ξεπέρασαν κατά πολύ τα στενά όρια της οικογενειακής της ζωής. Στα χρόνια της δικτατορίας, από το εξωτερικό, ανέλαβε ενεργό δράση για να αποκαλύψει το πραγματικό πρόσωπο του καθεστώτος των συνταγματαρχών και συνέβαλε στις προσπάθειες για τη δημιουργία ενός κινήματος για την ανατροπή του. Αργότερα, μέσα από τη δράση της στο γυναικείο κίνημα και την ενεργό συμμετοχή της στον δημόσιο διάλογο για την ισότητα των γυναικών, άνοιξε ένα ακόμα σημαντικό κεφάλαιο στη ζωή της. Πρόκειται για μια διαδρομή που, πέρα από τον ρόλο της ως συζύγου του Ανδρέα Παπανδρέου, την έφερε ακόμα πιο κοντά στην Ελλάδα και στις κοινωνικές αλλαγές της εποχής.
«Οταν ο Ανδρέας κι εγώ, με τα τέσσερα παιδιά μας, φεύγαμε από την Ελλάδα το 1968 για ν’ αγωνιστούμε στην εξορία, συνέχισα το δικό μου μέρος του αγώνα μ’ οποιοδήποτε τρόπο μπορούσα, άρθρα, εμφανίσεις στην τηλεόραση, και μια προσωπική κατάθεση μπροστά σε μια γερουσιαστική επιτροπή στην Ουάσιγκτον», γράφει η ίδια.
Και με ταπεινότητα θα προσθέσει: «Ολες αυτές οι προσπάθειες ωχριούν όταν συγκρίνονται με την αντίσταση του ελληνικού λαού, την άρνησή του να δειλιάσει κάτω από το φόβο της φυλακής, των βασανιστηρίων, της εξορίας και της τρομοκρατίας. Το αποκορύφωμα, φυσικά, ήταν ο υπέροχος αγώνας των φοιτητών του Πολυτεχνείου και των τόσων πολλών συμπαραστατών τους, γεγονότα που οδήγησαν στην πτώση των συνταγματαρχών».
Στο μεταξύ, όμως, είχε φανεί ξεκάθαρα ο δυναμισμός της, αλλά και το ειλικρινές ενδιαφέρον της για τον άνδρα και την οικογένειά της, στις πιο δύσκολες στιγμές, κατά τη βίαιη σύλληψη του Ανδρέα μέσα στο σπίτι τους στο Ψυχικό, μπροστά στα έντρομα μάτια των μικρότερων παιδιών τους. Τις επόμενες ημέρες, η Μαργαρίτα αναζητούσε εναγωνίως νέα για την τύχη του.
Ενα χαρακτηριστικό απόσπασμα (σελ. 199) αναφέρει: «Πρέπει να ανακαλύψουν αμέσως (σ.σ. εννοεί, η αμερικανική πρεσβεία) πού είναι ο Ανδρέας και πρέπει να ενεργήσουν για να προστατέψουν τη ζωή σου. “Θα σκοτώσω τον ίδιο τον πρεσβευτή, πες τους, αν συμβεί τίποτα στον Ανδρέα”, είπα.
»Ο πατέρας μου (σ.σ. βρισκόταν τότε στην Αθήνα) με κοίταξε περίεργα, μελετώντας το πρόσωπό μου για να δει αν κυριολεκτούσα ή αν προσπαθούσα μόνο να του μεταδώσω αποφασιστικότητα. Κατάλαβε πως σοβαρολογούσα. “Ξέρω πού είναι τα όπλα”, πρόσθεσα».
Εκείνο το ξημέρωμα της 21ης Απριλίου 1967, που βύθισε για 7 χρόνια ολόκληρη τη χώρα στο σκοτάδι, η Μαργαρίτα είχε συμπληρώσει 19 χρόνια από τη γνωριμία της με τον Ανδρέα.
Είχαν γνωριστεί τον Φεβρουάριο του 1948, στην αίθουσα αναμονής ενός οδοντιατρείου. Ενα καθόλου ρομαντικό μέρος, που αποδείχτηκε, όμως, ιδανικό για να αναπτυχθεί το ειδύλλιο μεταξύ των δύο νέων.
Η Μαργαρίτα Παπανδρέου δεν περιορίστηκε στον ρόλο της συζύγου του Ανδρέα | EUROKINISSI
Ο Ανδρέας ήταν τότε 29 χρόνων και υφηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Πολιτείας της Μινεσότα, ενώ η 24χρονη Μαργαρίτα είχε δημιουργήσει ένα μικρό γραφείο δημόσιων σχέσεων στη μεγαλύτερη πόλη της ίδιας Πολιτείας, τη Μινεάπολη. «Ο οδοντογιατρός ήταν με τον τελευταίο του πελάτη όταν μπήκε μέσα ο Ανδρέας, πήρε ένα περιοδικό, και κάθισε να διαβάσει. Δούλευα μια διαφήμιση […] Είκοσι λεπτά προσπαθούσα να συντάξω μια πρόταση στα γαλλικά σαν ένα “εξωτικό” στοιχείο στη διαφήμιση. Ο άντρας απέναντί μου φαινόταν ξένος. Τουλάχιστον φαινόταν σαν να μπορούσε να ξέρει γαλλικά. Τελικά, αποφάσισα να του ζητήσω βοήθεια και είπα, “Με συγχωρείτε, μήπως ξέρετε γαλλικά;”. Η απάντηση ήταν ένα ευγενικό κι εγκάρδιο “ναι”, και του εξήγησα το πρόβλημά μου. Σηκώθηκε, ήρθε και κάθισε δίπλα μου στο καναπεδάκι και πολύ γρήγορα συντάξαμε τη γαλλική πρόταση που πάλευα μαζί της», έχει γράψει η Μαργαρίτα (ό.π., σ. 29).
Ετσι άρχισαν όλα. Στις 30 Αυγούστου 1951, αφού είχαν πάρει και οι δύο διαζύγιο από προηγούμενους γάμους τους, παντρεύτηκαν. «Η ανάμειξή μας με τα ελληνικά πράγματα έγινε σιγά σιγά, αλλά για μένα ήταν με τον τρόπο της μια ερωτική περιπέτεια που άρχισε το 1959 όταν φτάσαμε στην Ελλάδα με τα τέσσερα παιδιά μας και την πεθερά μου, που ζούσε μαζί μας», έγραψε. Στο τέλος του καλοκαιριού του 1960 επέστρεψαν για λίγο στις ΗΠΑ, για να εγκατασταθεί οριστικά η οικογένεια στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1961. Τότε ο Γιώργος ήταν 9 ετών, η Σοφία 7, ο Νίκος 5 και ο Αντρίκος 18 μηνών, ενώ το σπίτι της οικογένειας βρισκόταν στο Ψυχικό.
Η Μαργαρίτα, στον ελεύθερο χρόνο της, άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα ελληνικών και να επισκέπτεται μουσεία και ιστορικούς χώρους, με σαφή πρόθεση να γνωρίσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τον νέο τόπο στον οποίο ζούσε.
Καθώς ο σύζυγός της άρχισε σταδιακά να αναμειγνύεται στην πολιτική, ενώ και ο πεθερός της είχε ήδη ενεργό πολιτική παρουσία, άρχισε και η ίδια να παρατηρεί και να συμμετέχει στην ελληνική πολιτική ζωή, αρχικά με διακριτικό τρόπο και, αργότερα, με πιο ενεργό και διακριτό ρόλο.
Τα επόμενα, ταραχώδη χρόνια της δεκαετίας του 1960, βιώνει από κοντά τις παρεμβάσεις των ΗΠΑ στην ελληνική πολιτική σκηνή. Παράλληλα, μέσα από την οικογένειά της, έζησε την αποστασία και την ανατροπή της εκλεγμένης κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, την υπόθεση της σκευωρίας του «Ασπίδα», με στόχο τον Ανδρέα, και φυσικά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 και την επιβολή της δικτατορίας.
Τις ημέρες πριν από το πραξικόπημα, για λόγους ασφαλείας, ο Ανδρέας δεν κοιμόταν στο σπίτι του. Ομως, εκείνο το βράδυ, έπειτα από έξοδο με τη Μαργαρίτα επέστρεψε για να κοιμηθεί εκεί.
«Ηταν περίπου δύο και μισή το πρωί όταν με ξύπνησε τρομοκρατημένη η Μαργαρίτα. Αναψε το φως, με τράνταξε μέχρι να ξυπνήσω τελείως και μου είπε: Κάτι πολύ άσχημο συμβαίνει. Ακούγονται πυροβολισμοί και κάποιοι προσπαθούν να σπάσουν τις πόρτες.
[…] Κάνοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσα πήρα το περίστροφό μου και ανέβηκα στον τρίτο όροφο, στο μελετητήριό μου. Η Μαργαρίτα με ακολουθούσε από πολύ κοντά», έχει γράψει ο Ανδρέας Παπανδρέου. («Η Δημοκρατία στο απόσπασμα», εκδόσεις Λιβάνη, τόμος Α΄, Αθήνα 2006).
«Η άνοδός μας ήταν ενστικτώδης. Θέλαμε ν’ απομακρυνθούμε όσο μπορούσαμε από τους άνδρες που έσπαγαν τα τζάμια προσπαθώντας να μπουν μέσα. Υπήρχε και πάνω τηλέφωνο. Δεν ήξερα πως με ακολουθούσε ο Γιώργος, τόσο πολύ σκεφτόμουν τον Ανδρέα και πως θα ξέφευγε από το μπουλούκι κάτω», έχει γράψει η Μαργαρίτα (ό.π., σ. 14).
Τελικά, ο Ανδρέας συνελήφθη με βίαιο τρόπο και τραυματίστηκε ελαφρά. Η Μαργαρίτα δεν άργησε να διαπιστώσει ότι είχε συλληφθεί και ο πεθερός της. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε μια αγωνιώδης προσπάθεια να μάθει νέα για την τύχη του Ανδρέα Παπανδρέου, καθώς υπήρχε διάχυτη ανησυχία ότι μπορεί ακόμα και να τον σκότωναν.
Οι προσπάθειές της επικεντρώθηκαν στην εξασφάλιση παρέμβασης από την αμερικανική πρεσβεία, καθώς είχε την αμερικανική υπηκοότητα. Ταυτόχρονα, άρχισε να δέχεται μηνύματα για την οργάνωση και τη συμμετοχή σε ένα αντιδικτατορικό κίνημα.
Περίπου δύο μέρες μετά τη σύλληψη του Ανδρέα ήρθαν τα πρώτα ελπιδοφόρα νέα πως ήταν ζωντανός. Αυτό το έμαθε όταν δύο στρατιώτες την επισκέφθηκαν και της παρέδωσαν ένα μήνυμα: «Σε παρακαλώ στείλε μου πιτζάμες, ξυριστικά, εσώρουχα, μαντήλια και ένα κουστούμι. Αγάπη, Ανδρέας».
Ο Ανδρέας Παπανδρέου κρατούνταν στο στρατόπεδο στου Γουδή. Αργότερα μεταφέρθηκε στο Πικέρμι και, τελικά, στις Φυλακές Αβέρωφ.
Ομως, ο αγώνας δεν σταμάτησε. Η Μαργαρίτα στάθηκε στο πλευρό του άνδρα της και αγωνίστηκε για την απελευθέρωσή του. Η προσπάθειά της αυτή καρποφόρησε το 1968, όταν ο Ανδρέας απελευθερώθηκε και έφυγε με την οικογένειά του στο εξωτερικό. Βέβαια, ανάλογη ήταν η μοίρα χιλιάδων Ελληνίδων μετά τον Εμφύλιο και κατά τη δικτατορία, οι οποίες αγωνίστηκαν και στάθηκαν ηρωικά στο πλευρό των εξόριστων ή φυλακισμένων συζύγων τους.
Ωστόσο, για μια «Αμερικανίδα», όπως την αποκαλούσαν απαξιωτικά τα επόμενα χρόνια στελέχη της Δεξιάς αλλά και όψιμοι «ηρακλειδείς» του Ανδρέα, μια τέτοια πορεία ήταν μάλλον απρόσμενη και σίγουρα όχι συνηθισμένη…
Η Μαργαρίτα Παπανδρέου, όμως, είχε ήδη γίνει Ελληνίδα…
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
