Efsyn.gr

«Μπάνε!!! Ηρθε ο Ηλίας»

Τον Σεπτέμβριο του 1954, ο Ηλίας Βενέζης επισκέπτεται τη Μυτιλήνη, την πόλη όπου έζησε τα εφηβικά και νεανικά του χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τότε, στις 8 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε, στη Βιβλιοθήκη Μυτιλήνης, συνάντηση Λέσβιων συγγραφέων, δημοσιογράφων και λογίων μετά από επιθυμία του. Σε αυτήν δίνει διάλεξη με θέμα «Το πνευματικό Αιγαίο με τη λαμπρή παράδοση». Η ομιλία δημοσιεύεται στις 13 του μήνα στην εφημερίδα «Ταχυδρόμος». Την επόμενη μέρα, στις 14, ο Πάνος Βελόνης (Μπάνο τον αποκαλεί ο Θάνος Βενέζης), εκδότης και διευθυντής της αθλητικής εφημερίδας «Παλμός», δημοσιεύει τις αναμνήσεις του από τα πρώτα χρόνια της διαμονής του Βενέζη στη Μυτιλήνη, τη φιλία τους, τα παιχνίδια, την οικογένεια, την επιστροφή του Ηλία από τα τάγματα εργασίας.
Ο Ηλίας τσακισμένος, σωστό ανθρώπινο ράκος, γύρισε από την αιχμαλωσία, που ήταν μια συμφορά γι’ αυτόν και για τους άλλους, αλλά και μια μεγάλη τύχη μαζί
Ο «Παλμός», αν και ήταν αθλητική εφημερίδα, δημοσίευε στη δεύτερη σελίδα με τον τίτλο «Μυτιληναϊκοί Αντίλαλοι» άρθρα πολιτιστικού περιεχομένου και για την πνευματική κίνηση της Λέσβου. Το κείμενο, με τις αναμνήσεις του Βελόνη για τον Βενέζη, αναφέρεται σε τρεις περιόδους: ο ερχομός της οικογένειας το 1914 στον Πρώτο Διωγμό, η καθημερινότητα των προσφυγικών οικογενειών και η επιστροφή το 1919, τέλος, η δεύτερη προσφυγιά και η επιστροφή του Βενέζη από τα τάγματα εργασίας, η νέα ζωή στη Μυτιλήνη, μέχρι την εγκατάστασή του στην Αθήνα. Παραθέτουμε το κείμενο.
«Παλμός», φ.14, 14.9.1954συγγρα
Οταν ο Βενέζης πρωτοήρθε στη Μυτιλήνη
Του Πάνου Βελόνη
«Εδώ και χρόνια πολλά, θύελλα στην Ανατολή. Διωγμοί, αρπαγές, σφαγές.
Το ελληνικό στοιχείο ρημαγμένο, αφανισμένο, ζητά καταφύγιο στα νησιά. Οταν τα καΐκια κατάφορτα από το ανάκατο ανθρώπινο φορτίο πλησιάζουν στο μουράγιο, θρήνοι, κραυγές αλλοφροσύνης ταράζουν το ήρεμο λιμάνι.
Οι πρώτοι πρόσφυγες των αγρίων διωγμών του 1914. Μέσα σ’ αυτούς και οι πρωταγωνισταί της “Αιολικής Γης”. Βρίσκουν καταφύγιο σε κάποιο σπίτι στα “Πυργέλια”.
Επικεφαλής ο παππούς. Ενα γέρικο δρυ με βράκες και το νησιώτικο φέσι. Επειτα η κυρά Βασιλική, η πονεμένη μάνα. Κι ύστερα τα παιδιά, η Ανθίππη, η Αγάπη, η Αρτεμη, η Λένα, ο Θάνος και ο Ηλίας.
Ο τελευταίος, έφηβος πια, παχουλός, μάλλον χονδρός, με κοντό και στενό παντελόνι ώς το γόνατο.
Ο νέος φίλος έχει χαρίσματα πνευματικά. Το απομεσήμερο στο κάμα του καλοκαιριού, τα πιτσιρίκια εμείς αλλά και άλλα μεγαλύτερα παιδιά της γειτονιάς, μαζευόμαστε σε ίσκιο βαθύ κι εκεί ο νέος μας διηγείται όμορφες ιστορίες και παραμύθια μαζί, που κρύβουν μέσα το μυστήριο της Ανατολής.
Ολοι κρεμόμαστε απ’ τα χείλια του. Γιατί έχουν οι ιστορίες ομορφιά πολλή και αγωνία μαζί. Παραμυθάς σπουδαίος σε τέτοια ηλικία και αφηγητής, που μαγεύει και γοητεύει. Ιστορίες που θέλουμε να μην τελειώσουν ποτέ. Και ξέρει τέτοιες πολλές ο νέος από την Ανατολή. Το γλυκοχάραμα ενός μεγάλου ταλέντου.
Παίζουμε όμως και αμάδες μαζί, και αμπάριζα και τους γύρους και φθάνουμε ξυπόλυτοι ώς τον Γαϊδαρανήφορο, στο καφενεδάκι, πούναι ψηλά στην κορυφή. Παίζουμε και τους στρατιώτες κι είναι ο Ηλίας ο αξιωματικός μας, ο αρχηγός μας.
Μα η φαμίλια έχει κι άλλα ταλέντα. Το δειλινό τα κορίτσια μέσα στο σπίτι ράβουν και κεντούν. Σιγοτραγουδούν και μαζί ο γλυκόλαλος Θάνος. Τι αρμονία θεέ μου!!! Κι εμείς τα παιδιά στις πεζούλες της ξώπορτας δεν χορταίνουμε ν’ ακούμε.
Η Αρτεμη, το ομορφότερο και ζωντανότερο κορίτσι της οικογενείας, σωστή Αρτεμη. Η μεγάλη ελπίδα και το στήριγμα. Είναι ράφτρα σπουδαία και συντηρεί το σπίτι στα πρώτα δύσκολα χρόνια της προσφυγιάς. Κάποτε πέφτει άρρωστη βαριά. Και το μοιραίο έρχεται. Συμφορά τρομερή. Την κηδεύει ολόκληρο το Αϊβαλί με δάκρυα, με κλάματα και θρήνους.
Επιτέλους φτάνει κι η ευλογημένη ώρα του γυρισμού στην πατρίδα, στα πατρικά εδάφη.
Μα το 1922 ξεσπά η δεύτερη καταιγίδα και η φαμίλια του Βενέζη ξαναγυρίζει στη Μυτιλήνη, χωρίς όμως τον Ηλία. Τον κράτησαν αιχμάλωτο και δεν ξέρουν αν βρίσκεται στη ζωή, ύστερα από τους ομαδικούς τουφεκισμούς και τις άγριες σφαγές που έγιναν. Καημός μεγάλος και αγωνία τρομερή.
Μια μέρα στο Γυμνάσιο, και θαρρώ πως είναι αυτή τη στιγμή, την ώρα που μπαίναμε στο μάθημα, βλέπω τον Θάνο να τρέχει λαχανιασμένος, έξαλλος από χαρά, σχεδόν τρελός. Μπάνε!!! Μπάνε!!! Ηρθε ο Ηλίας, ήρθε ο Ηλίας μας.
Ο Ηλίας τσακισμένος, σωστό ανθρώπινο ράκος, γύρισε από την αιχμαλωσία, που ήταν μια συμφορά γι’ αυτόν και για τους άλλους, αλλά και μια μεγάλη τύχη μαζί. Ο επίδοξος εκλεκτός συγγραφέας βρίσκει το πρώτο γόνιμο έδαφος για να δημιουργήσει το περίφημο “Νούμερο”.
Ο Βενέζης μένει στη Μυτιλήνη, διορίζεται στ’ Ανταλλάξιμα, έπειτα στην Τράπεζα. Δημοσιογραφεί στον “Ταχυδρόμο” και βγάζει το πρώτο του βιβλίο της αιχμαλωσίας. Τα χρόνια κυλούν και το 1932, νομίζω, μετατίθεται στην Αθήνα για νάβρει εκεί τα μεγάλα πεπρωμένα του.
Ετυχε να συνταξιδεύουμε όταν άφηνε οριστικά τα λεσβιακά ακρογιάλια. Το πλοίο είχε φθάσει έξω απ’ τη Νεάπολη. Κάτι πετρώματα εκεί ψηλά στα βουνά, ανάμεσα Αμαλής και Προφήτη Ηλία, αντιφεγγίζουν στον απογευματινό ήλιο.
– Δεν σου φαίνεται πως δροστατούν; του λέγω.
– Πώς το είπες; ρωτά μ’ ενδιαφέρον.
– Να!!! Δεν νομίζεις ότι δ ρ ο σ τ α τ ο ύ ν αυτές οι πέτρες;
Κι ο συγγραφέας αποτυπώνει τη λέξη, που τη βρίσκει καλή.
Σβησμένες αναμνήσεις, ξεχασμένες πια ύστερα από τόσα χρόνια και τόσα μεγάλα γεγονότα που μεσολάβησαν».

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...