Στην εξαγορά του 40% της ισραηλινής εταιρείας αμυντικών συστημάτων Fibrotex, έναντι περίπου 250 εκατ. ευρώ, προχώρησε ο επενδυτικός κολοσσός CVC, αποφεύγοντας να δημοσιοποιήσει τη συμφωνία. Σύμφωνα με τους Financial Times, η εταιρεία ενημέρωσε τους χρηματοδότες της, χωρίς να αναφέρει στο σχετικό σημείωμα ότι η Fibrotex εδρεύει στο Ισραήλ. Η κίνηση πραγματοποιείται σε μια περίοδο αυξημένων διεθνών αντιδράσεων για τον πόλεμο στη Γάζα και εντείνει τα ερωτήματα γύρω από τις επενδύσεις στην ισραηλινή αμυντική βιομηχανία.
Η συμφωνία των 250 εκατ. ευρώ και το ποσοστό της Fibrotex
Όπως αναφέρουν πηγές που επικαλούνται οι Financial Times, η CVC συμφώνησε να αποκτήσει το 40% της Fibrotex, εταιρείας που ειδικεύεται στην κατασκευή συστημάτων στρατιωτικής παραλλαγής και απόκρυψης. Το μερίδιο πωλήθηκε από την ιδρυτική οικογένεια Blum, ενώ ο Adi Blum, βετεράνος των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων, διατηρεί επενδυτική συμμετοχή στην επιχείρηση.
Τη συμφωνία διαχειρίστηκε η γερμανική ομάδα της CVC μέσω του επενδυτικού ταμείου μεσαίας κεφαλαιοποίησης Catalyst, έπειτα από πολυετείς συνομιλίες με την οικογένεια Blum.
Παρά το ύψος της συναλλαγής, η CVC δεν εξέδωσε δελτίο Τύπου, επιλέγοντας να ενημερώσει μόνο τους επενδυτές της. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η απόφαση συνδέεται με τον κίνδυνο αντιδράσεων που θα μπορούσε να προκαλέσει η δημοσιοποίηση μιας επένδυσης στην ισραηλινή αμυντική βιομηχανία, εν μέσω της σημερινής γεωπολιτικής συγκυρίας.
Η αναφορά σε διεθνή παρουσία, χωρίς να κατονομάζεται το Ισραήλ
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε η Fibrotex στους χρηματοδότες της CVC. Στο σχετικό ενημερωτικό σημείωμα δεν γινόταν αναφορά στην ισραηλινή ταυτότητα της εταιρείας, παρά το γεγονός ότι η έδρα της βρίσκεται στην Πέταχ Τίκβα του Ισραήλ.
Αντίθετα, η CVC περιέγραψε τη Fibrotex ως διεθνή επιχείρηση με παρουσία σε αγορές όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία και η Αυστραλία, «μεταξύ άλλων». Σύμφωνα με πηγές που επικαλούνται οι Financial Times, το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων της προέρχεται από το εξωτερικό, ενώ μόνο ένα μικρό ποσοστό συνδέεται με την ισραηλινή αγορά.
Η συγκεκριμένη εξαγορά αποτελεί, μάλιστα, τη μεγαλύτερη από τις πέντε συμφωνίες που πραγματοποιήθηκαν μέσω του ταμείου Catalyst. Οι υπόλοιπες αφορούσαν επιχειρήσεις στους τομείς της κυβερνοασφάλειας, των προσθετικών μελών, της διαδικτυακής ενοικίασης ακινήτων και των συμβουλευτικών υπηρεσιών και είχαν ανακοινωθεί κανονικά.
Τι απαντά η CVC για την επένδυση
Μετά τις ερωτήσεις των Financial Times, η CVC αναγνώρισε ότι η Fibrotex διαθέτει «κεντρικές εγκαταστάσεις σε Ισραήλ και ΗΠΑ», μέσω των οποίων εξυπηρετεί «διεθνή πελατειακή βάση σε περισσότερες από 20 χώρες».
Η CVC Catalyst δήλωσε ικανοποιημένη από τη συμφωνία για την απόκτηση του μειοψηφικού μεριδίου, επισημαίνοντας ότι σκοπεύει να στηρίξει τη διεθνή επέκταση και την καινοτομία της εταιρείας. Στην τοποθέτησή της, συνέδεσε τις προοπτικές της Fibrotex με τον μακροπρόθεσμο εκσυγχρονισμό των αμυντικών δυνατοτήτων και τις αυξημένες ανάγκες ασφάλειας.
Η διοίκηση της Fibrotex δεν απάντησε άμεσα σε αίτημα για σχολιασμό.
Ο πόλεμος στη Γάζα και το πολιτικό κόστος των επενδύσεων
Η επένδυση πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις του Ισραήλ με ευρωπαϊκές χώρες και άλλους δυτικούς συμμάχους δοκιμάζονται, εξαιτίας του πολέμου στη Γάζα και της κλιμάκωσης της βίας των εποίκων κατά των Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι επενδύσεις στον ισραηλινό αμυντικό τομέα ενδέχεται να προκαλέσουν αντιδράσεις από χρηματοδότες, εργαζομένους και άλλους ενδιαφερόμενους. Ωστόσο, η πολιτική αντιπαράθεση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μια επενδυτική κίνηση είναι λανθασμένη, σύμφωνα με τον Νάγκεζ Απάντου από το Κέντρο Έρευνας Συγχωνεύσεων και Εξαγορών του Bayes Business School στο Λονδίνο.
«Οι επενδύσεις στο Ισραήλ πυροδοτούν πάντα αντιπαραθέσεις, ωστόσο η διαμάχη δεν καθιστά μια τέτοια κίνηση εγγενώς λανθασμένη», επισημαίνει, προσθέτοντας ότι οι αντιδράσεις από χρηματοδότες και εργαζομένους αποτελούν πραγματικό κίνδυνο.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η CVC είχε νομική υποχρέωση να ενημερώσει τους χρηματοδότες της για τη συναλλαγή, γεγονός που εξηγεί γιατί η σχετική γνωστοποίηση περιορίστηκε σε αυτούς, χωρίς ευρύτερη δημόσια ανακοίνωση.
Την ίδια στιγμή, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και ο Καναδάς έχουν ανακοινώσει μέτρα απαγόρευσης εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών που συνδέονται με τους ισραηλινούς οικισμούς στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, προσθέτοντας μια ακόμη διάσταση στην ευρύτερη πολιτική και οικονομική αντιπαράθεση.
Γιατί αυξάνονται οι επενδύσεις στην αμυντική βιομηχανία
Η συμφωνία εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση ενίσχυσης των επενδύσεων στον αμυντικό κλάδο, η οποία επιταχύνθηκε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Οι ευρωπαϊκές χώρες εντείνουν τις προσπάθειες επανεξοπλισμού τους, αυξάνοντας το ενδιαφέρον των επενδυτικών κεφαλαίων για εταιρείες που αναπτύσσουν αμυντικές τεχνολογίες.
Σύμφωνα με επενδυτή του ταμείου CVC Catalyst, κατά την αξιολόγηση τέτοιων επιχειρήσεων εξετάζεται, μεταξύ άλλων, εάν παράγουν μη πολεμικό εξοπλισμό ή πραγματικά οπλικά συστήματα.
Η Fibrotex δραστηριοποιείται στον τομέα της στρατιωτικής παραλλαγής και απόκρυψης από το 1965. Τα προϊόντα της περιλαμβάνουν ειδικά υλικά και δίκτυα που χρησιμοποιούνται για την απόκρυψη στρατιωτών, οχημάτων, αεροσκαφών και πλοίων σε διαφορετικά περιβάλλοντα, όπως δάση, έρημοι και χιονισμένες περιοχές.
Οι τεχνολογίες της έχουν σχεδιαστεί ώστε να περιορίζουν τον εντοπισμό στρατιωτικών στόχων από ραντάρ και θερμικές κάμερες, καθιστώντας την εταιρεία μέρος ενός εξειδικευμένου τμήματος της αμυντικής βιομηχανίας.
Η CVC Capital Partners έχει παρουσία και συμμετοχές σε βασικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Οι κυριότερες τρέχουσες και ιστορικές συμμετοχές της περιλαμβάνουν:
1. Τρέχουσες Συμμετοχές & Επενδύσεις
• ΔΕΗ (Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού): Η CVC κατέχει ποσοστό περίπου 10%, με προγραμματισμένες κινήσεις για περαιτέρω ενίσχυση και στρατηγική συνεργασία (όπως στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υποδομών με τη Vodafone Ελλάδας).
• Vivartia: Διατηρεί τον έλεγχο του μεγάλου ομίλου τροφίμων και εστίασης (που περιλαμβάνει τις εταιρείες Δέλτα, Goody’s, Everest, Jackaroo κ.ά.), προχωρώντας παράλληλα σε στρατηγικές αναδιοργανώσεις και αποεπενδύσεις από επιμέρους δραστηριότητες (όπως ο Μπάρμπας Στάθης).
• Hellenic Healthcare Group (HHG): Μετά την πώληση του 60% στην αραβική PureHealth, η CVC διατηρεί ποσοστό 35% στον μεγαλύτερο ιδιωτικό όμιλο υγείας στην Ελλάδα (που περιλαμβάνει τα νοσοκομεία Υγεία, Metropolitan, Μητέρα κ.ά.).
2. Βασικές Αποεπενδύσεις (Exits)
• Εθνική Ασφαλιστική: Το CVC είχε αποκτήσει το 90,01%, αλλά ολοκλήρωσε τη σταδιακή αποεπένδυση και την πώληση του συνόλου της εταιρείας στην Τράπεζα Πειραιώς (με την ολοκλήρωση να κλείνει στα τέλη του 2025).
• Skroutz: Είχε αποκτήσει ποσοστό (45%), το οποίο πούλησε στη Blackstone.
• D-Marin: Έχει προχωρήσει σε συμφωνία πώλησης της D-Marin στην InfraVia Capital Partners
Πηγή: naftemporiki.gr
Διαβάστε περισσότερα
