Έντονο προβληματισμό προκαλεί, σύμφωνα με την κριτική που ασκείται στην κυβέρνηση, η αμυντική συμφωνία που προωθείται μεταξύ Γαλλίας και Τουρκίας, καθώς η εξέλιξη έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη συγκυρία για τα ελληνικά συμφέροντα και τις περιφερειακές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η επιλογή του Εμανουέλ Μακρόν να ενισχύσει τη στρατηγική συνεργασία με την Άγκυρα, την ώρα που παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα για την Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Όπως υποστηρίζεται, η γαλλική προσέγγιση προς την Τουρκία δημιουργεί νέα δεδομένα και ενδέχεται να επηρεάσει τη στάση του Παρισιού απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις στην περιοχή.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στα εξοπλιστικά προγράμματα που περιλαμβάνονται στη γαλλοτουρκική προσέγγιση. Γαλλικές αμυντικές εταιρείες, σε συνεργασία με ιταλικούς ομίλους, φέρονται να συμμετέχουν στην ανάπτυξη και κατασκευή του τουρκικού αντιπυραυλικού συστήματος, ενώ στο τραπέζι βρίσκονται και άλλα μεγάλης οικονομικής αξίας εξοπλιστικά προγράμματα.
Η εξέλιξη αποκτά πρόσθετο πολιτικό βάρος λόγω της προηγούμενης στενής αμυντικής συνεργασίας της Γαλλίας με την Ελλάδα. Κατά την περίοδο της ελληνογαλλικής προσέγγισης, οι γαλλικές αμυντικές βιομηχανίες εξασφάλισαν σημαντικές συμβάσεις, μεταξύ άλλων για φρεγάτες, μαχητικά Rafale και άλλα οπλικά συστήματα. Τώρα, σύμφωνα με την κριτική που διατυπώνεται, το Παρίσι επιχειρεί να διευρύνει την πελατειακή του βάση στην τουρκική αγορά.
Παράλληλα, παραμένουν ερωτήματα σχετικά με το περιεχόμενο των συμφωνιών που έχουν συζητηθεί μεταξύ Μακρόν και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ιδιαίτερα ως προς την ανάπτυξη του τουρκικού αντιπυραυλικού συστήματος και τη δυνατότητα συμπαραγωγής πυραυλικών συστημάτων. Το ζήτημα των ανταλλαγμάτων που ενδέχεται να περιλαμβάνονται στη συμφωνία αποτελεί, σύμφωνα με την κριτική, ένα από τα σημεία που χρήζουν μεγαλύτερης διερεύνησης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύνδεση των εξελίξεων αυτών με το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ. Το ερώτημα που τίθεται αφορά τη στάση που θα τηρήσει η γαλλική κοινοπραξία που συμμετέχει στο έργο σε περίπτωση που προκύψουν νέες τουρκικές αντιδράσεις ή εμπόδια. Η ανησυχία που εκφράζεται είναι ότι, εφόσον η Γαλλία αποκτήσει ισχυρότερα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στην Τουρκία, θα μπορούσε να εμφανιστεί πιο επιφυλακτική απέναντι σε ενδεχόμενες τουρκικές πιέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Μια τέτοια εξέλιξη, σύμφωνα με την ίδια προσέγγιση, θα μπορούσε να επηρεάσει τις ισορροπίες στην περιοχή και να δημιουργήσει νέα δεδομένα για την Ελλάδα και την Κύπρο. Η ενίσχυση των γαλλοτουρκικών σχέσεων δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να αντιμετωπιστεί αποκομμένα από τις ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις και τις εκκρεμότητες που αφορούν την ασφάλεια και την ενεργειακή συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τίθεται ζήτημα για την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης. Η Αθήνα καλείται να αξιολογήσει κατά πόσο η γαλλοτουρκική αμυντική προσέγγιση επηρεάζει τις ελληνικές θέσεις και να διασφαλίσει ότι οι ευρωπαϊκές αποφάσεις στον τομέα της άμυνας δεν θα οδηγήσουν σε έμμεση αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας εις βάρος των ελληνικών και κυπριακών συμφερόντων.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη απαιτεί, σύμφωνα με την κριτική που ασκείται, σαφή διπλωματική και πολιτική απάντηση από την Αθήνα, καθώς η δημιουργία νέων στρατηγικών σχέσεων μεταξύ Παρισιού και Άγκυρας μπορεί να επηρεάσει τόσο το ευρωπαϊκό αμυντικό οικοδόμημα όσο και τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Η κυβέρνηση οφείλει να εξετάσει όλα τα διαθέσιμα διπλωματικά εργαλεία, ακόμη και την αξιοποίηση του δικαιώματος αρνησικυρίας, εφόσον κριθεί ότι διακυβεύονται ζωτικά εθνικά συμφέροντα.
Διαβάστε περισσότερα
