Η εικόνα που εκπέμπει πλέον η Νέα Δημοκρατία κάθε άλλο παρά παραπέμπει σε κυβέρνηση που αισθάνεται ότι έχει τον πολιτικό έλεγχο. Αντί για την πολυδιαφημισμένη εικόνα της «σταθερότητας», αυτό που καταγράφεται είναι μια διαρκής αλληλουχία εσωτερικών αντιπαραθέσεων, δημόσιων αποστάσεων και διορθωτικών παρεμβάσεων. Κάθε φορά που ένα κυβερνητικό στέλεχος ανοίγει ένα θέμα, ακολουθεί κάποιος άλλος για να το μαζέψει, να το διαφοροποιήσει ή να εξηγήσει ότι «δεν αποτελεί κυβερνητική θέση». Και κάπως έτσι, το περίφημο επιτελικό κράτος μοιάζει να λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός διαχείρισης ζημιών παρά ως μηχανισμός παραγωγής πολιτικής.
Οι δημοσκοπήσεις, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που διατυπώνονται, δεν έχουν προσφέρει στη ΝΔ την ανάσα που θα περίμενε το Μέγαρο Μαξίμου. Αντίθετα, ενισχύουν την αίσθηση ότι η κυβέρνηση δυσκολεύεται να ανακτήσει την πολιτική δυναμική που είχε σε προηγούμενες περιόδους. Και μέσα σε αυτό το ήδη βαρύ κλίμα υπάρχει ένα ερώτημα που επιστρέφει διαρκώς: τι θα συμβεί εάν ο Αντώνης Σαμαράς αποφασίσει τελικά να κάνει το επόμενο βήμα και να δημιουργήσει νέο πολιτικό φορέα;
Η απάντηση δεν είναι εύκολο να δοθεί, αλλά το ίδιο το γεγονός ότι το ενδεχόμενο αυτό προκαλεί τόσο έντονη ανησυχία στο κυβερνητικό στρατόπεδο δείχνει ότι δεν αντιμετωπίζεται ως αμελητέα εξέλιξη. Και όσο το σενάριο παραμένει ανοιχτό, τόσο αυξάνεται η νευρικότητα στο εσωτερικό της ΝΔ. Το αποτέλεσμα είναι να εμφανίζονται ολοένα και συχνότερα δημόσιες διαφοροποιήσεις υπουργών και στελεχών, δημιουργώντας την εντύπωση μιας παράταξης που δυσκολεύεται να παρουσιάσει ενιαία γραμμή.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η υπόθεση με τη Σοφία Ζαχαράκη και τις αντιδράσεις γύρω από σχολικό βιβλίο. Η υπουργός βρέθηκε στο επίκεντρο της κριτικής από κυβερνητικά στελέχη και τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, σε μια υπόθεση που προκάλεσε εσωτερικές αναταράξεις. Στη συνέχεια ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να χαμηλώσει τους τόνους, χαρακτηρίζοντας τις σχετικές συζητήσεις υπερβολικές, για να ακολουθήσει αργότερα διευκρίνιση ότι όπου υπάρχουν προβλήματα στα βιβλία αυτά θα διορθωθούν.
Το πολιτικό μήνυμα που έμεινε, ωστόσο, ήταν άλλο: μια ακόμη κυβερνητική υπόθεση ξεκίνησε με δημόσιες αποστάσεις από υπουργό και κατέληξε σε προσπάθεια του ίδιου του πρωθυπουργού να περιορίσει τις εντυπώσεις. Και όταν μια κυβέρνηση χρειάζεται συνεχώς να διορθώνει τη δική της επικοινωνία, κάποια στιγμή το πρόβλημα παύει να είναι απλώς επικοινωνιακό.
Στη συνέχεια ήρθε η τοποθέτηση του Γιώργου Φλωρίδη για το ενδεχόμενο ακυβερνησίας και τους κινδύνους που, κατά την άποψή του, θα μπορούσαν να προκύψουν για τη χώρα από την Τουρκία. Η δήλωση προκάλεσε αντιδράσεις και η κυβέρνηση επιχείρησε αρχικά να αποφύγει την κλιμάκωση. Όσο όμως το ζήτημα μεγάλωνε, χρειάστηκε να παρέμβει εκ νέου το Μέγαρο Μαξίμου, με τον Παύλο Μαρινάκη να μεταφέρει τη γραμμή ότι τα κυβερνητικά στελέχη οφείλουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικά στις δημόσιες τοποθετήσεις τους.
Το παράδοξο ήταν ότι μέχρι να επιχειρηθεί η πολιτική διόρθωση, είχαν ήδη εμφανιστεί στελέχη της ΝΔ που είχαν ταχθεί δημόσια στο πλευρό της συγκεκριμένης λογικής, χρησιμοποιώντας μάλιστα επιχειρήματα από την ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Για ακόμη μία φορά, δηλαδή, η κυβέρνηση βρέθηκε να κυνηγά τις δηλώσεις των δικών της στελεχών αντί να καθορίζει η ίδια την πολιτική ατζέντα.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, ήρθε μια ακόμη ανατροπή στους ρόλους. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης τοποθετήθηκε δημόσια για το επίδομα ανεργίας, εκφράζοντας προσωπική άποψη υπέρ μιας πολύ μικρότερης διάρκειας καταβολής του. Η αντιπολίτευση αξιοποίησε αμέσως τη δήλωση, θέτοντας ζήτημα κυβερνητικής ατζέντας, και τότε χρειάστηκε η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως να ξεκαθαρίσει ότι πρόκειται για προσωπική άποψη και όχι για θέση του υπουργείου.
Εδώ η κυβερνητική εικόνα αρχίζει να αποκτά στοιχεία πολιτικής φάρσας. Ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης λέει κάτι, υπουργός της κυβέρνησης τον διορθώνει και στη συνέχεια η κυβέρνηση προσπαθεί να πείσει ότι όλα αυτά δεν αποτελούν κυβερνητική θέση. Μένει μόνο να χρειάζεται στο εξής και ειδικό γραφείο «μετάφρασης» για να καταλαβαίνουν οι πολίτες ποια δήλωση υπουργού είναι τελικά κυβερνητική και ποια όχι.
Το γεγονός ότι Μαρινάκης και Κεραμέως βρίσκονται μάλιστα στην ίδια εκλογική περιφέρεια προσθέτει μια ακόμη διάσταση στην ιστορία, καθώς η μεταξύ τους πολιτική συνύπαρξη έχει και εσωκομματική παράμετρο. Η μάχη για την εκλογική κατάταξη μπορεί να μην αφορά το ποιος θα εκλεγεί, αλλά είναι απολύτως υπαρκτό το ενδιαφέρον για το ποιος θα βρεθεί ψηλότερα.
Και μέσα σε αυτό το ήδη φορτισμένο σκηνικό προστέθηκε η δημόσια αντιπαράθεση του βουλευτή Μακάριου Λαζαρίδη με τον διευθυντή του γραφείου του υπουργού Άμυνας Νίκου Δένδια, με αφορμή επικοινωνία που δεν έγινε. Η συνέχεια είχε εκατέρωθεν εξηγήσεις και διαφορετικές εκδοχές για το ποιος τελικά «άδειασε» ποιον. Το περιστατικό μπορεί από μόνο του να μην αποτελεί μείζον πολιτικό γεγονός, γίνεται όμως ενδεικτικό όταν προστίθεται σε μια αλυσίδα παρόμοιων περιστατικών.
Γιατί πλέον δεν μιλάμε για ένα μεμονωμένο στραβοπάτημα. Μιλάμε για επαναλαμβανόμενο μοτίβο: υπουργοί διαφοροποιούνται, βουλευτές συγκρούονται, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χρειάζεται διευκρινίσεις, το Μαξίμου παρεμβαίνει εκ των υστέρων και η κυβέρνηση προσπαθεί να πείσει ότι όλα βρίσκονται υπό έλεγχο. Μόνο που όσο περισσότερο επαναλαμβάνεται το ίδιο έργο, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να πείσει κανείς ότι πρόκειται απλώς για «μεμονωμένα περιστατικά».
Η συζήτηση για διορθωτικές κινήσεις και έναν πιθανό περιορισμό αυτών των δημόσιων διαφοροποιήσεων είναι αναμενόμενη. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι αν ένας ανασχηματισμός μπορεί να λύσει ένα πρόβλημα που μοιάζει να είναι βαθύτερο από τα πρόσωπα. Όταν οι αντιθέσεις αρχίζουν να περνούν από τις πολιτικές δηλώσεις στη λειτουργία της ίδιας της διοίκησης, τότε η αλλαγή υπουργικών καρεκλών δύσκολα αρκεί.
Η υπόθεση της Αττικό Μετρό και το ζήτημα που προέκυψε με την Κυψέλη ήρθαν να προσθέσουν ακόμη μία διάσταση στην εικόνα. Όταν οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις και τα προβλήματα διαχείρισης αρχίζουν να αγγίζουν και τη διοικητική λειτουργία, η κυβέρνηση δεν έχει πλέον να αντιμετωπίσει απλώς ένα επικοινωνιακό πρόβλημα.
Και κάπου εδώ βρίσκεται η ουσία. Η κυβέρνηση μπορεί να συνεχίσει να μιλά για σταθερότητα, αποτελεσματικότητα και επιτελικό κράτος. Όμως η πολιτική πραγματικότητα κρίνεται από το τι βλέπει ο πολίτης και όχι από το τι γράφει το κυβερνητικό non paper. Όταν η μία δημόσια δήλωση ακυρώνεται από την επόμενη, όταν υπουργοί αδειάζονται μεταξύ τους και όταν το Μαξίμου παρεμβαίνει διαρκώς για να περιορίσει τις συνέπειες των εσωτερικών συγκρούσεων, η εικόνα μιας απόλυτα ελεγχόμενης κυβέρνησης αρχίζει να παρουσιάζει ρωγμές.
Και το μεγαλύτερο πρόβλημα για τη ΝΔ ίσως να μην είναι καν οι σημερινές κόντρες. Είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που ο Αντώνης Σαμαράς παραμένει στο πολιτικό κάδρο και το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου φορέα εξακολουθεί να αιωρείται. Αν αυτό το σενάριο προχωρήσει, η κυβέρνηση θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει όχι μόνο την αντιπολίτευση απέναντί της, αλλά και μια πιθανή νέα εσωτερική αιμορραγία από τα δεξιά της. Και τότε, οι σημερινές «παρεξηγήσεις» μπορεί να αποδειχθούν απλώς τα πρώτα συμπτώματα μιας πολύ βαθύτερης πολιτικής κρίσης.
Διαβάστε περισσότερα
